Από τον Φώτη Μπράμο, απόφοιτο της Νομικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.
Στη σημερινή εποχή, η αλληλεπίδραση του ανθρώπου με την Τεχνητή Νοημοσύνη (εφεξής: Τ.Ν.) είναι έντονη και η αξιοποίησή της για δημιουργία εικόνων, βίντεο και ήχου είναι πλέον μια πραγματικότητα. Όταν ένα έργο είναι απόρροια της δημιουργικότητας και της φαντασίας του εκάστοτε δημιουργού, ο οποίος με φυσικές ενέργειες μπορεί να επεξεργαστεί και να τροποποιήσει το τελικό αποτέλεσμα, δεν τίθεται κάποιος προβληματισμός για το ποιος έχει την πατρότητα αυτού. Ωστόσο, η κατάσταση περιπλέκεται όταν το «έργο» έχει δημιουργηθεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου από ένα εργαλείο AI, όπως για παράδειγμα το πλέον διαδεδομένο Chat-GPT. Προκύπτουν έτσι οι εξής προβληματισμοί:
Θα μπορούσαν να αναγνωριστούν πνευματικά δικαιώματα σε προγράμματα Τ.Ν.; Ποιος θεωρείται δημιουργός έργων όταν αυτά παράγονται μέσω συστημάτων Τ.Ν.; Μπορεί στην Τ.Ν. να αποδοθεί η έννοια του «δημιουργού»;
Κατ’ αρχάς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι για να υπάρχει δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας πρέπει πρώτα να υπάρχει «έργο» υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Νόμου 2121/1993. Ως έργο αναφέρεται «κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα γραπτά ή προφορικά κείμενα». Όπως γίνεται δεκτό στη θεωρία, κατά την απολύτως κρατούσα γνώμη, το έργο της πνευματικής ιδιοκτησίας πρέπει να είναι ανθρώπινο δημιούργημα, δηλαδή, αποτέλεσμα ανθρώπινης πράξης (έστω και με χρήση τεχνικών μέσων). Ένα δεύτερο πολύ κρίσιμο στοιχείο του ανωτέρω ορισμού είναι αυτό της πρωτοτυπίας. Ως τέτοια νοείται η ατομικότητα ενός δημιουργήματος και κατά πόσο αυτό «φέρει την προσωπική σφραγίδα» του δημιουργού. Η θεωρία εξειδικεύει την έννοια της πρωτοτυπίας -αφού πρόκειται για αόριστη νομική έννοια- με την κρατούσα στην ελληνική έννομη τάξη θεωρία της στατικής μοναδικότητας. Σύμφωνα με αυτή, «πρέπει να ελεγχθεί το αν ένας άλλος δημιουργός θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο υπό παρόμοιες συνθήκες και στόχους ή όχι», οπότε θα πρόκειται αντίστοιχα για έργο πρωτότυπο ή όχι.
Συνεπώς, για να υφίσταται έργο υπό την έννοια της ανωτέρω διάταξης απαιτείται πέραν του στοιχείου της πρωτοτυπίας και αυτό της ανθρώπινης συμβολής. Στη σύγχρονη εποχή, όμως, ο άνθρωπος δεν αποτελεί τη μοναδική πηγή παραγωγής δημιουργημάτων, καθώς είναι πολύ συχνή η χρήση προγραμμάτων υπολογιστών και διαφόρων software, όπως της Τ.Ν. που μας αφορά εν προκειμένω. Ως εκ τούτου, ο παραμερισμός του ρόλου της ως προς τη δημιουργία έργων και η μη περαιτέρω διερεύνηση θα σήμαινε ότι θα εθελοτυφλούσαμε για μια από τις πιο σημαντικές τεχνολογικές εξελίξεις του 21ου αιώνα.
Ωστόσο, προς το παρόν δεν έχει ρυθμιστεί επαρκώς νομοθετικά το ζήτημα πνευματικών δικαιωμάτων στα παράγωγά της. Το ισχύον δίκαιο, πάντως, καταλήγει περισσότερο σε μια ερμηνεία κατά την οποία αποκλείει τα δημιουργήματα της Τ.Ν. από την έννοια του «έργου», ως δημιουργήματα μηχανής και όχι ανθρώπου. Εξάλλου, είναι έντονος ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας του Δικαίου της Πνευματικής Ιδιοκτησίας, στοιχείο που επιβεβαιώνεται τόσο από την αρχή του δημιουργού (άρθρο 6 Ν. 2121/1993), ήτοι, ότι μόνον φυσικό πρόσωπο μπορεί να είναι δημιουργός έργου, όσο και από το ηθικό δικαίωμα (άρθρο 4 Ν. 2121/1993), που αποσκοπεί να προστατεύσει τον προσωπικό δεσμό του δημιουργού με το έργο του και το οποίο αντιμετωπίζεται ως αντανάκλαση της προσωπικότητάς του.
Αποσαφηνίζοντας το θολό τοπίο, έχουν διατυπωθεί ποικίλες απόψεις, οι οποίες προσπαθούν να δώσουν λύση στον προβληματισμό του εάν ένα δημιούργημα, παραγόμενο με τη συμβολή της Τ.Ν. είναι δεκτικό πνευματικής ιδιοκτησίας και έτι περαιτέρω αν πρόκειται για έργο και σε ποιόν τελικά κατακυρώνεται η πατρότητα αυτού. Μια πρώτη άποψη υποστηρίζει πως το δημιούργημα αυτό πρέπει να θεωρηθεί ελεύθερο αγαθό προοριζόμενο για κοινή χρήση (public domain), αφού αυτό δεν είναι αποτέλεσμα διεργασίας φυσικού προσώπου. Αποδέχεται αυτή η άποψη, λοιπόν, ότι η μηχανή μπορεί να είναι αυτόνομος δημιουργός. Καθώς, όμως, δεν μπορεί το έργο να αποδοθεί σε φυσικό πρόσωπο, δεν αναγνωρίζεται σε κανέναν η πατρότητά του. Κατά μια δεύτερη άποψη, το έργο είναι παράγωγο, υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του Νόμου 2121/1993, του αρχικού software -σαν να είναι, δηλαδή, μια επεξεργασία του τελευταίου- και δημιουργός του θεωρείται ο δημιουργός του εκάστοτε προγράμματος ΑΙ. Μια τρίτη γνώμη αποδίδει το έργο στον ίδιο το χρήστη του προγράμματος, αφού το αποτέλεσμα είναι προϊόν προσωπικής επεξεργασίας του με εντολές και συγκεκριμένες οδηγίες. Αντιθέτως, μια τέταρτη θεώρηση υποστηρίζει ότι το ίδιο το λογισμικό (κατ’ ουσίαν το ρομπότ που ενσωμάτωσε το έργο) είναι ο δημιουργός, καθιερώνοντας ένα πλάσμα, με βάση το οποίο μόνο εμμέσως ανήκει και στο χρήστη αυτού. Μια πέμπτη άποψη χορηγεί ισότιμη πατρότητα του έργου, τόσο στο δημιουργό του software όσο και στο χρήστη, ως συνιδιοκτησία αυτών, εφόσον υπάρχει αιτιώδης συμβολή και των δύο. Τέλος, υποστηρίζεται η θέση πως, εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 2 του Νόμου 2121/1993 για το πνευματικό δημιούργημα, θα μπορούσε αυτό να προστατευθεί είτε με τις διατάξεις του Δικαίου της Ευρεσιτεχνίας (Ν. 1733/1987) είτε ως βιομηχανικό σχέδιο ή ως υπόδειγμα (Π.Δ. 259/1997).
Μελετώντας κάποιος τις παραπάνω θέσεις, μπορεί να τάσσεται υπέρ μίας από αυτές. Ωστόσο, η τρίτη προσέγγιση, η οποία αφενός αναγνωρίζει δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας σε δημιούργημα από πρόγραμμα Τ.Ν., αφετέρου κατακυρώνει την πατρότητα στον εκάστοτε χρήστη του προγράμματος φαίνεται να είναι μεθοδολογικά ορθότερη. Συναφώς, κρίσιμες είναι οι ακόλουθες παρατηρήσεις:
Σχετικά με την προέλευση του έργου από άνθρωπο, υποστηρίζεται ότι είναι ανεκτή η αξιοποίηση τεχνικών μέσων από ένα φυσικό πρόσωπο για την παραγωγή έργου, χωρίς αυτό να τού αποστερεί την ιδιότητα του δημιουργού, αρκεί, ωστόσο, να έχει συλλάβει το βασικό σχέδιο. Βέβαια, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τελικώς τα προγράμματα Τ.Ν. συνιστούν ουσιαστικά αλγοριθμικά συστήματα, δηλαδή, αποτελούν μια σειρά υπολογιστικών βημάτων, τα οποία και εκτελούν βάσει εντολών που ο χρήστης υπαγόρευσε, αποσκοπώντας στην επίλυση ενός προβλήματος, το οποίο ο ίδιος έθεσε. Η Τ.Ν., εξάλλου, δε διαθέτει δική της δημιουργική βούληση και το αποτέλεσμα είναι απόρροια ανθρώπινης καθοδήγησης. Πρόκειται, λοιπόν, απλώς για ένα εργαλείο. Αυτό γίνεται ακόμη πιο σαφές αν κάνουμε έναν παραλληλισμό με μια φωτογραφική μηχανή. Δεν είναι αυτή ο δημιουργός της φωτογραφίας που τραβήχτηκε, αλλά ο φωτογράφος που αξιοποίησε τις γνώσεις και το ταλέντο του. Κατά τον ίδιο τρόπο, και η Τ.Ν. συνιστά απλώς το μέσο για την επίτευξη σκοπού και ο χρήστης της παραμένει δημιουργός.
Σε δεύτερο στάδιο, πρόβλημα ανακύπτει ως προς την πρωτοτυπία του δημιουργήματος. Κρίνεται, λοιπόν, σκόπιμο να γίνει μια διάκριση: Αν οι εντολές είναι συγκεκριμένες και σαφείς, ο χρήστης θέτει παραμέτρους και προβαίνει σε επεξεργασία, τότε συντρέχει και το κριτήριο της πρωτοτυπίας, αφού τελικώς το όποιο δημιούργημα είναι αποτέλεσμα προσωπικής έκφρασης και επιλογής. Στο τελευταίο κατέληξε και το Beijing Internet Court (BIC) της Κίνας στις 27 Νοεμβρίου 2023, όταν για πρώτη φορά χορηγήθηκε δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας σε έργο παραγόμενο από Τ.Ν.. Σε αυτήν την υπόθεση ο εναγόμενος χρησιμοποίησε ως φωτογραφία εξωφύλλου, για διαφημιστικούς λόγους, μια φωτογραφία που είχε φτιάξει με ΑΙ ο ενάγων, την οποία είχε δημοσιεύσει σε κινεζικό μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Το δικαστήριο αναγνώρισε στην προκειμένη περίπτωση ότι η επίδικη φωτογραφία διέθετε πρωτοτυπία, αφού ο ενάγων-χρήστης έδωσε στο πρόγραμμα ΑΙ επαρκείς οδηγίες και περιγραφές της φιγούρας που ήθελε να φτιάξει, θέτοντας παραμέτρους, προσαρμόζοντας και τροποποιώντας την, μέχρι να φτάσει σε σημείο να προσεγγίζει την ιδέα που είχε συλλάβει.
Αν, αντιθέτως, η εντολή που θα δοθεί από το χρήστη είναι γενική και αφηρημένη και λ.χ. λάβει τη μορφή «Γράψε ένα μελαγχολικό τραγούδι!», τότε ελλείπει η προσωπική σφραγίδα του δημιουργού, ενώ με βάση το κριτήριο της στατικής μοναδικότητας μπορεί να προκύψει ένα όμοιο αποτέλεσμα υπό παρόμοιες συνθήκες και από κάποιον άλλο χρήστη. Αυτό γίνεται ακόμη πιο σαφές αν κάποιος αναλογιστεί ότι ένα δημιούργημα δίχως αισθητική κρίση και χωρίς να έχουν προηγηθεί εξατομικευμένες οδηγίες, οι οποίες θα κατατείνουν στη βελτίωση του τελικού αποτελέσματος, δεν μπορεί να υπερβεί τα απλώς μηχανικά αποτελέσματα ενός συστήματος προγραμματισμού.
Συμπερασματικά, όπως γίνεται ευλόγως κατανοητό, οι προκλήσεις στο Δίκαιο της Πνευματικής Ιδιοκτησίας είναι μεγάλες δεδομένης της αξιοποίησης της Τ.Ν. στη δημιουργία έργων και προς το παρόν δεν υπάρχει σαφές και πλήρες νομικό πλαίσιο που να επιλύει τις όποιες προβληματικές. Παρ’ όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου, δεδομένου ότι ο άνθρωπος -ως χρήστης- είναι αυτός που δίνει εντολές και κατευθυντήριες γραμμές στο πρόγραμμα Τ.Ν., εξ αυτού του λόγου, μπορεί κατ’ αρχήν να θεωρείται δημιουργός. Αν δε οι εντολές είναι λεπτομερείς και σαφείς με συνακόλουθες τροποποιήσεις του αποτελέσματος, οι οποίες να βασίζονται σε μια αρχική ιδέα που είχε συλληφθεί, το εκάστοτε δημιούργημα διακρίνεται και από πρωτοτυπία, γεγονός, ωστόσο, που μόνο ad hoc μπορεί να κριθεί. Συνεπώς, υφίσταται έργο υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Νόμου 2121/1993, κατ’ επέκταση αυτό είναι δεκτικό πνευματικής ιδιοκτησίας και η πατρότητά του πρέπει να ανήκει σε εκείνον που προέβη σε εκείνες τις ενέργειες. Δεδομένου και του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα του συγκεκριμένου κλάδου Δικαίου, η μηχανή δε θα μπορούσε να θεωρείται ο δημιουργός ούτε βέβαια και ο σχεδιαστής του προγράμματος, αφού ούτε συμμετείχε ούτε είχε πρόθεση δημιουργίας συγκεκριμένου έργου.
Βιβλιογραφία:
Κ. Χριστοδούλου, Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας, 2η έκδοση, 2023, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.
Πηγή: Νομικός Παλμός

















