Του Νίκου Μάλαμα*

Τον Ιούνιο του 2019 κυρώθηκε από τη Βουλή ο νέος Ποινικός Κώδικας, με το Νόμο 4619/2019, ο οποίος αντικατέστησε τον παλαιό Ποινικό Κώδικα, ο οποίος είχε κυρωθεί με το Νόμο 1492/1950 και έκτοτε είχε υποστεί μια σειρά τροποποιήσεων.
Επρόκειτο για μια μεταρρύθμιση η οποία έγινε πράξη μετά την πάροδο δεκαετιών και επεξεργασιών από πολλές Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές. Στις συντελεσθείσες τροποποιήσεις, οι οποίες αφορούσαν τόσο στο Γενικό Μέρος όσο και στο Ειδικό Μέρος του Ποινικού Κώδικα, ανήκει και η αντικατάσταση του ελαφρυντικού «πρότερος έντιμος βίος» από το «πρότερος σύννομος βίος».
Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 84 παρ. 2 στχ. α’ του παλαιού Ποινικού Κώδικα προέβλεπε ως ελαφρυντική περίσταση «το  ότι  ο υπαίτιος  έζησε  έως  το  χρόνο  που  έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή», ενώ το άρθρο 84 παρ. 2 στχ. α’ του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα συγκαταλέγει μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων «το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα».
Ο λόγος για τον οποίο προκρίθηκε η συγκεκριμένη αλλαγή ήταν προκειμένου να αρθούν αμφισβητήσεις και διχογνωμίες οι οποίες είχαν ανακύψει κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της προϊσχύσασας διάταξης και δεν ευνοούσαν την ασφάλεια δικαίου. Πιο συγκεκριμένα, στην Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου 4619/2019 αναφέρεται ότι: «Αντί του κριτηρίου της προηγούµενης «έντιµης» ζωής τίθεται το ορθολογικότερο της «νόµιµης», ώστε να διασφαλίζεται η αντικειµενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νοµικώς κρίσιµο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο ελεύθερος και υπεύθυνος πολίτης οφείλει τούτο µόνο, να συµµορφώνεται στο νόµο. Η εκπλήρωση απροσδιόριστων «ηθικών καθηκόντων» έχει φυσικοδικαιικό χαρακτήρα, ασυµβίβαστο µε τη θετικότητα του ποινικού δικαίου.».
Με άλλα λόγια, « (…) αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της «έντιµης» ζωής υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης της «νόµιµης» ζωής.
Στο κράτος δικαίου ο πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει, όπως ο ίδιος κρίνει, εφόσον δεν παραβιάζει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πληµµέληµα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγµα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β’) «απαραβίαστη» προηγούµενη ατοµική και οικογενειακή του ζωή. Το δικαστήριο δικαιούται να ελέγξει µόνο τις περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης.».

Εάν κάποιος συγκρίνει τις δύο διατάξεις, θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η νεότερη είναι και ευμενέστερη, καθώς κατέστησε ευκολότερη τη δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, δεδομένου ότι μέχρι την τροποποίηση της διάταξης για την αναγνώριση του πρότερου έντιμου βίου, κατά πάγια νομολογία, απαιτείτο να έχει επιδειχθεί από το δράστη «θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά» (ενδεικτικά: αποφάσεις 396/2010 και 13/2009 Αρείου Πάγου), χωρίς να αρκεί «ούτε το λευκό ποινικό μητρώο και η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς για την οποία να ελέγχθηκε από τις αρμόδιες ανακριτικές ή δικαστικές αρχές αλλ’ ούτε και η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε, συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά και εργασία του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως αυτού και της οικογενείας του καθώς και οι άριστες κοινωνικές του σχέσεις» (ενδεικτικά: αποφάσεις 914/2015 και 66/2010 Αρείου Πάγου). Δηλαδή, ενώ ο σύννομος βίος αναφέρεται στη στάση την οποία έχει τηρήσει ο υπαίτιος μιας πράξης έως τη στιγμή της τέλεσής της απέναντι στην έννομη τάξη και διαγιγνώσκεται επί τη βάσει αντικειμενικά μετρήσιμων παραμέτρων, ο έντιμος βίος συναρτάτο με το πολύ ευρύτερο πρίσμα και φάσμα της κοινωνικής ζωής και η διαπίστωσή του διήρχετο μέσα από την υποκειμενική ερμηνεία αόριστων και αξιολογικών εννοιών, γεγονός το οποίο ουδεμία ασφάλεια δικαίου δημιουργούσε.

Μέχρι εδώ τα πράγματα είναι σαφή.
Είναι ξεκάθαρο τι γινόταν πριν τη νομοθετική αυτή αλλαγή και ποιοι λόγοι την επέβαλαν. Τι γίνεται, ωστόσο, στην περίπτωση κατά την οποία ένα δικαστήριο αναγνωρίζει σε έναν κατηγορούμενο, βάσει της νέας διάταξης, το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου και, τελικά, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση προβαίνοντας κατ’ ουσίαν σε contra legem ερμηνεία, αφιστάμενο από το γράμμα της διάταξης;

Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, με απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαμίας αναγνωρίστηκε σε κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την απόφαση 99/2021 του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση του έκτακτου ενδίκου μέσου από τον Εισαγγελέα του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου με προβολή ως αναιρετικών λόγων, πρώτον, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στχ. Δ’ Κ.Π.Δ.) και, δεύτερον, της εσφαλμένη ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στχ. Ε’ Κ.Π.Δ.). Εν τέλει, ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα, η πλειοψηφία, αποτελούμενη από τρεις ανώτατους δικαστές, έκρινε τα εξής: «(…) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης επί της ενοχής έπρεπε να συνέχεται με την αιτιολογία της απόφασης επί του αυτοτελούς ισχυρισμού του προτέρου συννόμου βίου. Όμως στην τελευταία αιτιολογία ουδεμία αναφορά γίνεται για τα εν λόγω περιστατικά, καθώς και στα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, τα οποία εισφέρθηκαν στην ακροαματική διαδικασία, πράγμα το οποίο επιβάλλεται από την υποχρέωση του Δικαστηρίου για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων. Η έλλειψη αυτή η οποία δεν καλύπτεται από την παράθεση στο αιτιολογικό περί της ενοχής, αποσπασμάτων των καταθέσεων, των ανωτέρω αυτοπτών μαρτύρων, καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την εκ μέρους του Δικαστηρίου μετά βεβαιότητας, λήψη υπ` όψιν όλων των αποδεικτικών μέσων και περαιτέρω για τον λειτουργικό συσχετισμό, και την συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων αυτών, έχει δε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία λογικών κενών, τα οποία καθιστούν την αιτιολογία ανεπαρκή, ελλιπή και μη ειδική και εμπεριστατωμένη.». Αντίθετα, η μειοψηφία των δύο μελών της σύνθεσης, μεταξύ των οποίων και Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, υποστήριξε ότι: «Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ ελαφρυντική περίσταση δεν μετέχει στη δομή του εγκλήματος και δεν το προσδιορίζει, αλλά αποτελεί στοιχείο που βρίσκεται στο χώρο της ποινής. Η βαρύτητα της πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, δεν δύναται να ασκήσει επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με τη συνδρομή ή όχι του ελαφρυντικού αυτού. Πολλώ δε μάλλον, η γραμματική διατύπωση της διάταξης “ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα…”, επιβάλλει την αποσύνδεση της κρίσης για τη συνδρομή της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης από οιοδήποτε περιστατικό σχετιζόμενο με το τελεσθέν έγκλημα και την εδραίωσή της αποκλειστικά σε περιστάσεις προγενέστερες της πράξης. Η κρίση, δηλαδή, για τη συνδρομή των προϋποθέσεων που δύνανται να αποκλείσουν την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, παρά την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου, μπορεί να θεμελιωθεί μόνο σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ενδεικτικά του μη σεβασμού από τον τελευταίο των εννόμων αγαθών και της μη συμμόρφωσής του με τις επιταγές του νόμου, τα οποία όμως ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου τέλεσης του εγκλήματος και στα οποία δεν εμπίπτουν ούτε η φύση ή το είδος, ούτε η βαρύτητα και ο τρόπος τέλεσης αυτού. Με βάση τα προεκτεθέντα, η περιλαμβανόμενη στον εκτενώς προαναφερθέντα αναιρετικό λόγο αιτίαση, για έλλειψη αιτιολογίας, λόγω μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των μαρτυρικών καταθέσεων που αφορούσαν στην εξυβριστική και προκλητική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου προς την ομάδα των νεαρών ατόμων είναι αβάσιμη, αφού η συμπεριφορά αυτή εντάσσεται στο ίδιο βιοτικό συμβάν, στο ίδιο επεισόδιο που κατέληξε στο θανάσιμο τραυματισμό του θύματος, ο οποίος μάλιστα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σκεπτικού, επί της ενοχής της απόφασης, απέχει μόλις λίγα λεπτά από αυτή.
Επομένως, η εν λόγω συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, που περιγράφεται από τις αναφερόμενες στον αναιρετικό λόγο καταθέσεις των μαρτύρων, δεν εντάσσεται στην προηγούμενη από το συμβάν, ζωή του τελευταίου και δεν μπορεί να αξιολογηθεί αρνητικά στη διερεύνηση της κατάφασης ή μη της επίμαχης ελαφρυντικής περίστασης.». Συνελόντι ειπείν, σχετίζεται το ζήτημα της ενοχής με τις ελαφρυντικές περιστάσεις ή αυτές εντάσσονται στο χώρο της ποινής; Είναι δυνατόν η χορήγηση ενός ελαφρυντικού να συνδέεται με τη βαρύτητα της τελεσθείσας πράξης ή η σχετική κρίση συναρτάται μόνο με περιστατικά προγενέστερα του χρόνου διάπραξης του εγκλήματος και ποια θεωρούνται ως τέτοια; Αυτό ήταν το θέμα το οποίο έθιξε η μειοψηφία. Τα ερωτήματα αυτά «δίχασαν» το Δικαστήριο.

Έτσι, επειδή η απόφαση ελήφθη με πλειοψηφία μίας μόνο ψήφου, παραπέμφθηκε μεν υποχρεωτικά για κρίση ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (άρθρο 3 παρ. 3 Ν. 3810/1957, άρθρο 23 παρ. 2 Ν. 1756/1988), αλλά μόνο στο πλαίσιο του πρώτου αναιρετικού λόγου σχετικά με την έλλειψη επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία είχε γίνει δεκτή -και, για αυτό, παρείλκε η εξέταση του δεύτερου λόγου περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης-.
Στο πλαίσιο αυτό, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε: «Κατά τη γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης «Σύννομη» έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ’ αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση-υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια.
Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες, η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στον νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Π.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν’ αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού.

Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού  είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.». Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι με την ερμηνεία αυτή ο Άρειος Πάγος πλησιάζει και πάλι προς την έννοια του έντιμου βίου, αντίθετα προς το γράμμα τη
ς διάταξης και το πνεύμα του νομοθέτη. Πρέπει, μάλιστα, να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο διατύπωσε την παραπάνω ερμηνεία για το άρθρο 84 παρ. 2 στχ. α’ του Ποινικού Κώδικα καθ’ υπέρβαση, καθώς, όπως προανεφέρθη, το αποκλειστικό αντικείμενο της εν λόγω δίκης ήταν η εξέταση του αναιρετικού λόγου περί ελλιπούς αιτιολογίας.

Επιπλέον, σε άλλο σημείο της απόφασης γίνεται μνεία σε μια παράμετρο παρείσακτη στο δικαιικό μας σύστημα και ανησυχητική για το κράτος Δικαίου μας. Πρόκειται για το «κοινό περί δικαίου αίσθημα του κοινωνικού συνόλου». Χαρακτηριστικά αναφέρεται: «(…) η περί ποινής κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας αλλά επιβάλλεται να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ αξιόποινης πράξης και ποινής για σωφρονισμό του δράστη (ειδική πρόληψη) και να συμβάλλει στη σταθερότητα και ειρήνευση τής κοινωνικής ζωής με την παροχή τους πολίτες της επιβεβαίωσης ότι καλώς πράττουν όταν συμπεριφέρονται συννόμως (θετική γενική πρόληψη), με παράλληλη ικανοποίηση του κοινού περί δικαίου αισθήματος του κοινωνικού συνόλου. Με άλλα λόγια η ποινή επιβάλλεται χάριν της πρόληψης όχι όμως πέραν ή κάτω των ορίων που χαράσσει η ιδέα της Δικαιοσύνης.».

Οι δικαστικές αποφάσεις, όμως, οι οποίες εκδίδονται και εκτελούνται εν ονόματι του λαού (άρθρο 26 παρ. 3 Συντ.), πρέπει να στηρίζονται μόνο στις αποδείξεις, ουδέποτε στο λαϊκό αίσθημα, δηλαδή, σε μια εξωνομική και αυθαίρετη έννοια, στην οποία μπορούν να βρουν καταφύγιο και να ξεπλυθούν ωσάν στην Κολυμβήθρα του Σιλωάμ ολοκληρωτικές ιδεολογίες και συμπεριφορές.

Ιστορικά μιλώντας, το «υγιές λαϊκό αίσθημα» (“gesundes Volksempfinden”) επί εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας θεωρείτο παράμετρος ικανή να δικαιολογήσει την επιβολή ποινής. Πιο συγκεκριμένα, η παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα διαμορφώθηκε στις 28 Ιουνίου 1935 ως ακολούθως: «Δια ποινής τιμωρείται όποιος τελεί πράξη η οποία προβλέπεται από το νόμο ως αξιόποινη ή είναι άξια ποινής σύμφωνα με τη βασική ιδέα ενός ποινικού νόμου και το υγιές λαϊκό αίσθημα.» (“Bestraft wird, wer eine Tat begeht, die das Gesetz für strafbar erklärt oder die nach dem Grundgedanken eines Strafgesetzes und nach gesundem Volksempfinden Bestrafung verdient.”). Αντίστοιχη αναφορά υπήρχε και στην παράγραφο 267a του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έτσι όπως τροποποιήθηκε στις 28 Ιουνίου 1935.

Παρ’ ότι αναφορά στο «υγιές λαϊκό αίσθημα» γινόταν και σε άλλους νόμους μη ποινικής υφής, όπως η παράγραφος 48 του Νόμου περί Διαθηκών και Κληρονομικών Συμβάσεων της 31ης Ιουλίου 1938, εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος ότι σοβαρότερες ανησυχίες προκαλούνται όταν η ποινική μεταχείριση ενός ανθρώπου είναι αυτή η οποία σχετίζεται με μία τόσο αόριστη, αυθαίρετη και δυσχερώς ελέγξιμη έννοια.

Χωρίς, ασφαλώς, καμία διάθεση παραλληλισμού, θεωρώ ότι η ιστορική μνήμη είναι ακόμα επαρκώς νωπή ώστε να μας αφυπνίσει όσον αφορά στην ολισθηρότητα τέτοιων εννοιών, είτε αυτές αποτελούν μέρος της νομοτυπικής μορφής ενός αδικήματος είτε αναφέρονται στο κείμενο μιας δικαστικής απόφασης ή ακόμα και όταν υπονοούνται…

Βέβαια, μπορεί σήμερα να προκλήθηκαν έντονοι προβληματισμοί, καθώς για πρώτη φορά αναγράφεται ξεκάθαρα σε δικαστική απόφαση κάτι τέτοιο, ας θυμηθούμε, όμως, ότι και στο εγγύς παρελθόν, το 2016, αίσθηση είχε προκαλέσει η ακόλουθη δήλωση του τότε Πρόεδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, κ. Νικόλαου Σακελλαρίου: «Το καθήκον το δικό μας ως δικαστών είναι να πιάσουμε το σφυγμό της ελληνικής κοινωνίας (…)».

Αυτού του είδους η «σφυγμομέτρηση», βέβαια, μπορεί να είναι δουλειά των πολιτευτών, των διαφημιστών, των ασχολουμένων με την πολιτική επικοινωνία ή την ψυχολογία της μάζας, αλλά, σίγουρα, όχι των εκπροσώπων της δικαιοδοτικής λειτουργίας, οι οποίοι -πρέπει να- έχουν ως γνώμονα το νόμο και τη συνείδησή τους και όχι να λειτουργούν με ένα βλέμμα αλληθωρίζον… Δεν είναι δυνατόν μια δικαστική κρίση να σχετίζεται με τον «ντόρο» ο οποίος έχει δημιουργηθεί στην κοινωνία και στα social media από μια υπόθεση. Και κάπως έτσι, στο σημείο αυτό, αναδύεται το ζήτημα της ευθύνης των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία λειτουργούν συχνά με τρόπο τροφοδοτούντα και διεγείροντα το λαϊκό αίσθημα…

Δυστυχώς, το φαινόμενο των λαϊκών δικαστηρίων ευδοκιμεί, εσχάτως όλο και περισσότερο, στην ελληνική τηλεοπτική πραγματικότητα, ιδίως όσον αφορά σε πολύκροτες υποθέσεις Ποινικού Δικαίου. Εύλογο είναι, φυσικά, να καταγράφεται ζωηρό το ενδιαφέρον του κοινωνικού συνόλου να ενημερώνεται για τις εξελίξεις, αλλά τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης συχνά παρεκκλίνουν της θεσμικής τους αποστολής. Και πάντα το κίνητρο είναι το εκ της τηλεθέασης, της ακροαματικότητας, των clicks ή της πώλησης φύλλων προκύπτον κέρδος. Για να είμαστε, βέβαια, ειλικρινείς, και παλαιότερα καταγράφονταν ακρότητες και υπερβολές από πλευράς του Τύπου, ο οποίος τύχαινε να υπερβαίνει τα εσκαμμένα κατά την κάλυψη θεμάτων του αστυνομικού ρεπορτάζ, όπως, για παράδειγμα, με τη δημοσίευση φωτογραφιών πτωμάτων και δραστών στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων με πηχυαίους και βαρύγδουπους τίτλους. Αυτό το οποίο σήμερα έχει αλλάξει είναι η ένταση και η έκταση με την οποία ασχολούμαστε με τα συγκεκριμένα θέματα, ωσάν ξαφνικά να μην υπάρχουν άλλα. Από το πρωί έως το βράδυ όλες οι εκπομπές και τα δελτία ειδήσεων τροποποιούν τη θεματολογία τους προκειμένου να ενημερώσουν το κοινό, σχεδόν αποκλειστικά, για τις εξελίξεις γύρω από ένα ειδεχθές έγκλημα. Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, δεν πρόκειται καν για εξελίξεις, αλλά για αναμάσημα των ίδιων και των ίδιων στοιχείων «τραβηγμένων από τα μαλλιά» και σχολιαζομένων από μια σειρά τηλε-κριτών, στους οποίους συγκαταλέγονται όχι μόνο οι παρουσιαστές και οι δημοσιογράφοι, αλλά και κάθε λογής επιστήμονες, όπως ιατροί και ιατροδικαστές, κοινωνιολόγοι και εγκληματολόγοι, ψυχολόγοι και ανθρωπολόγοι και, φυσικά, δικηγόροι, οι οποίοι λησμονούν το ρόλο τους ως συλλειτουργών της Δικαιοσύνης… Το καταγραφόμενο αποτέλεσμα, πάντως, είναι όλος αυτός ο ορυμαγδός, υπό την επίφαση του δημοσιογραφικού καθήκοντος ενημέρωσης του πολίτη επί συγκεκριμένων θεμάτων τα οποία «πουλάνε», να καταλήγει στη φαλκίδευση κανόνων και αρχών του νομικού μας συστήματος, όπως η μυστικότητα της ποινικής προδικασίας, καθώς και δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, προεξάρχοντος του τεκμηρίου της αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται πολυεπίπεδα.

 

Πιο συγκεκριμένα, ως προς την εθνική έννομη τάξη, το ελληνικό Σύνταγμα δεν περιέχει ρητή αναφορά στο τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο, ωστόσο, η θεωρία συνάγει σαφώς από τις συνταγματικές εγγυήσεις της προσωπικής ασφάλειας ως προς την επιβολή των ποινών και τη δίκαιη δίκη (άρθρα 6, 7 και 20 Συντ.), αλλά και γενικότερα από την αρχή του κράτους Δικαίου (άρθρο 25 Συντ.). Την άποψη αυτή δέχεται και το Συμβούλιο της Επικρατείας (ενδεικτικά: αποφάσεις 3336/2007 και 152/2004), το οποίο, μάλιστα, προσθέτει ότι το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου για ποινικό αδίκημα αποτελεί και ειδικότερη εκδήλωση της προστασίας της προσωπικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.) και του απαραβίαστου του ιδιωτικού βίου (άρθρο 9 παρ. 1 Συντ.) (ενδεικτικά: αποφάσεις 891/2015 και 1380/2005). Αντίθετα, ευθεία κατοχύρωσή του γίνεται στο άρθρο 71 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ενώ με βάση το άρθρο 7 του Νόμου 4596/2019 προβλέφθηκε ότι: «Ο ύποπτος ή κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικα, προς αποκατάσταση της βλάβης, την οποία υπέστη εξαιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητάς του από δηλώσεις δημόσιων αρχών που έλαβαν χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πριν την έκδοση της απόφασης σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, οι οποίες αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο στην εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του είτε προβαίνουν σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση της υπόθεσης.». Για λόγους πληρότητας, πρέπει να αναφερθεί ότι το τεκμήριο της αθωότητας διέπει και την πειθαρχική διαδικασία (άρθρο 108 παρ. 2 στχ. στ’ Ν. 3528/2007, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο Ν. 4057/2012).

 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το τεκμήριο της αθωότητας θεμελιώνεται στο άρθρο 48 παρ. 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος έχει ίδιο νομικό κύρος με τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες, συνιστώντας πρωτογενές Δίκαιο (άρθρο 6 παρ. 1 Σ.Ε.Ε.), ενώ διεθνώς στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία έχει κυρωθεί με το Νομοθετικό Διάταγμα 53/1974, και στο άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο έχει κυρωθεί με το Νόμο 2462/1997. Προστασία στο τεκμήριο της αθωότητας παρέχει και το άρθρο 11 παρ. 1 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία, μολονότι δεν έχει άμεση νομική ισχύ, μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτυπώνει γενικά παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, οι οποίοι, ως εκ τούτου, αποτελούν, άνευ ετέρου, αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής έννομης τάξης και υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης νόμου (άρθρο 28 παρ. 1 Συντ.).

Παρά, πάντως, την πολλαπλή του κατοχύρωση, διαφορετικό ζήτημα είναι το εάν το εν λόγω δικαίωμα τριτενεργεί, δηλαδή, εάν αναπτύσσει ισχύ και έναντι των ιδιωτών. Σχετικά πρέπει να επισημανθεί ότι, αν και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν αναγνωρίζει άμεσα και ευθέως τριτενέργεια στο τεκμήριο της αθωότητας, εν τούτοις, το κάνει έμμεσα και ως ένα βαθμό, αφού πάγια κρίνει ότι «μια επιθετική δημοσιογραφική εκστρατεία μπορεί να θίξει το δικαίωμα ενός κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, επηρεάζοντας την κοινή γνώμη και, συνεπώς, τυχόν ενόρκους οι οποίοι καλούνται να αποφασίσουν για την ενοχή του.» (ενδεικτικά: αποφάσεις: Priebke κατά Ιταλίας, 48799/99, 05.04.2001 και Del Giudice κατά Ιταλίας, 42351/98, 06.07.1999).

Αποφασιστικό και κρίσιμο στοιχείο, μάλιστα, προκειμένου να θεωρηθεί μια ειδησεογραφική εκστρατεία ως έντονη και επίμονη «δε συνιστούν, όσο κατανοητές και αν είναι, οι υποκειμενικές ανησυχίες του υπόπτου σχετικά με την απαιτούμενη αμεροληψία των δικαστηρίων, αλλά το εάν, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, οι φόβοι του μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικά δικαιολογημένοι.» (ενδεικτικά: αποφάσεις Paulikas κατά Λιθουανίας, 57435/09, 24.01.2017 και Nortier κατά Ολλανδίας, 13924/88, 24.08.1993). Στις περιπτώσεις αυτές, η προσβολή, ακόμα και αν προέρχεται από ιδιωτικούς ειδησεογραφικούς φορείς, καταλογίζεται στο κράτος στο οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη η περί ης ο λόγος ποινική διαδικασία. Τέλος, το Δικαστήριο του Στρασβούργου δεν παραλείπει να τονίσει ότι «η κάλυψη των τρεχόντων γεγονότων από τον Τύπο αποτελεί άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.» (ενδεικτικά: αποφάσεις G.C.P. κατά Ρουμανίας, 20899/03, 20.12.2011 και Butkevičius κατά Λιθουανίας, 48297/99, 28.11.2000), επισημαίνοντας, ωστόσο, παράλληλα, το εξής: «Ενώ είναι αλήθεια ότι, λόγω του δικαιώματος του κοινού στην πληροφόρηση, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην ελευθερία του τύπου, πρέπει, ωστόσο, να επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ αυτής της ελευθερίας και του δικαιώματος για δίκαιη δίκη την οποία εγγυάται το άρθρο 6 της Σύμβασης. Σε μια δημοκρατική κοινωνία κατά την έννοια της Σύμβασης αυτό το δικαίωμα κατέχει τόσο εξέχουσα θέση που μια περιορισμένη ερμηνεία του άρθρου 6 παρ. 1 δε θα ανταποκρίνεται στο σκοπό και στο αντικείμενο αυτής της διάταξης.» (ενδεικτικά: αποφάσεις Akay κατά Τουρκίας, 34501/97, 19.02.2002 και Baragiola κατά Ελβετίας, 17265/90, 21.10.1993).

Όσον αφορά στην Ελλάδα, η ευρέως υποστηριζόμενη από τη θεωρία άποψη είναι ότι το τεκμήριο της αθωότητας δεσμεύει όχι μόνο τους κρατικούς φορείς, αλλά και τους ιδιώτες (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ’ Συντ.), θέση την οποία δέχεται και η νομολογία. Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθεί η απόφαση 152/2004 του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία όχι μόνο δέχθηκε την τριτενέργεια του τεκμηρίου της αθωότητας αλλά, κατά τη στάθμιση, κατέληξε ότι μπορεί να υφίσταται και σχετικός περιορισμός της ελευθερίας του Τύπου. Με τα λόγια του ίδιου του Δικαστηρίου: «Είναι (…) οπωσδήποτε απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η κατοχυρούμενη από το άρθρο 10 παρ. 1 της Συμβάσεως της 4.11.1950 “διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών” (εφεξής ΕΣΔΑ), κυρωθείσης διά του Ν. Δ/τος 53/1974 (254 Α) ελευθερία του τύπου να μεταδίδει ειδήσεις τελέσεως αξιοποίνων πράξεων και να πληροφορεί το κοινό σχετικά με το θεωρούμενο από τις αρμόδιες αρχές ως ένοχο ή ύποπτο τελέσεως των πράξεων αυτών πρόσωπο δεν μπορεί να περιορίζεται από την κατοχυρούσα το τεκμήριο της αθωότητας διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ΕΣΔΑ, η οποία είναι αντιτάξιμη έναντι των δημοσίων αρχών, όχι όμως και έναντι ιδιωτών. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του εάν οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί, οι οποίοι διέπονται κατ’ αρχήν από το άρθρο 15 του Συντάγματος καλύπτονται ή όχι από τις εγγυήσεις που καθιερώνουν οι διατάξεις του άρθρου 14 αυτού.».

Για αυτό, στο ίδιο πνεύμα κινείται και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, αφού σε ουκ ολίγες περιπτώσεις προβαίνει σε έρευνα και επιβάλλει κυρώσεις σε σταθμούς, καθώς συχνά εκπομπές μεταδίδουν πληροφορίες με τρόπο προεξοφλούντα την ενοχή του κατηγορουμένου, πριν διαμορφωθεί δικανική πεποίθηση ή πριν καν αυτός απολογηθεί. Δε θα ήταν υπερβολή να λεχθεί πως, ιδίως εσχάτως, παρατηρείται και το φαινόμενο η προσωποποίηση των κατηγορουμένων να μη γίνεται από και με την άσκηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα, αλλά να έχει προηγηθεί η «εξεύρεσή» τους από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ή τα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία αναμένουν την «επικύρωση» από πλευράς δικαστικής εξουσίας.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να υπομνησθούν και δύο ακόμα διατάξεις διέπουσες το δημοσιογραφικό λειτούργημα και στις οποίες αναφέρεται συχνά η Ανεξάρτητη Αρχή: αφενός το άρθρο 11 του Προεδρικού Διατάγματος 77/2003 σχετικά με τον Κώδικα Δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών, το οποίο αναφέρει: «1. Η αρχή ότι ο κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του γίνεται σεβαστή και συνεπώς δεν προεξοφλείται το αποτέλεσμα της δίκης ούτε οι κατηγορούμενοι αναφέρονται, άμεσα ή έμμεσα, ως ένοχοι. Ο φερόμενος ως δράστης δεν πρέπει να αναφέρεται με απαξιωτικούς για το πρόσωπό του χαρακτηρισμούς (…) 2. Δεν χρησιμοποιείται εικόνα, ούτε αναφέρεται όνομα, ούτε γίνεται με άλλο τρόπο σαφής η ταυτότητα συγγενών κατηγορουμένου ή καταδικασθέντος σε αξιόποινες πράξεις, εκτός αν η αναφορά είναι απολύτως αναγκαία για την έκθεση των γεγονότων. (…)», αφετέρου το άρθρο 2 στχ. γ’ του Κώδικα Επαγγελματικής Ηθικής και Κοινωνικής Ευθύνης των δημοσιογράφων, τον οποίο έχει καταρτίσει από το 1998 η Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών για τα μέλη της, προβλέποντας τα ακόλουθα: «Η δημοσιογραφία, ως επάγγελμα, αλλά και κοινωνικό λειτούργημα, συνεπάγεται δικαιώματα, καθήκοντα και υποχρεώσεις. Ο δημοσιογράφος δικαιούται και οφείλει: (…) γ. Να σέβεται το τεκμήριο της αθωότητας και να μην προεξοφλεί τις δικαστικές αποφάσεις.».

Μέσα, λοιπόν, στο ανωτέρω περιγραφόμενο τηλεοπτικό κλίμα οχλοβοής, το οποίο απάδει προς ένα σύγχρονο κράτος Δικαίου και έχει ως συνέπεια να τρέφει με ναρκισσισμό την προσωπικότητα των δραστών, οι οποίοι καθίστανται «πρωταγωνιστές», αλλά και να πυροδοτεί εναντίον τους ακραία φαινόμενα προπηλακισμών, λιντσαρισμάτων και αυτοδικίας, δείγματα της ηδονιστικά ανθρωποφάγου διάθεσής μας, το βασικό μήνυμα είναι ότι οι θεσμοί, είτε πρόκειται για τη Δικαιοσύνη είτε για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, πρέπει να ξαναβρούν το σωστό βηματισμό τους.
Ο δημοσιογράφος οφείλει να τηρεί μια απόσταση «ασφαλείας» από την είδηση την οποία μεταδίδει. Ειδάλλως, εύκολα μπορεί να στιγματιστούν και να αμαυρωθούν άνθρωποι και υπολήψεις.
Σαφώς υπάρχουν γεγονότα τα οποία μας αγγίζουν όλους ως ανθρώπους, η διαχείριση των οποίων απαιτεί ιδιαίτερη ψυχική προσπάθεια, αλλά το λειτούργημα του δημοσιογράφου επιβάλλει να μην έχει συναισθηματικές εμπλοκές. Το ίδιο ισχύει, άλλωστε, και για το δικαστή σε σχέση με τα ενώπιον του τιθέμενα περιστατικά. Μόνον έτσι μπορεί να φέρει σε πέρας νηφάλια και απροκατάληπτα το έργο του, εκδίδοντας μια απόφαση, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά σε στέρεες αποδείξεις. Οι θεσμοί της σύγχρονης δημοκρατικής πολιτείας μας πρέπει, τελικώς, να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, αναλογιζόμενοι την ευθύνη τους απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Αυτό είναι, άλλωστε, το νόημα της ύπαρξής τους…

  • Ο Νίκος Μάλαμας είναι Δικηγόρος Αθηνών, Δ.Μ.Σ. Δημοσίου Χρηματοπιστωτικού Δικαίου Ε.Κ.Π.Α. και Υπ. Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου Ε.Κ.Π.Α..