Γράφει ο Λέανδρος Τ. Ρακιντζής, Αρεοπαγίτης ε.τ.
Στο πλαίσιο της έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την ποινική ευθύνη βουλευτών για παρεμβάσεις στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο Υπουργός κ. Άδωνις Γεωργιάδης έκανε δημόσια την εξής δήλωση «Το ρουσφέτι δεν πρέπει να έχει ποινικές κυρώσεις, καμία πράξη που έχει έρθει στη Βουλή για τους 13 δεν είναι παράνομη». Η δήλωση έγινε viral στο διαδίκτυο και ΜΜΕ, προκάλεσε πλήθος σχολίων, συζητήσεων και ερωτημάτων. Συνεπώς απαιτείται μια αντικειμενική τοποθέτηση του τι είναι ρουσφέτι σε όλες τις παραμέτρους και χωρίς κομματικές παρωπίδες. Νομίζω ότι η δήλωση αυτή αποτελεί προσωπική άποψη του κ. Γεωργιάδη, διότι η Βουλή με 285 ψήφους αποφάσισε την άρση της ασυλίας των 13 βουλευτών, που σημαίνει αναγνώριση της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των αποτελεσμάτων της έρευνάς της, δεν σημαίνει όμως ούτε απαγγελία κατηγορίας κατά των βουλευτών ούτε καταδίκη τους, που θα αποφασισθεί από τα εθνικά δικαστήρια, αλλά μόνο παροχή αδείας για τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων σε βάρος τους.
Το ρουσφέτι, που προέρχεται από τη τουρκική λέξη rusvet (δωροδοκία), αναφέρεται, κατά την επικρατούσα στην ελληνική κοινωνία έννοια, ως μια παροχή ή εξυπηρέτηση από άνθρωπο με εξουσία, ιδίως πολιτικό, σε πολίτη με αντάλλαγμα συνήθως την πολιτική υποστήριξη ή την ψήφο. Σαφώς αποτελεί πράξη πολιτικής διαφθοράς, γιατί σύμφωνα με τον διεθνώς αποδεκτό ορισμό της Διεθνούς Τράπεζας, «Διαφθορά είναι η κατάχρηση δημοσίου αξιώματος για ιδιωτικό όφελος». Μολονότι το ρουσφέτι χρησιμοποιείται σε όλο το δημόσιο τομέα για να επιτύχουμε μια εξυπηρέτηση συνήθως με τη λέξη ρουσφέτι εννοούμε την εξυπηρέτηση που γίνεται από κάποιον υπουργό ή βουλευτή κυρίως για διορισμό ή παρέμβαση σε δημόσια υπηρεσία και αυτό το ρουσφέτι υπερασπίζεται ο κ. Γεωργιάδης με τη δήλωσή του.
Το ρουσφέτι κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας, όπου ο ραγιάς εξασφάλιζε την εύνοια του Τούρκου αφέντη ή του κοτζαμπάση με ένα ρεγάλο, πρακτική που συνεχίστηκε και μετά τη ανακήρυξη του ελληνικού κράτους με αιτήματα των πολιτών στους πολιτικούς συνήθως για διορισμό στο δημόσιο με αντάλλαγμα την ψήφο του, ακόμα και της οικογένειάς του. Σιγά-σιγά σχηματίστηκαν τα πολιτικά κόμματα, που στην αρχή ήταν αρχηγικά και εξακολουθούν να είναι, αν και πλην εξαιρέσεων ψευδεπίγραφα αυτοπροσδιορίζονται ως κόμματα με πολιτική κατεύθυνση.
Η στρατολόγηση των οπαδών γίνεται στην περιφέρεια από διαφόρους κομματάρχες τύπου “Γκρουέζα” με αντάλλαγμα το ρουσφέτι ή την υπόσχεση για ρουσφέτι, ενώ σε μεγάλες πόλεις βάση του οικονομικού συμφέροντος, γι’ αυτό και οι προεκλογικές παροχές, ή από ιδεολογία και σε κάθε περίπτωση δημιουργήθηκε το πελατειακό κράτος. Φυσικά για τη συντήρηση ενός κόμματος απαιτούνται χρήματα, που εξευρίσκονται, αν δεν επαρκεί η κρατική επιχορήγηση, από μεγάλους χορηγούς, που ζητούν και μεγάλα ρουσφέτια.
Όμως για τη σωστή λειτουργία της Δημοκρατίας είναι απαραίτητη η ύπαρξη και η ενεργή συμβολή των πολιτικών κομμάτων, που εξαρτώνται από τους βουλευτές και τα πολιτικά γραφεία τους, αλλά χρηματοδοτούνται από το κράτος με σκοπό την εξυπηρέτηση των αιτημάτων των πολιτών με προώθηση και παρεμβάσεις στη δημόσιες υπηρεσίες, κοινώς ρουσφέτια, αλλιώς σύμφωνα με τη πρόταση του κ. Γεωργιάδη «πολιτική διαμεσολάβηση».
To ρουσφέτι από άποψη συνταγματικής νομιμότητας είναι παράνομο για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων γιατί συνιστά προσβολή της ισότητας ενώπιον των νόμων (αρθ.4 παρ.1 Συντάγματος) ειδικότερα, της ισότητας κατά την εφαρμογή των νόμων ενώπιον της Δημόσιας Διοίκησης και ΟΤΑ , αλλά και της πολιτικής ισότητας ( αρθ.1Σ.), γιατί καταλύει την ισότητα του εκλέγεσθαι καθώς εισάγει ένα πεδίο αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των υποψήφιων βουλευτών και του κράτους δικαίου (αρθ.25 παρ.1) ιδίως όσον αφορά τις παροχές υπηρεσιών δημοσίας υγείας.
Το ρουσφέτι αυτοτελώς δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα, αλλά μπορεί να αποτελέσει γενεσιουργό αιτία σε εμπλοκή του πολιτικού σε ποινικό αδίκημα με διάφορες μορφές συμμετοχής, με συνηθέστερη της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος, που τελέστηκε από δημόσιο όργανο ή δημόσιο υπάλληλο. Δεν γνωρίζω ποιες ποινικές κατηγορίες μπορεί να αποδοθούν στους 13 βουλευτές της Ν.Δ., των οποίων άρθηκε η ασυλία. Από τις δημοσιογραφικές πληροφορίες συνάγω ότι πιθανόν να τους ασκηθεί ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος των υπαλλήλων που ενέκριναν παράνομες πληρωμές στον ΟΠΕΚΕΠΕ και με τους οποίους είχαν αυτοί ή στελέχη τους τηλεφωνική επαφή.

















