* Ο Δημήτρης Αναστασόπουλος είναι δικηγόρος, Πρόεδρος της Ενωσης Νομικών e-Θέμις, τ. Σύμβουλος ΔΣΑ
Πότε οι συνθήκες θα είναι ώριμες για την κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματός μας, το οποίο ορίζει ότι η Βουλή έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διατέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή υφυπουργοί, για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους; Θα πρέπει μήπως να ωριμάσουμε πρώτα ως λαός για μια τέτοια θεσμική μεταρρύθμιση ή τελικά η ωρίμανσή μας αυτή θα προέλθει μέσω (και) αυτής της αλλαγής; Και τελικά τι είναι ορθότερο να γίνει, να καταργηθεί τελείως το εν λόγω άρθρο ή μήπως να τροποποιηθεί (για ακόμα μια φορά);
Στον δημόσιο λόγο τα ερωτήματα αυτά έρχονται ξανά και ξανά, άλλοτε από τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου, άλλοτε από θεσμικούς παράγοντες και συχνά και από τους πολίτες. Ωστόσο δεν πρόκειται για μια καινούργια συζήτηση. Αντιθέτως, είναι όσο παλιά είναι και το ίδιο το Σύνταγμα μας. Για την ακρίβεια, όσο χρονολογούνται και οι ρίζες του άρθρου 86, οι οποίες ανευρίσκονται ήδη στα πρώτα επαναστατικά Συντάγματα της χώρας μας. Και οι ρίζες αυτές έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά ανθεκτικές, παρά το γεγονός ότι αφενός έχει αμφισβητηθεί η διάταξη αυτή όσο λίγες άλλες διατάξεις του Συντάγματος, διαχρονικά, και αφετέρου έχει αναθεωρηθεί ομοίως όσο λίγες.
Και, βεβαίως, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι δεν πρόκειται για ελληνική πρωτοτυπία. Αντιθέτως, υποστηρίζεται ότι η ύπαρξη μιας τέτοιας ειδικής διαδικασίας, όπου την αρμοδιότητα για την αναζήτηση ευθυνών στους εκάστοτε κρατούντες την έχουν οι…. εκάστοτε κρατούντες, προέρχεται από τη βρετανική πολιτική παράδοση, όπου υπήρχε το «αλάθητο» του Βασιλιά (the King can do no wrong). Η ιστορική αυτή βρετανική παράδοση μεταλαμπαδεύτηκε αργότερα, υπό διάφορες μορφές της, τόσο στην Αμερική όσο και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπου κάποιου είδους ρόλο διατηρεί το εκάστοτε κοινοβούλιο στα περισσότερα ευρωπαϊκά συνταγματικά συστήματα. Η αλήθεια πάντως είναι ότι τα τελευταία χρόνια η τάση στην Ευρώπη, τουλάχιστον στις «δυτικού τύπου» κοινωνίες, είναι προς την απλοποίηση της σχετικής διαδικασίας και τον δραστικό περιορισμό της επιρροής των πολιτικών στην αναζήτηση ποινικών ευθυνών των μελών των κυβερνήσεων, όπως ήδη πλέον έχει συμβεί σε χώρες όπως η Βρετανία, η Γερμανία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία κ.α.
Η τάση αυτή δεν έχει αφήσει αδιάφορη ούτε τη χώρα μας, αφού από το Σύνταγμα του 1975 και έπειτα έχουν γίνει τροποποιήσεις στο άρθρο 86, κάποιες φορές στην κατεύθυνση της θέσπισης ενός πιο αναβαθμισμένου θεσμικού πλαισίου, που θα παρέχει μια καλύτερη, πιο δημοκρατική, έξωθεν καλή μαρτυρία αλλά και κάποιες άλλες φορές περιορισμού της δυνατότητας διερεύνησης τυχόν ποινικών ευθυνών μελών της κυβέρνησης.
Στην πρώτη περίπτωση θα μπορούσε να πει κανείς ότι ανήκει η πρόβλεψη συμμετοχής και Συμβούλων Επικρατείας στη σύνθεση του Ειδικού Δικαστηρίου, των οποίων η γνώση του δημοσίου δικαίου κρίθηκε σημαντική για την εξέταση της αντικειμενικής υπόστασης των διερευνώμενων αδικημάτων. Επίσης, κατά την αναθεώρηση του 2001, οπότε και υπήρξαν εκτεταμένες αλλαγές στο άρθρο 86, με εισηγητή της τότε πλειοψηφίας τον Ευάγγελο Βενιζέλο, αποσαφηνίστηκαν αρκετά ζητήματα που έχρηζαν ρητής διατύπωσης, όπως π.χ. έγινε με τη ρητή αναφορά στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής για την άσκηση δίωξης, ενώ αποτυπώθηκαν με μεγαλύτερη σαφήνεια οι φάσεις όλης της διαδικασίας, όπως π.χ. έγινε με την πρόβλεψη πρότασης από τουλάχιστον 30 βουλευτές για την άσκηση δίωξης από τη Βουλή και απόφαση της Βουλής με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών (151) για την αποδοχή της πρότασης άσκησης δίωξης.
Παράλληλα, όμως, κατά την ίδια αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε η «επαίσχυντη» ρύθμιση για την ειδική αποσβεστική προθεσμία, ήτοι της παραγραφής του διερευνώμενου αδικήματος αν η Βουλή δεν ασκήσει τη σχετική αρμοδιότητα της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος, περιορίζοντας έτσι πολύ τα χρονικά πλαίσια άσκησης της σχετικής αρμοδιότητας. Ακόμα, προστέθηκε η λέξη «αμελλητί» στην παράγραφο 2, ώστε να διαβιβάζονται άμεσα στη Βουλή στοιχεία που σχετίζονται με τέλεση αδικήματος από μέλη της κυβέρνησης και τα οποία προέκυψαν στο πλαίσιο κάποιας ανάκρισης, προανάκρισης κλπ, αφαιρώντας έτσι ρητά και κατηγορηματικά κάθε δυνατότητα ελέγχου τυχόν ευθυνών μελών της κυβέρνησης από την τακτική δικαιοσύνη. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι αλλαγές του άρθρου 86 κατά την αναθεώρηση του 2001 έλαβαν χώρα με ευρύτατη υπερκομματική πλειοψηφία 268 ψήφων. Ομοίως αξιοσημείωτο είναι και το ότι η πρόβλεψη της ειδικής αποσβεστικής προθεσμίας καταργήθηκε κατά την αναθεώρηση του 2019. Μάλλον δε θα μας εκπλήσσει ιδιαίτερα το γεγονός ότι διάφοροι από όσους υπερψήφισαν τις αλλαγές του 2001 εξαπέλυαν μετέπειτα μύδρους κατά εκείνων που κατήργησαν την ειδική αποσβεστική προθεσμία το 2019.
Μεγάλη ασφαλώς συζήτηση έχει προκαλέσει και η έννοια της «κατά» την άσκηση των καθηκόντων τους τέλεσης των αδικημάτων από τα μέλη της κυβέρνησης, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου. Αν, δηλαδή, αρκεί η όποια αξιόποινη πράξη να τελείται κατά τη χρονική διάρκεια της υπουργικής θητείας, αν θα πρέπει να σχετίζεται άμεσα με την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων χωρίς να αρκεί η χρονική σύμπτωση ή αν, τέλος, θα πρέπει η ίδια η πράξη, αυτή καθαυτή, να συνιστά μορφή άσκησης κυβερνητικής εξουσίας. Το ζήτημα αυτό αναδύθηκε άλλωστε πρόσφατα και κατά τη συζήτηση για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις διερευνώμενες ευθύνες μελών της κυβέρνησης σε αυτή. Βεβαίως, ορθότερη ερμηνεία του συνταγματικού νομοθέτη δεν μπορεί να είναι άλλη από την τρίτη. Με απλά λόγια, αν δεν μπορούσα να διαπράξω το αδίκημα αν δεν ήμουν μέλος της κυβέρνησης, τότε δεν υπάγομαι στη σφαίρα προστασίας του άρθρου 86.
Στην πράξη τώρα, οι περιπτώσεις που έφτασαν προς εκδίκαση στο Ειδικό Δικαστήριο βάσει του άρθρου 86, είναι στην πραγματικότητα πολύ λιγότερες από τις φορές που έχει απασχολήσει τη Βουλή η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου και ακόμα λιγότερες από τις φορές που διάφοροι, εντός ή εκτός Βουλής, έχουν επικαλεστεί την εφαρμογή του. Από την υπόθεση «Κοσκωτά» του 1989, την υπόθεση του «καλαμποκιού» του 1990 μέχρι και την υπόθεση «13-0» πρόσφατα, έχουμε διδαχτεί πολλά ως κοινωνία και ως δημοκρατία.
Αλλά ταυτόχρονα φαίνεται και να μην έχουμε διδαχτεί τίποτα. Πώς αλλιώς εξηγείται το γεγονός ότι για την κακοδαιμονία του πολιτικού μας συστήματος, για το «κουκούλωμα» των σκανδάλων, για όλα τα δεινά της δημοκρατίας μας, φταίει πάντα – δηλαδή για όσους κάθε φορά βρίσκονται εκτός κυβέρνησης – «ο νόμος περί ευθύνης υπουργών»; Αρα, αν καταργηθεί το άρθρο 86 θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στην πολιτική (στους πολιτικούς) και οι θεσμοί της δημοκρατίας μας θα λειτουργούν άψογα. Κανείς, δε, δεν θα ισχυριστεί ξανά ποτέ ότι τα σκάνδαλα «συγκαλύφθηκαν».
Είναι, όμως, αλήθεια έτσι; Είναι η αιτία της τόσο μεγάλης δυσπιστίας της κοινωνίας μας στην πολιτική η ύπαρξη της εν λόγω διάταξης; Ή μήπως τα αίτια είναι βαθύτερα και η ύπαρξη της διάταξης αυτής δίνει το άλλοθι μιας άνευ όρων και ορίων αμφισβήτησης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μας; Αν, δηλαδή, στην υπόθεση των Τεμπών δεν υπήρχε το άρθρο 86, και πάλι δε θα συνυφαινόταν ένα διαφορετικό σενάριο συγκάλυψης, αυτή τη φορά με την παρέμβαση – χειραγώγηση της τακτικής δικαιοσύνης από την κυβέρνηση; Και, πάντως, ακόμα και αν ισχύει το δεύτερο, που έτσι πιστεύω, μήπως τελικά έχει έρθει η ώρα κατάργησής του, ώστε να εκλείψει πλέον κάθε φύλλο συκής; Ή, καλύτερα, ώστε η πολιτική να μπορεί να αντιλέγει στην κάθε κριτική επί ίσοις όροις; Και αν όχι της κατάργησής του, σε κάθε περίπτωση της κατάργησης της δυνατότητας της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας να ορίζει το αποτέλεσμα.
Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πάντως δεν είναι εύκολη για κάθε σοβαρό συνομιλητή. Αν π.χ. στην υπόθεση των Τεμπών δεν υπήρχε πράγματι το άρθρο 86, θα ήμασταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε το δυσανάλογο και τοξικό βάρος που θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν οι τακτικοί δικαστές; Τις εκατοντάδες, αν όχι και χιλιάδες μηνύσεις που μετά βεβαιότητας θα κατατίθεντο σωρηδόν στις ανά την Ελλάδα Εισαγγελίες; Και στα ισάριθμα συνωμοσιολογικά σενάρια που θα εμφανίζονταν κάθε φορά με την απόρριψη κάθε μιας από τις μηνύσεις αυτές; Αυτή τη φορά με θύματα αυτών των σεναρίων και τους εισαγγελείς, τους τακτικούς δικαστές. Ήμασταν έτοιμοι ως κοινωνία να δούμε την τακτική δικαιοσύνη να σηκώνει αυτό το πρακτικό και ηθικό βάρος;
Ακριβώς, λοιπόν, επειδή η απάντηση δεν είναι εύκολη για αυτό τα κύρια συστημικά κόμματα είναι ιδιαίτερα φειδωλά και προσεχτικά στη συζήτηση περί κατάργησης του άρθρου 86, προτείνοντας κυρίως τρόπους περιορισμού του ρόλου της Βουλής και, ιδίως, της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Και πράγματι, αν τελικώς δεν επιλεγεί η πλήρης κατάργηση του άρθρου 86, οπωσδήποτε υπάρχουν τρόποι ώστε να εξασφαλιστεί η αξιοπιστία και η αντικειμενικότητα της όποιας, εν τέλει, ειδικής διαδικασίας επιλεγεί από την επόμενη αναθεωρητική Βουλή.
Καταρχάς, δεδομένου ότι το όποιο διερευνώμενο αδίκημα λαμβάνει χώρα κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, θα πρέπει να προβλεφθεί η διενέργεια σχετικής πραγματογνωμοσύνης, από τις αρμόδιες υπηρεσίες του δημοσίου, ώστε πριν την εξέταση του υποκειμενικού στοιχείου του αδίκου να διαπιστώνεται η στοιχειοθέτηση ή μη της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Αν, δηλαδή, υπήρξε ζημία του δημοσίου συμφέροντος ή όχι. Μια διαδικασία που μπορεί να ακολουθήσει το πρότυπο του κώδικα ποινικής δικονομίας, τόσο σε ό,τι αφορά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης όσο και σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα των υπόπτων τέλεσης αδικημάτων. Εξάλλου, το παράδειγμα της, έστω και καθυστερημένα εμφανισθείσας «έκθεσης Τυχεροπούλου», είναι εξαιρετικά χρήσιμο στην κατεύθυνση αυτή. Εν γένει, ιδίως στην περίπτωση της κατάργησης του άρθρου 86, θα πρέπει οπωσδήποτε να προβλεφθούν σοβαρές δικονομικές εγγυήσεις, που θα διασφαλίζουν την αξιοπιστία, αλλά και τη δημοκρατική νομιμοποίηση, του κοινοβουλίου.
Περαιτέρω, σίγουρα μπορεί να προβλεφθεί η ύπαρξη ειδικού δικαστικού συμβουλίου, με τη συμμετοχή δικαστών εγνωσμένης αξίας και εμπειρίας, που αφενός θα διενεργεί τη σχετική ανακριτική διαδικασία και αφετέρου θα αποφαίνεται και για την παραπομπή ή μη του διερευνώμενου σε δικαστήριο. Το αν η τελική απόφαση θα τελεί υπό την έγκριση της Βουλής και υπό ποια ακριβώς διαδικασία, αυτό σχετίζεται με το ζήτημα της πλήρους κατάργησης ή μη του άρθρου 86.
Οποια απάντηση εν τέλει και να δοθεί, αυτή θα πρέπει να έχει αποτελέσει προϊόν σοβαρής συζήτησης ανάμεσα στα κοινοβουλευτικά κόμματα. Τουλάχιστον ανάμεσα σε αυτά που φιλοδοξούν με αξιώσεις να κυβερνήσουν τον τόπο. Επιχειρήματα βάσιμα υπάρχουν υπέρ και κατά κάθε άποψης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η απάντηση θα πρέπει να είναι τέτοια που πλέον ουδείς θα μπορεί να έχει άλλοθι για τη συκοφάντηση της δημοκρατίας μας. Και που θα αποτελέσει την αιτία, ίσως αργά και με κόστος, επανασύνδεσης μέρους της κοινωνίας μας με την πολιτική.
** Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα protagon.gr και dikastiko.gr

















