Από την: Άννα Χουσιάδα, ασκούμενη δικηγόρο Αθηνών
Η πρόσφατη απόφαση υπ’ αριθ. 174/2024 του Αρείου Πάγου συνιστά ιδανική αφορμή για την εξέταση του φαινομένου της διάστασης απόψεων μεταξύ θεωρίας και νομολογίας αναφορικά με τον χαρακτήρα της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η συγκεκριμένη απόφαση αφορά μια υπόθεση αφαίρεσης χρημάτων από κοινό τραπεζικό λογαριασμό πρώην συζύγων. Με αφετηρία αυτά τα δεδομένα, το Ανώτατο Ακυρωτικό εξέτασε μια σειρά ζητημάτων που εγγίζουν το ουσιαστικό και το δικονομικό αστικό δίκαιο και, ιδίως, τον επικουρικό ή αυτοτελή χαρακτήρα της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού. Πέρα από τις διιστάμενες απόψεις επί του συγκεκριμένου θέματος, όμως, το ζήτημα αποκτά ευρύτερο ενδιαφέρον και εγείρει σημαντικά ερωτήματα ασφάλειας δικαίου.
Προτού προχωρήσουμε στην ανάλυσή της όμως, είναι σκόπιμη η σύντομη παράθεση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.
Πραγματικά περιστατικά
Τον Ιούνιο του 1985, η αναιρεσείουσα-εναγομένη και ο αναιρεσίβλητος-ενάγων τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν 16 τέκνα. 30 χρόνια αργότερα, το 2015, η εναγομένη εκδίωξε τον σύζυγό της από την οικογενειακή στέγη και κατέθεσε εις βάρος του αγωγή διαζυγίου. Κατά τη διάρκεια της συζυγικής τους συμβίωσης, ο ενάγων απασχολούνταν σε δύο εργασίες, ενώ η εναγομένη δεν δούλευε, είχε δε αναλάβει την αποκλειστική διαχείριση των οικονομικών της οικογένειας. Στο πλαίσιο αυτό, ο ενάγων της είχε εμπιστευτεί την φύλαξη των οικονομιών του, μέρος των οποίων προερχόταν από κληρονομική διαδοχή που ακολούθησε τον θάνατο της μητέρας του, αλλά και από την εκταμίευση από κοινό τραπεζικό λογαριασμό του ζευγαριού, υπό τον φόβο κατάρρευσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Επιπλέον, λίγες ημέρες πριν ο ενάγων εκδιωχθεί από τη συζυγική στέγη, η εναγομένη αφαίρεσε κρυφά και χωρίς τη συγκατάθεσή του ποσό από τον κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό. Συνολικά, η εναγομένη παρακρατούσε παράνομα χρηματικό ποσό ύψους 19.000 ευρώ, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντος.
Τα αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η ένδικη διαφορά μεταξύ των πρώην συζύγων, ξεκίνησε με την άσκηση του ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης το 2015. Αίτημα του ενάγοντος ήταν η απόδοση του συνόλου του προαναφερθέντος ποσού, βάση της αγωγής δε ήταν οι διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το έτος 2016, εκδόθηκε η οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμω και ουσία βάσιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η δε εναγομένη υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 19.000 ευρώ. Το έτος 2020, η εναγομένη άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο και δίκασε την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό. Πλην όμως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση.
Κατόπιν τούτων, ασκήθηκε το 2020 αίτηση αναίρεσης από την εναγομένη, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι το Εφετείο υπέπεσε σε πλημμέλεια κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, μολονότι, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Επικαλέστηκε, ως εκ τούτου, τον προβλεπόμενο στο αρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος αφορά την παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δε, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 577 παρ.1 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, το Ανώτατο Ακυρωτικό προέβη στην εξέταση της βασιμότητάς του κατ’ άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Ζητήματα Δικονομικού Δικαίου
Όπως προαναφέρθηκε, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε τον αναιρετικό λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ’ άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η εν λόγω διάταξη δε, όπως και το αρ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο έχει αντίστοιχο περιεχόμενο, προβλέπει έναν από τους σημαντικότερους λόγους αναίρεσης, εφόσον σύμφωνα με αυτή αναίρεση επιτρέπεται «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς». Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις προς τούτο, ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν ικανοποιούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, καθώς και τίθεται ζήτημα εσφαλμένης εφαρμογής τους. Η δε παραβίαση μπορεί να εκδηλωθεί είτε ως ψευδής ερμηνεία, είτε ως εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα δικαίου.
Πιο αναλυτικά, στη μεν πρώτη περίπτωση της ψευδούς ερμηνείας ο δικαστής της ουσίας αποδίδει στον νόμο νόημα διαφορετικό από εκείνο που στην πραγματικότητα έχει, χαρακτηρίζοντας για παράδειγμα ως υπερήμερο τον οφειλέτη της παροχής ετεροβαρούς συμβάσεως, ενώ δεν είχε ταχθεί σε αυτόν από τον αντισυμβαλλόμενό του εύλογη προθεσμία εκπλήρωσής της, κατά το άρθρο 383 ΑΚ. Στη δε δεύτερη περίπτωση της εσφαλμένη εφαρμογής, ο δικαστής ερμηνεύει μεν ορθά τον κανόνα δικαίου, πλην, όμως, τον εφαρμόζει εσφαλμένα, δηλαδή κάνει λάθος στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Διακρίνονται δε, δύο είδη εσφαλμένης υπαγωγής: στο πρώτο δεν εφαρμόζεται ο ορθώς ερμηνευθείς κανόνας, παρόλο που τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης υπάγονται σε αυτόν. Στο δεύτερο και διαμετρικώς αντίθετο είδος, εφαρμόζεται ο ορθώς ερμηνευθείς κανόνας, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, δεν υπάγονται σε αυτόν. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις πάντως, το σφάλμα εντοπίζεται στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου. Πρόκειται δε, κατ’ εξοχήν για σφάλμα που δύναται να ανακύψει κατά την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών, όπως για παράδειγμα, όταν το δικαστήριο κρίνει ότι ορισμένη δικαιοπραξία αντίκειται στα χρηστά ήθη, χωρίς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε να δικαιολογούν την υπαγωγή της σε αυτή την έννοια.
Τέλος, αξίζει περαιτέρω να επισημανθεί ότι ο προκείμενος αναιρετικός λόγος του αρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναφέρεται στην έλλειψη νομικής βάσης. Αντίθετα, αν το σφάλμα εντοπίζεται στη νόμιμη βάση της απόφασης και, συγκεκριμένα, αν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά περιγράφονται ατελώς, ελλιπώς ή ανεπαρκώς στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, έτσι ώστε να μην μπορεί να διακριβωθεί καν αν μπορούν ή όχι να υπαχθούν στον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, συντρέχει ο αναιρετικός λόγος του αρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Αντίστοιχα, για τις υ[αγόμενες στο αρ. 560 ΚΠολΔ αποφάσεις, εφαρμόζεται ο αναιρετικός λόγος του αρ. 560 αριθ. 6. εφαρμόζεται ο αναιρετικός λόγος των άρθρων 559 αριθ. 19 και 560 αριθ. 6.
Ζητήματα Ουσιαστικού Δικαίου
Προκειμένου ο Άρειος Πάγος να διακριβώσει εάν τα δικαστήρια ουσίας ερμήνευσαν και εφάρμοσαν σωστά ή όχι τη διάταξη περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, προέβη, καταρχάς, στην ερμηνεία της. Κατά τη θεμελιώδη διάταξη του αρ. 904 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ, «όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια». Ως αδικαιολόγητος πλουτισμός, νοείται η αύξηση της περιουσίας ενός προσώπου σε βάρος της περιουσίας κάποιου άλλου, χωρίς όμως να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις που δικαιολογούν την οριστική και μόνιμη διατήρηση του πλουτισμού αυτού από τον λήπτη. Είναι, δηλαδή, το αποτέλεσμα μιας περιουσιακής μετακίνησης, η οποία έχει μεν όλα τα τυπικά στοιχεία εγκυρότητας, πλην, όμως, στερείται ουσιαστικής δικαιολόγησης. Έτσι, θεμελιώνει νόμιμο νόμο ευθύνης με σκοπό την άμβλυνση των ανισοτήτων που ενδέχεται να προκύψουν από τέτοιες συναλλαγές και επιβάλλει στον λήπτη την ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης της ωφέλειας στον ζημιωθέντα. Αποτελεί δε βασική αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού ότι κατ’ αρχήν οφείλεται προς απόδοση μόνο ο σωζόμενος πλουτισμός είτε αυτούσιος είτε με τη μορφή κάποιου ανταλλάγματος. Τυχόν καταστροφή ή απώλειά του, λοιπόν, δεν γεννά κατ’ αρχήν αξίωση απόδοσης κατά το μέρος που ο πλουτισμός σώζεται. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού δε, αποτελούν η λήψη παροχής βάσει σύμβασης που ανατράπηκε (λόγω ακύρωσης, υπαναχώρησης, ανάκλησης κλπ.), η πλανημένη καταβολή ξένου χρέους με αποτέλεσμα την ελευθέρωση του πραγματικού οφειλέτη, η διάθεση, χρήση ή ανάλωση ξένου πράγματος ή δικαιώματος από τρίτο, καθώς και η απόκτηση ωφελημάτων από παράνομη ή ανήθικη σύμβαση ή από αδικοπραξία.
Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα παραδείγματα, γίνεται κατανοητό ότι ευθύνη από αδικαιολόγητο πλουτισμό προκύπτει κυρίως σε περιπτώσεις σύναψης αναιτιώδους σύμβασης. Στις περιπτώσεις αυτές, ο λήπτης μπορεί να έχει αποκτήσει ήδη δικαιώματα πάνω στο αγαθό που μετακινήθηκε, πλην όμως, να στερείται νόμιμης αιτίας για τη διατήρηση της σχετικής ωφέλειας. Με άλλα λόγια, υπάρχει μεν νόμιμη αιτία κτήσης του πλουτισμού, αλλά όχι διατήρησής του. Πάντως, ο θεσμός δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις σύναψης αναιτιώδους σύμβασης, καθώς, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, αδικαιολόγητος πλουτισμός μπορεί να προκύψει και από υλικές πράξεις, όπως η επέμβαση σε ξένη έννομη σφαίρα ή η πραγματοποίηση δαπανών προς όφελος ξένης περιουσίας.
Σε αντίθεση με άλλες έννομες τάξεις, το ελληνικό αστικό δίκαιο αναγνωρίζει μία ενιαία αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το άρθρο 904 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ λειτουργεί ως γενική ρήτρα και ως αυτοτελής κανόνας δικαίου, ο οποίος θεμελιώνει την αξίωση αυτή ανεξαρτήτως του ειδικότερου λόγου γέννησής της. Στο δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου απαριθμούνται ενδεικτικά ορισμένες από τις συνηθέστερες περιπτώσεις στις οποίες ανακύπτει αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, χωρίς όμως να θεσπίζονται αυτοτελείς ειδικές αξιώσεις με διαφορετικές προϋποθέσεις (όπως για παράδειγμα, η αχρεώστητη παροχή, η παροχή για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε και η παροχή για παράνομη ή ανήθικη αιτία). Το δεύτερο εδάφιο λειτουργεί επομένως, ως νομοθετική εξειδίκευση χαρακτηριστικών περιπτώσεων έλλειψης νόμιμης αιτίας και όχι ως αποκλειστική απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες μπορεί να γεννηθεί η σχετική αξίωση. Επομένως, κατά την ως άνω διάταξη, οι προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι οι εξής: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας και δ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας.
Ειδικότερα, ως πλουτισμός του υπόχρεου ορίζεται η θετική ή αποθετική επαύξηση της περιουσίας του είτε με αύξηση ενεργητικού είτε με μείωση παθητικού είτε με εξοικονόμηση δαπανών. Ως προς την επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, συνήθως, ο φορέας της περιουσίας θα είναι και ζημιωθείς και το αντίστροφο. Η προϋπόθεση συμπεριλήφθηκε στη διάταξη, ώστε να καλυφθούν εξαιρετικές περιπτώσεις που συντρέχει μόνο το ένα από τα δύο κριτήρια. Τέτοιες περιπτώσεις δε, είναι κυρίως η εκμετάλλευση ξένου περιουσιακού στοιχείου που θα παρέμενε ανεκμετάλλευτο από τον δικαιούχο (όπως για παράδειγμα είσοδος σε θεατρική παράσταση και κατάληψη κενής θέσης, χωρίς εισιτήριο, όπου υπάρχει πλουτισμός από την περιουσία άλλου χωρίς αντίστοιχη ζημία του).
Εν συνεχεία, ως προς την αιτιώδη συνάφεια μπορούν να λεχθούν τα εξής: υποστηρίζεται η άποψη ότι πρέπει να υπάρχει αμεσότητα, δηλαδή ο πλουτισμός να προέρχεται απευθείας από την περιουσία του ζημιωθέντα, χωρίς να παρεμβάλλεται η περιουσία τρίτου προσώπου. Ωστόσο, στο ελληνικό δίκαιο η προϋπόθεση της αμεσότητας δεν ερείδεται στον νόμο, εφόσον γίνεται λόγος περί αιτιώδους και όχι άμεσα αιτιώδους συνάφειας. Η αυστηρή εφαρμογή του κριτηρίου της αμεσότητας, ιδίως όταν θα είχε ως αποτέλεσμα την αποστέρηση από τον ζημιωθέντα της δυνατότητας αναζήτησης της ωφέλειας είτε από τον τρίτο είτε από τον αρχικώς πλουτίσαντα, λόγω απώλειας του πλουτισμού, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεπιεική αποτελέσματα.
Επιπροσθέτως, ειδική μνεία πρέπει να γίνει στην προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας. Πιο αναλυτικά, η νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού δεν ταυτίζεται με την έννοια της νόμιμης αιτίας των δικαιοπραξιών, αλλά είναι ευρύτερη. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, πλουτισμός μπορεί να προκύψει και από υλικές πράξεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι η γενική ρήτρα του άρθρου 904 ΑΚ, δεν εξειδικεύει το περιεχόμενο της έλλειψης νόμιμης αιτίας και συνεπώς, για τη διακρίβωσή της δεν αρκεί η αναζήτηση συγκεκριμένης ειδικής διάταξης, αλλά απαιτείται προσφυγή στο σύνολο της έννομης τάξης και στις θεμελιώδεις αξιολογήσεις που αποτυπώνονται στις επιμέρους ρυθμίσεις της. Έτσι, ως νόμιμοι λόγοι διατήρησης του πλουτισμού νοούνται (α) η βούληση του ζημιωθέντος για πλουτισμό του άλλου μέρους, (β) το αντάλλαγμα που έχει προσφέρει ο πλουτίσας προς τον ζημιωθέντα και (γ) ο νόμος, ο οποίος, σε ορισμένες περιπτώσεις, δικαιολογεί τη διατήρηση του πλουτισμού, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση καταβολής αχρεωστήτου εν γνώση του αχρεωστήτου χαρακτήρα της. Η προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας πληρούται, λοιπόν, αν δεν συντρέχει καμία από αυτές τις νόμιμες αιτίες διατήρησης.
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα υπόθεση έχει ο επικουρικός χαρακτήρας της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατά την κρατούσα άποψη, αυτή (ήτοι η αξίωση) μπορεί να ασκηθεί αφενός μόνο εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία (εκτός βέβαια εάν θεμελιώνεται σε διαφορετικά ή πρόσθετα πραγματικά περιστατικά) και αφετέρου, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας αγωγής, κατά το άρθρο 219 ΚΠολΔ. Με απλά λόγια, θεωρείται ότι έχει επικουρική φύση τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη.
Άμεση συνέπεια της υιοθέτησης αυτής της άποψης, είναι η απόρριψη της αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού ως νόμω αβάσιμης, εάν αυτή στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία. Τούτο δε διότι, εφόσον υφίσταται σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να στηρίξει τις αξιώσεις του σε αυτή την απαίτηση και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η επικουρικότητα της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού δε, συνιστά ενδεχομένως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αντίθεσης των απόψεων νομολογίας και θεωρίας. Κατά την τελευταία, ο υποτιθέμενος επικουρικός χαρακτήρας της αξίωσης δεν προκύπτει ούτε από το γράμμα ούτε από τον σκοπό του νόμου. Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ καθιερώνει αυτοτελή, θεμελιώδη και αυτοδύναμη απαίτηση, η οποία μπορεί να εφαρμοσθεί άνευ ετέρου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πραγματικού της. Αυτό σημαίνει ότι, όταν συντρέχουν παράλληλα και οι προϋποθέσεις εφαρμογής άλλης διάταξης, υφίσταται καταρχήν συρροή μεταξύ τους η οποία έγκειται στο ότι αμφότερες (οι αξιώσεις) μπορούν να ασκηθούν αυτοτελώς, καθεμία σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες· ωστόσο, επειδή αποβλέπουν στον ίδιο οικονομικό σκοπό, η ικανοποίηση της μίας επιφέρει την απόσβεση και της άλλης. Αν όμως η μία διάταξη θεωρηθεί ειδική της άλλης, εφαρμόζεται μόνο αυτή βάσει της αρχής της ειδικότητας. Πρέπει, συνεπώς να διερευνηθεί αν υφίσταται σχέση ειδικότητας μεταξύ, αφενός, των διατάξεων για την ενδοσυμβατική και την αδικοπρακτική ευθύνη και, αφετέρου, εκείνων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Ως προς τη σχέση ενδοσυμβατικής ευθύνης και ευθύνης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η πρώτη καταρχήν αποκλείει την εφαρμογή του αρ. 904 ΑΚ. Αυτό δεν οφείλεται σε σχέση ειδικότητας μεταξύ των σχετικών διατάξεων, αλλά στο γεγονός ότι οι προϋποθέσεις γέννησης των αντίστοιχων αξιώσεων είναι αμοιβαίως αποκλειόμενες, ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για πραγματική συρροή. Μόνο σε περίπτωση ανατροπής της σύμβασης παύει αυτή να συνιστά νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού, οπότε και γεννάται υποχρέωση απόδοσής του. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει για την αξίωση από αδικοπραξία, η οποία συνεπάγεται τόσο την πρόκληση ζημίας όσο και την έλλειψη νόμιμης αιτίας διατήρησης του πλουτισμού. Επομένως, σε ουσιαστικό επίπεδο, οι αξιώσεις των αρ. 904 και 914 ΑΚ συρρέουν πραγματικά.
Διαφορετικό είναι ωστόσο, το ζήτημα της δικονομικής επικουρικότητας. Ειδικότερα, μια αξίωση ασκείται επικουρικά, όταν ο ενάγων την επικαλείται ζητώντας από το δικαστήριο να ερευνήσει τη βασιμότητά της μόνο σε περίπτωση απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής. Η αξίωση από το αρ. 904 ΑΚ πράγματι ασκείται συχνά ως επικουρική βάση μιας αγωγής, δηλαδή ως έσχατο μέσο δικαστικής προστασίας, αλλά η δυνατότητα επίκλησης κατά τρόπο επικουρικό της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν επηρεάζει τον αυτοτελή και αυτοδύναμο χαρακτήρα του από άποψη ουσιαστικού δικαίου, καθώς, αν ο ενάγων το επιθυμεί, μπορεί να προσφύγει κατευθείαν σε αυτό το βοήθημα. Σημειωτέον, ότι η επικουρική σώρευση της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού μπορεί να υπαγορεύεται από διαφορετικούς λόγους, ανάλογα με την κύρια βάση της αγωγής. Σε περίπτωση αγωγής λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης δε, η αξίωση του αρ. 904 ΑΚ προβάλλεται επικουρικά, επειδή ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν καλύπτει κατ’ ανάγκη το σύνολο της ζημίας που υπέστη ο ενάγων, αλλά περιορίζεται στον σωζόμενο πλουτισμό. Επομένως, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η θεωρία διακρίνει σαφώς τα όρια μεταξύ των ζητημάτων της ουσιαστικής και δικονομικής επικουρικότητας της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον στη μεν πρώτη περίπτωση απορρίπτεται η σχετική άποψη, στη δε δεύτερη γίνεται δεκτό ότι εναπόκειται στην ευχέρεια του ενάγοντος να την επιλέξει.
Η Απόφαση του Αρείου Πάγου
Επί του παρόντος, το Ανώτατο Ακυρωτικό έκρινε ότι η αναιρεσείουσα, παρακρατώντας παράνομα το ποσό των 19.000 ευρώ και αρνούμενη να το αποδώσει, ζημίωσε παράνομα και υπαίτια τον αναιρεσίβλητο και και υπείχε αδικοπρακτική ευθύνη. Εν προκειμένω, η αξίωση από αδικοπραξία συνεπάγεται και έλλειψη νόμιμης αιτίας διατήρησης του ληφθέντος πλουτισμού εκ μέρους της αναιρεσείουσας. Επομένως, η υπό εξέταση υπόθεση αποτελεί μια περίπτωση συρροής αδικοπρακτικής ευθύνης και ευθύνης από αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Ωστόσο, ακολουθώντας την πάγια νομολογία περί του επιβοηθητικού χαρακτήρα της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, το Δικαστήριο όρισε ότι η αναζήτηση του ποσού αυτού εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου δεν εδύνατο να γίνει το πρώτον με την άσκηση της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αντιθέτως, καθώς πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του αρ. 914 ΑΚ, η κύρια βάση του αιτήματος του έπρεπε να είναι η αδικοπρακτική ευθύνη και μόνο επικουρικά, τόσο από ουσιαστική όσο και δικονομική άποψη, μπορούσε να προβληθεί το επιχείρημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού της αναιρεσείουσας. Κατά συνέπεια, το Ανώτατο Ακυρωτικό έκρινε ότι τα δικαστήρια της ουσίας υπέπεσαν σε νομικό σφάλμα με την αποδοχή των αιτημάτων του αναιρεσιβλήτου ως στηριζόμενα στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατ’ ακολουθίαν, ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος της μη ορθής εφαρμογής και ερμηνείας της διάταξης του αρ. 904 ΑΚ κρίθηκε βάσιμος, η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε. Στη συνέχεια, η υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση κατ’ άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Συμπεράσματα
Η εν λόγω απόφαση εντάσσεται στον εκτενή κύκλο της νομολογίας του Αρείου Πάγου που υποστηρίζει τον επικουρικό χαρακτήρα της αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Την ίδια στιγμή, παρά τη σταθερή προσήλωση των δικαστηρίων στην εν λόγω προσέγγιση, στη θεωρία φαίνεται να εδραιώνεται ολοένα και περισσότερο η αντίθετη άποψη, η οποία αναγνωρίζει τον αυτοτελή και αυτοδύναμο χαρακτήρα της επίμαχης αξίωσης. Αναμφίβολα, η συνύπαρξη αντικρουόμενων θεωρητικών και νομολογιακών προσεγγίσεων δεν είναι μόνο αναπόφευκτη αλλά συχνά και γόνιμη, καθώς ευνοεί την ανάπτυξη ουσιαστικού επιστημονικού διαλόγου μεταξύ θεωρίας και νομολογίας και λειτουργεί ως εφαλτήριο για την διερεύνηση των εν λόγω ζητημάτων. Εντούτοις, ο τελικός προσανατολισμός μιας τέτοιας αντιπαράθεσης θα πρέπει να είναι η σταδιακή σύγκλιση και όχι η διεύρυνση των υφιστάμενων αποκλίσεων. Όταν, επί μακρόν, θεωρία και νομολογία παραμένουν σε διαρκή απόκλιση, χωρίς ενδείξεις προσέγγισης, διακυβεύεται η ασφάλεια δικαίου, με άμεσες συνέπειες τόσο στην απονομή της δικαιοσύνης όσο και στην καθημερινότητα των πολιτών. Χαρακτηριστική είναι και η εξεταζόμενη περίπτωση, όπου μία υπόθεση που στηρίχθηκε στη μία θεωρητική εκδοχή ανατράπηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου, εξαιτίας της υιοθέτησης της αντίθετης άποψης. Κατά συνέπεια, καθίσταται αναγκαία η σταδιακή άμβλυνση των υφιστάμενων διαφορών, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνοχή και η προβλεψιμότητα του δικαίου.
Πηγές:
Βιβλιογραφία
Σταθόπουλος Μιχ. Π. Επιτομή Γενικού Ενοχικού Δικαίου (2η Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2016) σελ. 325 – 347.
Γεωργιάδης Α. Σ. Εγχειρίδιο Ειδικού Ενοχικού Δικαίου (1η Έκδοση, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, 2014) σελ. 591 – 613.
Γεωργιάδης Α. Σ. Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου (5η Έκδοση, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, 2019) σελ. 247 – 251.
Νίκας Νικόλαος Θ. Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας (4η Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2022) σελ. 450 – 453, 1037 – 1045.
Κλαμαρής Ν. Κ., Κουσούλης Σ. Ν., Πανταζόπουλος Σ. Σ. Πολιτική Δικονομία (4η Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2022) σελ. 561 – 563.

















