Μία ιδιαίτερα σημαντική απόφαση εξέδωσε στις 8 Σεπτεμβρίου 2026 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην υπόθεση Σάββας κατά Ελλάδας.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα ότι η επιβολή σε Έλληνα δικαστή, Πρόεδρο Εφετών, πειθαρχικής ποινής προσωρινής παύσης τριών μηνών συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης.

Η διαφορά ανάγεται στο 2018, όταν ο προσφεύγων, μετά από 31 χρόνια υπηρεσίας, δεν προήχθη στον βαθμό του Αρεοπαγίτη.

Κατά τη συζήτηση της σχετικής προσφυγής του στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου διατυπώθηκαν σε βάρος του κρίσεις τις οποίες ο ίδιος θεωρούσε ανακριβείς. Μεταξύ άλλων, αφορούσαν τη δικαστική και υπηρεσιακή συμπεριφορά του, καθώς και περιστατικό με γραμματέα δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην υπόθεση, η μεταγενέστερη έρευνα της Επιθεώρησης των δικαστηρίων δεν επιβεβαίωσε ότι το συγκεκριμένο περιστατικό είχε συμβεί κατά τον τρόπο με τον οποίο είχε περιγραφεί.

Ο δικαστής αντέδρασε αποστέλλοντας εξώδικες δηλώσεις σε τρεις συναδέλφους του, αμφισβητώντας την ακρίβεια των αναφορών και ζητώντας την ανάκλησή τους.

Οι εξώδικες αυτές δηλώσεις οδήγησαν στην κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας και τελικά στην επιβολή προσωρινής παύσης τριών μηνών, με απώλεια αποδοχών και καταχώριση της ποινής στον υπηρεσιακό του φάκελο.

Το κρίσιμο ζήτημα της ελευθερίας έκφρασης

Ιδιαίτερη σημασία έχει η προσέγγιση του ΕΔΔΑ ως προς τον τρόπο με τον οποίο εκφράστηκε ο δικαστής.

Οι επίμαχες δηλώσεις δεν έγιναν δημόσια ούτε δημοσιεύθηκαν στον Τύπο ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Περιλαμβάνονταν σε εξώδικα που απευθύνονταν σε συγκεκριμένα πρόσωπα.

Κατά το ΕΔΔΑ, ούτε η επίδοση μέσω δικαστικού επιμελητή ούτε η κοινοποίησή τους στον Υπουργό Δικαιοσύνης ήταν αρκετές για να προσδώσουν στις δηλώσεις δημόσιο χαρακτήρα.

Παράλληλα, το Δικαστήριο εξέτασε το περιεχόμενο των χαρακτηρισμών. Έκρινε ότι προσομοίαζαν σε αξιολογικές κρίσεις που διέθεταν επαρκή πραγματική βάση, καθώς ο προσφεύγων είχε συγκεκριμένα στοιχεία που του επέτρεπαν να αμφισβητεί τις δυσμενείς αναφορές που είχαν διατυπωθεί σε βάρος του.

Ακόμη και αν ορισμένες εκφράσεις ήταν έντονες ή υπερβολικές, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπερέβησαν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τα όρια της προστατευόμενης ελευθερίας της έκφρασης.

Καθοριστικό στοιχείο του σκεπτικού αποτέλεσε και η αναλογικότητα της κύρωσης. Η τρίμηνη προσωρινή παύση δεν αντιμετωπίστηκε ως μία απλή υπηρεσιακή επίπληξη. Συνοδευόταν από απώλεια αποδοχών, καταχωριζόταν στον υπηρεσιακό φάκελο και μπορούσε να επηρεάσει την περαιτέρω επαγγελματική εξέλιξη του δικαστικού λειτουργού.

Το ΕΔΔΑ επισήμανε ουσιαστικά και τον κίνδυνο ενός αποτρεπτικού αποτελέσματος (chilling effect): μία τόσο σοβαρή πειθαρχική κύρωση μπορεί να αποθαρρύνει όχι μόνο τον συγκεκριμένο δικαστή αλλά ευρύτερα τους δικαστικούς λειτουργούς από το να εκφράζουν τεκμηριωμένες αντιρρήσεις ή να υπερασπίζονται την επαγγελματική τους υπόληψη.

Το κεντρικό μήνυμα της απόφασης βρίσκεται, ωστόσο, στη στάθμιση των αντικρουόμενων συμφερόντων.

Οι δικαστές, λόγω της ιδιαίτερης θεσμικής τους θέσης, υπέχουν αυξημένες υποχρεώσεις αυτοσυγκράτησης και οφείλουν να προστατεύουν το κύρος και την αμεροληψία της Δικαιοσύνης.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι στερούνται της προστασίας του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, τα ελληνικά πειθαρχικά όργανα δεν πραγματοποίησαν την απαιτούμενη ουσιαστική στάθμιση μεταξύ, από τη μία πλευρά, της προστασίας του κύρους της Δικαιοσύνης και της υπόληψης των άλλων δικαστών και, από την άλλη, του δικαιώματος του προσφεύγοντος να υπερασπιστεί την επαγγελματική του υπόληψη και να εκφράσει τη διαφωνία του.

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον προσφεύγοντα 5.211 ευρώ για την απώλεια αποδοχών και 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη, πέραν των σχετικών δικαστικών εξόδων.