Νέα σημαντική νομολογιακή εξέλιξη διαμορφώνει το Συμβούλιο της Επικρατείας σχετικά με την αναγνώριση κοινόχρηστων δρόμων στις εκτός σχεδίου περιοχές, θέτοντας αυστηρότερες προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό οδών που δημιουργήθηκαν πριν από έναν αιώνα. Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ύπαρξη νομίμως αναγνωρισμένου κοινόχρηστου δρόμου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την οικοδομησιμότητα πολλών ακινήτων.

Σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, δεν αρκεί ένας δρόμος να εμφανίζεται σε παλαιούς χάρτες ή να χρησιμοποιείται επί δεκαετίες από τους κατοίκους. Προκειμένου να αναγνωρισθεί ως κοινόχρηστος, πρέπει να αποδεικνύεται ότι είχε πράγματι τεθεί σε κοινή χρήση πριν από την 1η Ιουνίου 1924, ημερομηνία που αποτελεί κρίσιμο χρονικό ορόσημο για το πολεοδομικό δίκαιο. Η ύπαρξη ιστορικών ή τεχνικών στοιχείων εξετάζεται με αυστηρότητα και δεν αρκούν απλές διοικητικές βεβαιώσεις ή η μακροχρόνια πραγματική χρήση του δρόμου.

Η απόφαση ΣτΕ 546/2026 (Ε’ Τμήμα) εντάσσεται στη γενικότερη νομολογιακή κατεύθυνση του Συμβουλίου της Επικρατείας υπέρ της αυστηρής προστασίας του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού. Τα τελευταία χρόνια το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι η εκτός σχεδίου δόμηση αποτελεί κατ’ εξαίρεση δυνατότητα και δεν μπορεί να διευρύνεται μέσω διοικητικών πρακτικών που δεν προβλέπονται από τη νομοθεσία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης ότι η αναγνώριση ενός δρόμου ως κοινόχρηστου δεν αποτελεί απλή διαπιστωτική πράξη. Πρόκειται για διοικητική πράξη με σημαντικές πολεοδομικές συνέπειες, αφού μπορεί να επηρεάσει άμεσα τη δυνατότητα δόμησης μεγάλου αριθμού παρόδιων ακινήτων. Για τον λόγο αυτό, η σχετική διαδικασία πρέπει να στηρίζεται σε πλήρη ιστορική και τεχνική τεκμηρίωση και να ακολουθεί τις προβλεπόμενες εγγυήσεις νομιμότητας.

Οι πρακτικές επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές για ιδιοκτήτες, επενδυτές και μηχανικούς. Σε αρκετές περιοχές της χώρας εκκρεμεί ακόμη η οριστική αναγνώριση του κοινόχρηστου οδικού δικτύου, γεγονός που δημιουργεί διαφορετικές διοικητικές πρακτικές μεταξύ των Υπηρεσιών Δόμησης και εντείνει την ανασφάλεια δικαίου. Παράλληλα, αναμένεται η έκδοση του σχετικού Προεδρικού Διατάγματος, το οποίο θα καθορίσει ενιαία κριτήρια για την αναγνώριση των κοινόχρηστων δρόμων στο πλαίσιο του νέου πολεοδομικού σχεδιασμού.

Η συγκεκριμένη απόφαση επιβεβαιώνει ότι η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας συνεχίζει να διαμορφώνει καθοριστικά το πλαίσιο της εκτός σχεδίου δόμησης. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη ταχείας ολοκλήρωσης των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων και του επίσημου χαρακτηρισμού του κοινόχρηστου οδικού δικτύου, ώστε να αποκατασταθεί η ασφάλεια δικαίου και να υπάρχει ενιαία εφαρμογή των πολεοδομικών κανόνων σε ολόκληρη τη χώρα. Μέχρι τότε, κάθε υπόθεση θα εξακολουθήσει να απαιτεί εξατομικευμένη νομική και τεχνική αξιολόγηση, με γνώμονα τόσο τη νομοθεσία όσο και τη διαρκώς εξελισσόμενη νομολογία του ΣτΕ.