Από την Μαρία Καιλίδου, προπτυχιακή φοιτήτρια της Νομικής Σχολής Αθηνών
Υπάρχουν πολλές απόψεις τόσο στη διεθνή όσο και στην ελληνική θεωρία ως προς το αντικείμενο προστασίας του δικαίου του ανταγωνισμού. Εντούτοις, κατά την κρατούσα άποψη τα άρθρα 102 ΣΛΕΕ και 2 του Ν. 3959/2011 προστατεύουν τον ανταγωνισμό ως θεσμό, η στρέβλωση του οποίου έχει ως συνέπεια την πρόκληση ζημίας στους καταναλωτές και γενικότερα στην οικονομία -όχι όμως ως προς την οικονομική ελευθερία των ανταγωνιστών της δεσπόζουσας επιχείρησης.[1] Ο διαχωρισμός της επιχειρηματικής επιτυχίας από την καταχρηστική δεσπόζουσα συμπεριφορά παραμένει δυσχερής, εφόσον τα όρια μεταξύ μιας θεμιτής και μιας αθέμιτης πρακτικής είναι ιδιαίτερα δυσδιάκριτα, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη νομολογιακή εξειδίκευσή τους.
Στο πλαίσιο αυτό, με την υπ’ αριθμόν 1238/2024 απόφαση του Α1 τμήματος του Αρείου Πάγου ζητήθηκε όπως το Ανώτατο Ακυρωτικό αποφανθεί επί της συνδρομής των προϋποθέσεων υπό τις οποίες η οικονομική ισχύς μιας επιχείρησης μπορεί να μετατραπεί σε μέσο στρέβλωσης του θεσμού του ανταγωνισμού. Η εν λόγω απόφαση αποτελεί σημαντική συμβολή στην ελληνική νομολογία διότι πρώτον, μέσω αυτής αποδεικνύεται πως δεν αρκεί η ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών, αλλά απαιτείται και η τυπική πληρότητα του δικογράφου μιας αγωγής, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία του ανταγωνισμού. Δεύτερον, επιβεβαιώνεται ότι η κατάχρηση δεν τεκμαίρεται από την ύπαρξη μονοπωλίου, αλλά απαιτείται να αποδειχθεί πως δεν εξυπηρετείται νόμιμος επιχειρηματικός σκοπός συνεπεία του οποίου θίγεται ο ανταγωνισμός. Η εν λόγω απόφαση, ωστόσο, δεν κατάφερε να προχωρήσει στην κατ’ουσίαν εξέταση των προϋποθέσεων κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, αφού η αγωγή απορρίφθηκε ως νομικά αόριστη. Προκειμένου δε να καταστούν κατανοητά τα όρια των καταχρηστικών πρακτικών των επιχειρήσεων σε δεσπόζουσα θέση, θα προηγηθεί μια ανάλυση των πραγματικών περιστατικών μέσω των οποίων θα διαφανεί το σκεπτικό του δικαστηρίου στο οποίο θεμελιώθηκε η εν λόγω κρίση.
2. Πραγματικά περιστατικά
Ο ενάγων είναι επαγγελματίας εφημεριδοπώλης με την αντίστοιχη άδεια άσκησης επαγγέλματος με αριθμό 783. Από το 1977, είναι μέλος της Ένωσης Εφημεριδοπωλών Αθηνών και από το 1978 ασφαλισμένος στο Ταμείο Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων (ΤΣΕΥΠ). Για 33 συνεχόμενα έτη, από το 1978 έως τις 2.7.2011, ασκούσε την επαγγελματική του δραστηριότητα σε μια συγκεκριμένη περιοχή της Αθήνας· παραλάμβανε καθημερινά εφημερίδες και περιοδικά από πρακτορεία διανομής, τα διένειμε σε σημεία πώλησης και προμήθευε με αυτά δημόσιες υπηρεσίες με τις οποίες είχε συνάψει ετήσιες συμβάσεις προμήθειας που ίσχυαν για το διάστημα 1.1.2011 – 31.12.2011. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η διανομή εφημερίδων και περιοδικών στην Ελλάδα πραγματοποιούνταν αποκλειστικά μέσω δύο πρακτορείων, ονόματι «ΕΥΡΩΠΗ ΑΕ» και «ΑΡΓΟΣ ΑΕ», αντιστοίχως, τα οποία ανέλαβαν την πρακτόρευση και διανομή του έντυπου Τύπου σε όλη τη χώρα μετά τη διακοπή λειτουργίας δύο προηγούμενων πρακτορείων. Κατά τον ενάγοντα, τα δύο πρακτορεία κατείχαν το σύνολο της αγοράς διανομής Τύπου, δηλαδή αποτελούσαν ουσιαστικά μονοπωλιακό δίκτυο διανομής ενώ μέτοχοί τους ήταν οι περισσότερες μεγάλες εκδοτικές επιχειρήσεις.
Στις 2.3.2011 δημοσιεύθηκε ο Ν. 3919/2011, με τον οποίο επήλθε απελευθέρωση πολλών επαγγελμάτων, μεταξύ των οποίων και αυτού του εφημεριδοπώλη. Με τον νόμο αυτό, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων οι γεωγραφικοί περιορισμοί άσκησης του επαγγέλματος, ο περιορισμένος αριθμός αδειών, η υποχρεωτική αυτοπρόσωπη άσκηση και οι προκαθορισμένες αμοιβές. Οι αλλαγές αυτές δε, ίσχυσαν από τις 3.7.2011. Την ίδια ακριβώς ημέρα, τα δύο πρακτορεία διέκοψαν τη χορήγηση εφημερίδων και περιοδικών προς όλους τους επαγγελματίες εφημεριδοπώλες που ήταν μέλη των ενώσεων Αθήνας, Πειραιά και άλλων περιοχών και επιχείρησαν να διανέμουν τα έντυπα με δικά τους οχήματα μέσω εταιρειών μεταφορών και courier. Στις 8.7.2011, τα πρακτορεία έστειλαν στους εφημεριδοπώλες προεκτυπωμένο κείμενο σύμβασης διανομής Τύπου προς υπογραφή. Ο ενάγων, στις 9.7.2011 υπέγραψε τη σύμβαση αυτή ενώπιον υπαλλήλων των δύο εταιρειών ώστε να επανέλθει στη διανομή Τύπου, ωστόσο τα πρακτορεία αρνήθηκαν να συνυπογράψουν και να του χορηγήσουν έντυπα. Στις 11.7.2011, ο ενάγων επισκέφθηκε τα πρακτορεία και συναντήθηκε με στέλεχος της εταιρείας «ΑΡΓΟΣ ΑΕ» στον οποίο εξήγησε τους λόγους για τους οποίους καθυστέρησε την υπογραφή της σύμβασης, τόνισε ότι επιθυμεί να συνεργαστεί με τους όρους που είχαν θέσει τα πρακτορεία και επισήμανε ότι διένειμε τον Τύπο επί 33 χρόνια χωρίς προβλήματα ή οφειλές. Παρά ταύτα, δεν έλαβε απάντηση. Τα πρακτορεία δε, ανέθεσαν τη διανομή στην περιοχή του σε άλλο πρόσωπο ενώ στις 29.10.2011 ο ενάγων απέστειλε επιστολές στα πρακτορεία, δηλώνοντας εκ νέου ότι αποδέχεται τους όρους συνεργασίας, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Ο αποκλεισμός αυτός ανάγκασε τον ενάγοντα να εγκαταλείψει το επάγγελμα του, να αδυνατεί να εκπληρώσει τις συμβάσεις προμήθειας τις οποίες είχε συνάψει με τις δημόσιες υπηρεσίες και θέτοντας εν αμφιβόλω και την ασφαλιστική του ικανότητα. Δεδομένου δε του μονοπωλιακού χαρακτήρα της αγοράς, δεν υπήρχε εναλλακτική πηγή προμήθειας Τύπου. Κατόπιν τούτων δε, ο ενάγων υποστήριξε ότι η συμπεριφορά των δύο πρακτορείων συνιστούσε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης που κατείχαν στην αγορά διανομής Τύπου, κατά παράβαση του άρθρου 18α του Ν. 146/1914 και του άρθρου 914 ΑΚ. Μάλιστα, υποστήριξε ότι από τον αποκλεισμό του από τη διανομή Τύπου απώλεσε εισόδημα από 3.7.2011 έως 30.6.2013 και για αυτό αιτήθηκε την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημία του με βάση τις πωλήσεις προηγούμενων ετών. Συγκεκριμένα, από τη διανομή εντύπων της εταιρείας «ΕΥΡΩΠΗ Α.Ε.» έκανε λόγο περί ζημίας ύψους 102.922,44 € και από αυτή αντίστοιχα της «ΑΡΓΟΣ Α.Ε.» ζημία ύψους 134.040,21 €.
3. Ανάλυση
Το κεντρικό ερώτημα στο οποίο απαντά η υπό εξέταση απόφαση, είναι πότε η άσκηση οικονομικής ισχύος μιας επιχείρησης που κατέχει δεσπόζουσα θέση παύει να αποτελεί θεμιτή επιχειρηματική συμπεριφορά και μετατρέπεται σε κατάχρηση. Καταρχάς, πρέπει να καταστεί σαφές ότι το δίκαιο του ανταγωνισμού δεν απαγορεύει αυτό καθαυτό την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης, αλλά την κατάχρηση αυτής, εφόσον θίγεται ο θεσμός του ελεύθερου ανταγωνισμού.[2] Η δεσπόζουσα θέση, επομένως, δεν είναι per se απαγορευμένη.[3] Αντιθέτως, η συμπεριφορά μίας επιχείρησης καθίσταται καταχρηστική όταν αυτή χρησιμοποιεί την οικονομική της ισχύ κατά τρόπο μη αξιοκρατικό, παρεμποδίζοντας παρεμποδίζει την ομαλή λειτουργία της αγοράς.[4] Υπό αυτή την έννοια, η επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση, υπέχει ιδιαίτερη ευθύνη έναντι της αγοράς και των λοιπών επιχειρήσεων, καθώς δεν μπορεί, υπό συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού, να υιοθετεί συμπεριφορές που καταρχήν θα ήταν επιτρεπτές σε έτερες επιχειρήσεις οι οποίες δεν διαθέτουν αντίστοιχη οικονομική ισχύ. Για τη διαπίστωση της ύπαρξης κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης και συνακόλουθα την εφαρμογή τόσο του άρθρου 102 ΣΛΕΕ όσο και του άρθρου 2 του Ν. 3959/2011 κρίσιμες είναι, μεταξύ άλλων, οι έννοιες της επιχείρησης και της σχετικής αγοράς, η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης σε αυτή την αγορά, η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης -η οποία μάλιστα πρέπει να αφορά το σύνολο ή σημαντικό τμήμα της εσωτερικής αγοράς-, αλλά και η επίδραση του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών – ως προς την εφαρμογή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.[5] Σημειωτέον, ότι οι ανωτέρω διατάξεις αφορούν αποκλειστικά τη συμπεριφορά επιχειρήσεων. Κατά πάγια νομολογία, ως «επιχείρηση» θεωρείται κάθε φορέας που ασκεί οικονομική δραστηριότητα η οποία συνίσταται στην προσφορά προϊόντων και υπηρεσιών σε συγκεκριμένη αγορά, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος και του τρόπου χρηματοδότησης. Επομένως, η έννοια της επιχείρησης συνδέεται με τον αυτόνομο χαρακτήρα της εκάστοτε οικονομικής δραστηριότητας και την ανάληψη των συναφών κινδύνων που συνεπάγεται η τελευταία.
Αφετηρία για τη διαπίστωση περί ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης, αποτελεί ο ορισμός της σχετικής αγοράς. Κατά το 102 ΣΛΕΕ, που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 2 του Ν. 3959/2011, η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης εξετάζεται πάντοτε στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης αγοράς η οποία οριοθετείται βάσει είτε προϊόντων και τις υπηρεσιών (σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών) είτε γεωγραφικής θέσεως (σχετική γεωγραφική αγορά). Ο προσδιορισμός της σχετικής αγοράς δε, έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία, εφόσον καθορίζει τα όρια εντός των οποίων αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων.[6] Ως σχετική αγορά προϊόντων θεωρείται, σύμφωνα τόσο με την πρακτική όσο και με την νομολογία, το σύνολο των προϊόντων ή υπηρεσιών που θεωρούνται επαρκώς εναλλάξιμα ή έστω υποκατάστατα λόγω των χαρακτηριστικών τους, της τιμής ή της χρήσης για την οποία προορίζονται.[7] Στην υπό κρίση περίπτωση, η σχετική αγορά αφορούσε την διανομή έντυπου Τύπου, καθώς μέσω του Ν. 28/1935 κατοχυρωνόταν το αποκλειστικό δικαίωμα διακίνησης μέσω των πρακτορείων, με αποτέλεσμα ο εφημεριδοπώλης να μην μπορεί να προμηθευτεί τον Τύπο από άλλη πηγή. Αναφορικά με τη σχετική γεωγραφική αγορά, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον ορισμό της σχετικής αγοράς, αυτή περιλαμβάνει την περιοχή στην οποία οι επιχειρήσεις συμμετέχουν στην προμήθεια προϊόντων ή υπηρεσιών υπό επαρκώς ομοιογενείς όρους ανταγωνισμού και η οποία διακρίνεται από γειτονικές κυρίως περιοχές όπου οι εν λόγω όροι μπορεί να διαφέρουν σημαντικά.
Εντός της οριοθετημένης σχετικής αγοράς πρέπει, περαιτέρω, η επιχείρηση να κατέχει δεσπόζουσα θέση. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, δεσπόζουσα είναι η θέση οικονομικής ισχύος που κατέχει μια επιχείρηση και η οποία της παρέχει τη δυνατότητα να παρεμποδίζει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά.[8] Πρόκειται δηλαδή για οικονομική ισχύ που επιτρέπει στην επιχείρηση να ενεργεί, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές, τους πελάτες και τελικώς, τους καταναλωτές.[9] Η αξιολόγηση αυτή στηρίζεται σε σειρά παραγόντων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το μερίδιο της αγοράς και η δομή αυτής, οι φραγμοί εισόδου, η οικονομική ισχύς της επιχείρησης, ο βαθμός καθετοποίησης και η έκταση του δικτύου διανομής.[10] Μάλιστα, σύμφωνα με το ΔΕΕ για να κριθεί η ύπαρξη της δεσπόζουσας θέσης, δεν αποκλείεται αυτομάτως η ύπαρξη οιασδήποτε μορφής ανταγωνισμού, αλλά θα πρέπει τουλάχιστον η επιχείρηση να καθορίζει ‘η έστω να επηρεάζει τους όρους υπό τους οποίους αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές, τους πελάτες και τους καταναλωτές.
Εν προκειμένω, η διάγνωση της δεσπόζουσας θέσης των πρακτορείων «ΕΥΡΩΠΗ Α.Ε.» και «ΑΡΓΟΣ Α.Ε.» δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσχέρεια, εφόσον αυτά κάλυπταν το σύνολο σχεδόν της σχετικής αγοράς ενώ ταυτοχρόνως δεν υφίστατο έτερη πηγή ανεφοδιασμού και τυχόν υποκατάσταση ήταν αδύνατη. Τα προαναφερόμενα, συνδυαστικά με τον νομοθετικό φραγμό εισόδου στην αγορά διανομής του έντυπου Τύπου, περιόριζαν, όπως ήταν αναμενόμενο, ουσιωδώς τη δυνατότητα ανάπτυξης ανταγωνισμού. Επρόκειτο συνεπώς, για αγορά με χαρακτηριστικά μονοπωλιακής ή οιονεί μονοπωλιακής διάρθρωσης. Η δεσπόζουσα θέση των πρακτορείων δε, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης στο πλαίσιο της επίδικης διαδικασίας. Κρίσιμο καθίσταται επομένως, το εάν η συμπεριφορά των πρακτορείων συνιστούσε καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης κατά την έννοια των άρθρων 102 ΣΛΕΕ και 2 Ν. 3959/2011. Σε θεωρητικό επίπεδο πάντως, οι καταχρηστικές συμπεριφορές διακρίνονται σχηματικά σε τρεις κατηγορίες: α) στις εκμεταλλευτικές συμπεριφορές μέσω των οποίων επιδιώκεται η αποκόμιση οφελών συνεπεία της δεσπόζουσας θέσης στην αγορά και τα οποία (οφέλη) η επιχείρηση δεν θα μπορούσε να αποκομίσει υπό συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού, β) στις παρεμποδιστικές συμπεριφορές, μέσω των οποίων αποδυναμώνεται ο ανταγωνισμός από τη δεσπόζουσα επιχείρηση και ενδέχεται οι ανταγωνιστές να οδηγηθούν στην έξοδο από την αγορά και γ) στις συμπεριφορές που μεταβάλλουν τη δομή της αγοράς κατά τρόπο που ενισχύει περαιτέρω τη δεσπόζουσα θέση της επιχείρησης. Επί του παρόντος, στις 3 Ιουλίου 2011 τα δύο πρακτορεία διέκοψαν τη χορήγηση έντυπου Τύπου στον ενάγοντα, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του από την άσκηση του επαγγέλματός του, καίτοι δραστηριοποιούνταν στον συγκεκριμένο χώρο επί 33 συναπτά έτη. Παρότι ο ενάγων υπέγραψε τη σύμβαση διανομής Τύπου που είχαν συντάξει τα ίδια τα πρακτορεία και αποδέχθηκε ρητώς τους όρους της, αυτά αρνήθηκαν να του χορηγήσουν εκ νέου έντυπο Τύπο και να τον αποκαταστήσουν στην επαγγελματική του δραστηριότητα ενώ ανέθεσαν τη διανομή στην περιοχή του σε άλλο πρόσωπο.
Εν συνεχεία, βάσει του άρθρου 2 του Ν. 3959/2011 απαιτείται η δεσπόζουσα θέση να υφίσταται στο σύνολο ή μέρος της ελληνικής επικράτειας, ενώ το άρθρο 102 ΣΛΕΕ αναφέρεται στην ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης εντός της εσωτερικής αγοράς ή σε σημαντικό τμήμα αυτής. Η εν λόγω διαφοροποίηση δεν έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία, δεδομένου ότι η ενωσιακή νομολογία έχει ερμηνεύσει κατά τρόπο διασταλτικό το κριτήριο του «σημαντικού τμήματος» της αγοράς βάσει του οποίου δεν εξετάζεται αποκλειστικά η έκταση, αλλά πρέπει να ελέγχεται ταυτοχρόνως ο όγκος και η σημασία των εμπορευμάτων.[11] Επιπλέον, για την εφαρμογή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ απαιτείται ο επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. Πρόκειται για ένα κριτήριο που πρέπει να αξιολογείται ad hoc και καταλαμβάνει κάθε μεταβολή που είναι ικανή να επηρεάσει τα εμπορικά ρεύματα μεταξύ των κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση ότι ο επηρεασμός αυτός είναι αισθητός.[12] Ωστόσο, εν προκειμένω, δεδομένου ότι η υπόθεση αφορούσε αποκλειστικά την εγχώρια διανομή έντυπου Τύπου, δεν προέκυψε με σαφήνεια βάσει των πραγματικών περιστατικών, σε ποιο βαθμό επηρεάζονταν τα εμπορικά ρεύματα μεταξύ των κρατών μελών. Συνεπώς, το ζήτημα αυτό δεν φαίνεται να βρέθηκε στο επίκεντρο της δικαστικής κρίσης.
Παρόλα αυτά, το Ανώτατο Ακυρωτικό απέρριψε την αγωγή ως νομικά αόριστη για 2 αυτοτελείς λόγους: ως προς την πρώτη βάση, δηλαδή τη θεμελίωση της αγωγής στο άρθρο 2 του Ν. 3959/2011, το δικαστήριο έκρινε ότι ο ενάγων δεν είχε προβάλει με την αγωγή του τον ισχυρισμό ότι τα πρακτορεία εκμεταλλευόμενα τη δεσπόζουσα θέση τους, εφάρμοσαν άνισους όρους σε ισοδύναμες παροχές. Με λίγα λόγια, ο ενάγων δεν προσδιόρισε τα κριτήρια βάσει των οποίων τα πρακτορεία επέλεξαν τους εφημεριδοπώλες με τους οποίους συνέχισαν τη συνεργασία τους. Η αναφορά αυτών (των κριτηρίων) δε, ήταν αναγκαία, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να ελέγξει εάν υπήρξαν αντικειμενικά και δικαιολογημένα ή εάν ο αποκλεισμός του ενάγοντος ήταν αυθαίρετος και αδικαιολόγητος. Ως προς τη δεύτερη βάση, δηλαδή τη θεμελίωση της αγωγής στο άρθρο 18α του Ν. 146/1914 περί καταχρηστικής εκμετάλλευσης σχέσης οικονομικής εξάρτησης, ο ενάγων δεν ανέφερε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων προέκυπτε η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης αυτής. Ειδικότερα, δεν είχε επικαλεστεί ότι τα πρακτορεία επέβαλαν αυθαίρετους όρους συναλλαγής, εφάρμοσαν άνιση μεταχείριση ή ότι προέβησαν σε αδικαιολόγητη διακοπή της μακροχρόνιας εμπορικής σχέσης με τον ενάγοντα.
Η εξέταση της ύπαρξης σχέσης οικονομικής εξάρτησης παρουσιάζει ομοιότητες με τη διαδικασία διάγνωσης της καταχρηστικής δεσπόζουσας θέσης. Για την εφαρμογή του άρθρου 18α του Ν. 146/1914 απαιτούνται ειδικότερα, η διαπίστωση της ύπαρξης σχέσης οικονομικής εξάρτησης μεταξύ δύο επιχειρήσεων, η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης για την εξαρτημένη επιχείρηση και τέλος, η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης αυτής από την εξαρτώσα επιχείρηση.[13] Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη σχέσης οικονομικής εξάρτησης, απαιτείται να υφίσταται αφενός μία ισχυρή επιχείρηση που κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή και αφετέρου μια εξαρτημένη επιχείρηση. Η νομολογία, έχει μάλιστα, δεχθεί ότι για τη διαπίστωση σχέσης οικονομικής εξάρτησης μεταξύ δύο επιχειρήσεων απαιτείται η ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ τους, τυπικής ή άτυπης. Η σχετική σύμβαση δε, μπορεί να έχει καταρτισθεί και σιωπηρώς μέσω της συμπεριφοράς των μερών.[14]
Σύμφωνα τόσο με τη θεωρία όσο και με τις αποφάσεις των Αρχών Ανταγωνισμού, η οικονομική εξάρτηση μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές και διαπιστώνεται με βάση μια σειρά κριτηρίων, όπως η προηγούμενη συναλλακτική σχέση, το ποσοστό του κύκλου εργασιών της εξαρτημένης επιχείρησης που συνδέεται με τη συγκεκριμένη συνεργασία, η μακροχρόνια ή αποκλειστική συνεργασία και η δημιουργία σημαντικού πελατολογίου. Η απουσία της ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης προϋποθέτει είτε την ανυπαρξία άλλων εναλλακτικών λύσεων είτε ότι οι διαθέσιμες εναλλακτικές συνοδεύονται με μια σειρά σοβαρών μειονεκτημάτων για την εξαρτημένη επιχείρηση.[15] Η τελευταία δε, λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας με την επιχείρηση από την οποία εξαρτάται, ενδέχεται να έχει προσαρμόσει σε τέτοιο βαθμό τη λειτουργία της στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων ή υπηρεσιών, ώστε η διακοπή της συνεργασίας να θέτει σε κίνδυνο ακόμη και τη βιωσιμότητά της. Τέλος, ο νόμος προβαίνει σε ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων που μπορούν να συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσης οικονομικής εξάρτησης. Ενδεικτικά, η κατάχρηση μπορεί να συνίσταται στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων, όπως θα εδύνατο να υποστηριχθεί ότι συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση.[16]
Επομένως, το δικαστήριο έκρινε ότι το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 του Ν. 3959/2011, 18α του Ν. 146/1914 και 102 ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, απέρριψε τους σχετικούς αναιρετικούς λόγους. Πρέπει να επισημανθεί δε, ότι ο Άρειος Πάγος δεν προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, αλλά την απέρριψε για τυπικούς λόγους, καθώς το δικόγραφο της αγωγής δεν περιελάμβανε τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση των ισχυρισμών του ενάγοντος. Η κρίση αυτή, αν και δικονομικά δικαιολογημένη, μπορεί να θεωρηθεί ως αυστηρά τυπολατρική. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης -και ιδίως η προηγηθείσα συνεργασία επί 33 συναπτά έτη, η εξάρτηση του ενάγοντος από τα πρακτορεία λόγω της ιδιαίτερης διάρθρωσης της αγοράς διανομής έντυπου Τύπου, καθώς και η διακοπή της συνεργασίας και η ανάθεση της διανομής σε έτερο πρόσωπο-, θα μπορούσαν κατ’ αρχήν, να αποτελέσουν τη βάση για τον περαιτέρω έλεγχο της στάσης των πρακτορείων υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού. Γεννάται λοιπόν, ευλόγως, το ερώτημα κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορούσε να ερμηνεύσει τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, λαμβάνοντας υπόψη τον προστατευτικό σκοπό των κανόνων περί ανταγωνισμού και την ιδιαίτερη οικονομική ισχύ που διέθεταν τα πρακτορεία στην επίμαχη αγορά. Μια τέτοια προσέγγιση, εφόσον δεν υπερέβαινε τα τιθέμενα εκ της αρχής της διαθέσεως και της απαγόρευσης συμπλήρωσης της αγωγής από το δικαστήριο, όρια, θα επέτρεπε πιθανώς, την ουσιαστικότερη διερεύνηση της επίδικης συμπεριφοράς.
4. Συμπέρασμα
Η υπό εξέταση απόφαση αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, σημαντική συμβολή στην ελληνική νομολογία περί αθέμιτου ανταγωνισμού, ιδίως για δύο λόγους: αφενός, αναδεικνύει τη σημασία της τυπικής πληρότητας και της επαρκούς εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών ενός δικογράφου για την ευδοκίμηση μιας αγωγής και την αποτελεσματική δικαστική προστασία των απορρεόντων εκ του δικαίου του ανταγωνισμού, δικαιωμάτων. Αυτό σημαίνει ότι η έκθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης πρέπει να γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα. Αφετέρου, επιβεβαιώνει ότι η ύπαρξη δεσπόζουσας, ακόμη και μονοπωλιακής, θέσης, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη στοιχειοθέτηση κατάχρησης, αλλά απαιτείται η διαπίστωση συγκεκριμένης καταχρηστικής συμπεριφοράς που δεν δικαιολογείται από θεμιτό επιχειρηματικό σκοπό και είναι ικανή να επηρεάσει δυσμενώς τη λειτουργία του ανταγωνισμού. Επιπροσθέτως, η παραπάνω απόφαση παρουσιάζει ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον, παρά το γεγονός ότι το δικαστήριο δεν προέβη σε ουσιαστική εξέταση της υπόθεσης. Τα πραγματικά περιστατικά –όπως τονίστηκε και ανωτέρω- θα μπορούσαν κατ’ αρχήν να αποτελέσουν τη νομική βάση για τη διερεύνηση ενδεχόμενης καταχρηστικής συμπεριφοράς. Ωστόσο, δεν εξειδικεύτηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, με τον απαιτούμενο τρόπο στο δικόγραφο της αγωγής, με αποτέλεσμα αυτή να απορριφθεί ως αόριστη. Κατά συνέπεια, δεν έφθασε στο στάδιο της ουσιαστικής εξέτασης των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, ούτε είχε τη δυνατότητα να αξιολογήσει εάν η επίμαχη συμπεριφορά των πρακτορείων υπήρξε δικαιολογημένη ή συνιστούσε αδικαιολόγητο αποκλεισμό του ενάγοντος από την αγορά. Ταυτοχρόνως, η απόφαση δεν παρείχε νομολογιακή καθοδήγηση ως προς τα ειδικότερα κριτήρια βάσει των οποίων θα μπορούσε να διαπιστωθεί κατάχρηση υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Τελικώς δε, παραμένει ανοικτό προς περαιτέρω νομολογιακή επεξεργασία το ουσιώδες ερώτημα κατά πόσον, υπό το φως των επίμαχων ιδιαίτερων πραγματικών περιστατικών, θα εδύνατο να αναγνωρισθεί καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης ή οικονομικής εξάρτησης.
[1] Βλ. Δ. Τζουγανάτου Το Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού (2η έκδοση, Π.Ν. Σακκούλας 2021) 611.
[2] Ibid 627.
[3] Βλ. Γ. Καρύδη Ενωσιακό Δίκαιο Ανταγωνισμού και Εσωτερικής Αγοράς (2η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη) 127.
[4] Βλ. Γ. Τριανταφυλλίδη Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού (4η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη)195 επ.
[5] Βλ. Δ. Τζουγανάτου (αρ. 1) 630.
[6] Ibid 209 επ., 635 επ.
[7] Ibid 635. Βλ. επίσης ΠΔ Σελέκου «Η οριοθέτηση της σχετικής αγοράς για την διαπίστωση της δεσπόζουσας θέσης επιχειρήσεων» ΕπισκΕΔ 1996, 794, σελ. 799 επ.
[8]Ibid 640.
[9] Νικόλας Κανελλόπουλος, Χαρά Ζέρβα «Τι είναι κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης και πώς ελέγχεται από την Επιτροπή Ανταγωνισμού;». Διαθέσιμο στο: https://www.kanell.gr/ti-einai-katachrisi-despozoysas-thesis/
[10] Ibid.
[11] Βλ. Δ. Τζουγανάτου (αρ. 1) 641.
[12] Ibid 636.
[13] Βλ. Ν. Κ. Ρόκα Βιομηχανική Ιδιοκτησία και Αθέμιτος Ανταγωνισμός (4η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη 2022) 300.
[14] Ibid 301.
[15] Ibid 302.
[16] Ibid.
Πηγή: Νομικός Παλμός

















