Από τον Νικόλαο Σουγανίδη, ασκούμενο δικηγόρο


Το παρόν άρθρο πραγματεύεται το ζήτημα της νομοθετικής πρόβλεψης περιορισμών στο δικαίωμα των κρατουμένων να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε ενώσεις προσώπων και δη, να οργανώνονται συνδικαλιστικά. Συγκεκριμένα, αντικείμενο της κάτωθι ανάλυσης συνιστά ο σχολιασμός της από 07Δεκεμβρίου 2021 αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ) επί της υπ’ αριθ. 29582/09 προσφυγής της Δημοκρατικής Συνδικαλιστικής Ένωσης της Γιακουτίας (Yakut Republican Trade – Union) κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 34 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ), αφορώσα τη νομιμότητα της αποβολής από αυτήν συνδικαλιστικής οργάνωσης κρατουμένων, ύστερα από σχετική εγχώρια νομοθετική τροποποίηση που απαγόρευε τη συμμετοχή των κρατουμένων σε τοιαύτες ενώσεις προσώπων.

Β. Πραγματικά Περιστατικά

Β.1.Νομικό Καθεστώς – Τροποποίηση 19ου Άρθρου του Συμφώνου για τις Ενώσεις Προσώπων του 1995

Τη 10η Ιανουαρίου του έτους 2006, ύστερα από τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας, αφορώσης τις προϋποθέσεις αναγνώρισης μη κερδοσκοπικών οργανισμών, συμπεριλήφθη σχετική πρόβλεψη δια της οποίας απαγορευόταν σε φυλακισμένους καταδίκους να συστήνουν ή να συμμετέχουν ως μέλη σε ενώσεις προσώπων.[1]Ο εν λόγω περιορισμός τέθηκε σε ισχύ τη 18η Απριλίου 2006[2], ήτοι μετά τη συμπλήρωση ενενηκονθημέρου από τη δημοσίευση της νομοθετικής αλλαγής.

Β.2. Εγχώριες εγκαταστάσεις φυλακών – Οργάνωση Κρατουμένων

            Η υπ’ αριθ. 7 ποινική αποικία είναι μια ρωσική ομοσπονδιακή φυλακή υψίστης ασφαλείας, ευρισκομένη στην πόλη της Γιακουτίας. Στις εγκαταστάσεις αυτής, οι κρατούμενοι κατεπιάνοντο με εργασίες πριστηρίου και συντήρησης των κτιριακών υποδομών. Ύστερα από τακτικές και πολυάριθμες επισκέψεις του, ο επικεφαλής της Δημοκρατικής Συνδικαλιστικής Ένωσης της Γιακουτίας, μιας μη κυβερνητικής οργανώσεως, εδρευούσης στη Δημοκρατία της Σάχα, διαπίστωσε, ότι οι συνθήκες κράτησης και απασχόλησης των τροφίμων ήταν όλως ακατάλληλες. Εναργέστερα, ο κος Λότζινοφ (Loginov) μνημόνευσε, ότι οι απολαβές των κρατουμένων ήταν γλίσχρες, η διάρκεια της απασχόλησής τους υπέρ του δέοντος εκτενής, ότι παρεβλέποντο οι ειδικές ανάγκες που είχαν αρκετοί από αυτούς, αλλά και ότι δεν είχε ληφθεί κανένα μέτρο για την ασφάλεια στον χώρο, όπου παρήγαγαν έργο. Ενόψει τούτων, απευθύνθηκε προσωπικά στους φυλακισμένους, ενημερώνοντας και ευαισθητοποιώντας τους ως προς τα δικαιώματά τους και την παραβίασή τους.

            Τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους, είκοσι (20) εκ των κρατουμένων συναντήθηκαν εν κρυπτώ και, τελώντας πλέον εν γνώσει της παραβίασης των δικαιωμάτων τους ψήφισαν και αποφάσισαν την προσχώρησή τους στην ως άνω ένωση, η οποία και με τη σειρά της την ενέκρινε. Τον Ιούνιο του επόμενου έτους, ήτοι 2007, ύστερα από συναφή εισαγγελική έρευνα η ως είρηται ένωση κρίθηκε μη σύννομη. Αφετηριακή βάση της εν θέματι κρίσης υπήρξε ο θεμελιωμένος στον εθνικό σωφρονιστικό κώδικα αφορισμός, ότι η εργασία των κρατουμένων δεν μπορεί να ισοσκελιστεί με επαγγελματική απασχόληση, αλλά πρόκειται για μέθοδο σωφρονισμού. Προς επίρρωση αυτών, μνημονεύτηκε, η σχετική ως άνω τροποποίηση περί την απαγόρευση συμμετοχής των κρατουμένων σε συνδικαλιστικές ενώσεις, αλλά και το γεγονός, ότι τα πρόσωπα αυτά δεν είχαν συνδικαλιστικά συμφέροντα, καθότι ήσαν εγκλεισμένα και δεν μπορούσαν να εργαστούν. Επί τη βάσει τούτου και σε συνδυασμό με τη σχετική εγχώρια νομοθετική τροποποίηση, ακολούθησε σχετική εισαγγελική παραγγελία προς την αιτούσα περί την αποβολή της ενώσεως των κρατουμένων.

            Η αιτούσα αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς αυτή, επικαλουμένη τη Σύμβαση για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και την προστασία του δικαιώματος προς οργάνωση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας [International Labour Organization (ILO) Convention on the Freedom of Association and Protection of the Right to Organize 1948][3], δια της οποίας περιοριζόταν ρητώς η κρατική παρέμβαση σε ζητήματα των ενώσεων. Έπειτα, η διαφορά ήχθη ενώπιον των εγχώριων δικαστικών αρχών, δυνάμει σχετικής εισαγγελικής παρεμβάσεως, αρχικώς με αίτημα την άρση της αναγνώρισης της ενώσεως, επί του οποίου το εγχώριο Δικαστήριο απεφάνθη αρνητικά, απορρίπτοντάς το. Σε δεύτερο χρόνο, η υπόθεση εισήχθη προς κρίση με αίτημα πλέον την αποβολή αυτής από την αιτούσα. Τελικώς, τόσο το πρωτοβάθμιο, όσο και το ανώτατο δικαστήριο έκριναν υπέρ του αιτήματος αποβολής, αποφάσεις με τις οποίες η αιτούσα συμμορφώθηκε.[4]

Γ. Παραδεκτό 

            Κατόπιν τούτων δε, υπεβλήθη προσφυγή της ενώσεως ενώπιον του ΕΔΔΑ ενώ της εξέτασης της ουσιαστικής βάσεως αυτής, προηγήθηκε η κρίση περί του παραδεκτού, ως κάτωθι.

Γ.1. Καθ’ ης 

            Η Ρωσική Κυβέρνηση προέβαλε πέντε ισχυρισμούς κατά του παραδεκτού της προσφυγής. Εναργέστερα, πρότεινε την αντίθεσή της προς την ΕΣΔΑ αφ’ ενός ratione materiae, καθότι το νομολογιακό προηγούμενο του ενωσιακού δικαστηρίου τοποθετείτο κατά της αναγνώρισης της συνδικαλιστικής ελευθερίας των κρατουμένων και δη της ίδρυσης ενώσεων από εκείνους. Αφ’ ετέρου, υπογράμμισε την αντίθεσή της ratione personae, διατεινόμενη, ότι η προσφεύγουσα δε νομιμοποιείτο ενεργητικά, στερούμενη το απαραίτητο έννομο συμφέρον προς άσκηση της σχετικής προσφυγής. Αυτό συνέβη διότι η σχετική απόφαση των εγχωρίων δικαστηρίων δεν έβλαπτε εκείνη (ήτοι την προσφεύγουσα), αλλά τους κρατουμένους, οι οποίοι συναποτελούσαν την επίμαχη ένωση και, ειρήσθω εν παρόδω, δεν την είχαν εξουσιοδοτήσει σχετικά προς ενάσκηση ενδίκων μέσων ενώπιον της οιασδήποτε αρμόδιας εγχώριας ή ενωσιακής αρχής. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, τοποθετήθηκε υπέρ του αθεμελίωτου και της αοριστίας της προσφυγής, καθώς δε μνημονεύοντο στο σώμα αυτής τα στοιχεία των συνδικαλιστών κρατουμένων. Τέλος, εξέφρασε τον προβληματισμό, ότι η προσφεύγουσα δεν είχε εξαντλήσει τα εγχώρια ένδικα μέσα προτού προσφύγει ενώπιον του ΕΔΔΑ. Συγκεκριμένα, σημείωσε, ότι εναλλακτικά και πρωθύστερα, δέον όπως είχε φέρει τη διαφορά προς κρίση ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου περί τη συνταγματικότητα της σχετικής νομοθετικής τροποποίησης εις βάρος των κρατουμένων και της συνδικαλιστικής τους ελευθερίας, αλλά και είχε προσφύγει κατά της αποφάσεως του Ανωτάτου Ρωσικού Δικαστηρίου, που διέταξε την αποβολή του συνδικάτου.[5]

 

 

Γ.2. Αιτούσα 

            Η Δημοκρατική Συνδικαλιστική Ένωση της Γιακουτίας (Yakut Republican Trade – Union) απεναντίας, απάντησε στους ανωτέρω ισχυρισμούς ότι η διατύπωση επιχειρημάτων κατά του απαραδέκτου της προσφυγής της γινόταν σε μια προσπάθεια της Κυβέρνησης σε συνεργασία με τη διοίκηση να βάλλουν κατά των συνδικαλιστών και να τους παρεμποδίσουν. [6]

Γ.3. Δικαστήριο 

            Το Ενωσιακό Δικαστήριο αναφορικά με την ratione materiae αντίθεση της προσφυγής προς την ΕΣΔΑ απεφάνθη ότι η σχετική νομολογία[7] στην οποία αναφέρθηκε η καθ’ ης, ήταν όλως διακριτή του κρινόμενου ζητήματος, καθότι δεν αφορούσε τη συνδικαλιστική τους ελευθερία, αλλά την κοινωνική σύνθεση των κρατουμένων και τις συνθήκες κράτησής τους. Αναφορικά δε με την ενεργητική νομιμοποίηση της προσφεύγουσας, έκρινε, ότι κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ[8], αναγνωρίζεται ουχί μόνον στους εργαζομένους η ελευθερία να συμμετάσχουν σε μια οργάνωση, αλλά και στην αντίστοιχη ελευθερία και ευχέρεια αυτής να επιλέγει τα μέλη της. Έπειτα, ως προς την αοριστία της προσφυγής, ένεκα της παράλειψης κατονομασίας των συνδικαλιστών κρατουμένων, σημείωσε, ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο, διότι προσφεύγουσα ήταν η Δημοκρατική Συνδικαλιστική Ένωση της Γιακουτίας (Yakut Republican Trade – Union) και ουχί οι εκείνοι. Τέλος, μνημόνευσε, ότι ούτε η προσφυγή στο εθνικό συνταγματικό δικαστήριο, αλλά ούτε και η ανώτερη διοικητική προσφυγή (supervisory review) λογίζονται ως ένδικα μέσα και ούτω η ενάσκησή τους δεν ήτο προϋπόθεση απαραίτητη προς εισαγωγή της διαφοράς ενώπιόν Του. Τούτων δοθέντων, το ΕΔΔΑ απέρριψε εν συνόλω και καθ’ ολοκληρίαν τους ισχυρισμούς της καθ’ ης και έκρινε την προσφυγή παραδεκτή.[9]

Δ. Ουσία – Κρινόμενο ζήτημα 

            Κατ’ ακολουθίαν της κρίσης του υπέρ του παραδεκτού της προσφυγής, το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέτεση της ουσίας αυτής. Εν προκειμένω, το επίμαχο ζήτημα έγκειτο στο εάν και σε ποιο μέτρο είχε εμφιλοχωρήσει παραβίαση του άρθρου 11 ΕΣΔΑ8, δια του νομοθετικού περιορισμού της συνδικαλιστικής ελευθερίας των κρατουμένων.

Δ.1. Ουσία – Τοποθέτηση αιτούσας

            Ως μνημονεύτηκε και ανωτέρω, η αιτούσα ένωση διετείνετο, ότι η συνδικαλιστική ελευθερία των κρατουμένων προσώπων παραβιάστηκε δια της επιβολής υπέρμετρων περιορισμών εις αυτήν. Συγκεκριμένα, διαμαρτυρήθηκε, ότι το ρωσικό σωφρονιστικό κατάστημα όλως αδικαιολογήτως και παρανόμως απέτρεψε και παρεμπόδισε τους κρατούμενους να οργανωθούν συνδικαλιστικά και να ιδρύσουν ή να συμμετάσχουν σε συνδικαλιστικές ενώσεις.[10]

Δ.2. Ουσία – Τοποθέτηση καθ’ ης

            Τουναντίον, η ρωσική κυβέρνηση υπογράμμισε ότι η ενάσκηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων ανήκει μόνο σε πρόσωπα, τα οποία δεν είχαν στερηθεί την ελευθερία τους. Εναργέστερα, επεσήμανε ότι το σχετικό δικαίωμα τελεί σε άμεση συνάρτηση με την ελευθερία των πολιτών να αποφασίσουν και να διαμορφώσουν τους όρους υπό τους οποίους θα διαθέσουν την εργατική τους δύναμη και, ούτω, ουχί σε κρατούμενους, αλλά σε ελεύθερους αμειβομένους εργαζομένους. Η καθ’ ης από την πλευρά της τόνισε ότι οι εργασίες με τις οποίες απασχολούντο οι κρατούμενοι δεν συνιστούσαν ελεύθερη αμειβόμενη εργασία. Τουναντίον, η απασχόληση των προσώπων στις φυλακές αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του σωφρονισμού τους και είναι, ως εκ τούτου υποχρεωτική. Σημείωσε επίσης, πως οι όροι απασχόλησης των κρατουμένων ήταν καθ’ ολοκληρίαν οριζόμενοι νομοθετικά και, ούτω, μη διαπραγματεύσιμοι από μέρους αυτών ενώ παρατήρησε, ότι ήτο άνευ ουσίας να αναγνωριστεί η συνδικαλιστική ελευθερία στους φυλακισμένους, καθώς, αφ’ ενός οι παρέχοντες εργασία εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων δεν είχαν εργασιακά συμφέροντα και αφ’ ετέρου υπήρχαν ήδη φορείς θεσμοθετημένοι και αρμόδιοι για την κατοχύρωση και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των συγκεκριμένων προσώπων (π.χ. υπάλληλοι του σωφρονιστικού καταστήματος). Τέλος, η καθ’ ης εξέφρασε τον προβληματισμό της, ότι η συμμετοχή των κρατουμένων σε τοιαύτες ενώσεις θα συνεπαγόταν τη διεκδίκηση εξ αυτών έτερων και πλείω των ήδη υπαρχόντων προνομίων και δικαιωμάτων, υποδαυλίζοντας και υποσκάπτοντας τελικώς τη διατήρηση της τάξης εντός των φυλακών, αλλά και τον σωφρονιστικό τους σκοπό.[11]

Δ.3. Ουσία – Κρίση Δικαστηρίου (Πλειοψηφία)

            Το Δικαστήριο εξέτασε το επίμαχο ζήτημα περί της παραβιάσεως του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ υπό τον έλεγχο τεσσάρων παραγόντων και δη, ήλεγξε εάν: α) υπήρξε περιορισμός της συνδικαλιστικής ελευθερίας των κρατουμένων, β) ο περιορισμός αυτός ήταν νόμιμος, γ) απέβλεπε στην εκπλήρωση συγκεκριμένου σκοπού και δ) το προσδοκώμενο όφελος ήταν δυσανάλογο εν συγκρίσει προς τις δυσμενείς συνέπειες από τη λήψη του περιοριστικού μέτρου. Εναργέστερα, κατά πρώτον, το ΕΔΔΑ έκρινε, ότι η από 23/09/2008 απόφαση του Δικαστηρίου της Γιακουτίας περί της αποβολής της ενώσεως των κρατουμένων από την αιτούσα, περιόρισε την κατοχυρωμένη δυνάμει του αρ. 11 της ΕΣΔΑ συνδικαλιστική ελευθερία της τελευταίας να επιλέξει τα μέλη της. Κατ’ ακολουθίαν τούτου, διέγνωσε ότι ο επιβαλλόμενος δυνάμει εσωτερικών νομοθετικών διατάξεων (Public Associations Act 1995, Trade Unions Act 1996) περιορισμός, όπως και οι αντίστοιχοι επιβαλλόμενοι σε έτερα των κρατουμένων υπερνομοθετικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, απέβλεπε στη διατήρηση της τάξης και της ασφάλειας μεταξύ αυτών εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων. Τέλος, το Δικαστήριο ολοκλήρωσε τον συλλογισμό του με την εξέταση του κατά πόσο ο επιβαλλόμενος περιορισμός ήταν σύμφωνος με την αρχή της αναγκαιότητας. Ειδικότερα, μνημόνευσε, ότι η κράτηση προσώπων εντός τοιαύτων εγκαταστάσεων με σκοπό τον σωφρονισμό τους δεν συνεπάγεται αύθις και παραχρήμα την εξουδετέρωση των δικαιωμάτων και ελευθεριών τους. Τουναντίον, πλην της θεσμοθετημένης και προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ στέρηση της ελευθερίας τους, η ισχύς άπαντος τινός ετέρου δικαιώματός των βαίνει αμετάβλητη (π.χ. η κατ’ άρθρο 3 απαγόρευση απάνθρωπης μεταχείρισης).

            Εν συνεχεία, το Δικαστήριο υπογράμμισε τη μείζονα σημασία της συνδικαλιστικής ελευθερίας στο κοινωνικό και εργατικό γίγνεσθαι των πολιτών και, συγκεκριμένα, στον διάλογο και ενίοτε, τη διελκυστίνδα μεταξύ των εργαζομένων και των εργοδοτών. Τοιαύτης συνθήκης δοθείσης, σχολίασε, ότι περιορισμοί αυτής, στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας, δέον, όπως επιβάλλονται μόνον εφ’ όσον εισί επαρκώς δικαιολογημένοι και προκύπτοντες ύστερα από ορθή αξιολόγηση των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών. Τούτω δοθέντων, καίτοι ρητός και σαφής ορισμός των συνδικαλιστικών ενώσεων ελλείπει από την ΕΣΔΑ, κατόπιν εξέτασης της νομολογίας του ΕΔΔΑ, διεπίστωσε, ότι ζητήματα αφορόντα τη λειτουργία τους εντοπίζονταν μεταξύ προσώπων τελούντων σε εργασιακή σχέση. Συνεπώς, τόνισε, ότι η απασχόληση των κρατουμένων εντός των εγκαταστάσεων της φυλακής είναι υποχρεωτική για εκείνους και αποβλέπει αποκλειστικά και μόνον στον σωφρονισμό τους και ούτω, δέον, όπως μην αντιμετωπιστεί αντίστοιχα προς την εργασία που παρέχεται από ελεύθερους και αμειβομένους εργαζομένους. Τελικώς, το ΕΔΔΑ προβαίνοντας σε μια ζωντανή και ευέλικτη ερμηνεία της ΕΣΔΑ αναγνώρισε, ότι με την πάροδο του χρόνου, πράγματι ενδέχεται να καταστεί αναγκαίος ο συνδικαλισμός των κρατουμένων, ιδίως στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών καθ’ υπόδειξη ιδιωτικού φορέως. Μολαταύτα, ένεκα των συνθηκών που επικρατούσαν στο επίδικο χρονικό διάστημα εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων, ευλόγως γίνεται αντιληπτό, ότι η ενάσκηση συναφών δικαιωμάτων από τους κρατούμενους υπό αυτές τις συνθήκες ήτο ιδιαίτερα δύσκολη. Διά αυτούς τους λόγους, το ΕΔΔΑ συμφώνησε με την προσφεύγουσα, ότι πράγματι δεν εξαιρείται οιαδήποτε κοινωνική ομάδα από την απόλαυση και την ενάσκηση της κατοχυρωμένης στο άρθρο 11 συνδικαλιστικής ελευθερίας, ωστόσο, ενέμεινε, ότι, δυνάμει των ανωτέρω παραδοχών, αναγνώριση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων σε κρατουμένους δεν θα είχε πρακτικό αντίκρισμα, πολλώ δε μάλλον θα υποδαύλιζε τον σωφρονισμό τους, ενώ θα ελλόχευαν σημαντικές απειλές για τη διατήρηση της τάξης εντός των καταστημάτων. Ως εκ τούτου, έκρινε, ότι η επιβαλλομένη δια δικαστικής αποφάσεως αποβολή της ενώσεως των κρατουμένων από την προσφεύγουσα ένωση και ο περιορισμός που επεβλήθη δια αυτής, δεν παραβίασε το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ.[12]

 

 

Δ.4. Ουσία – Κρίση Δικαστηρίου (Μειοψηφία)

            Εν τούτοις, η ως είρηται απόφαση του ΕΔΔΑ δεν υπήρξε ομόφωνη. Εναργέστερα, κατά το δοκούν των μειοψηφούντων δικαστών, η απαγόρευση των κρατουμένων να οργανωθούν συνδικαλιστικά υπαγορεύεται περισσότερο από την ανάγκη άσκησης ελέγχου σε αυτούς και δε θεμελιώνεται επαρκώς νομικά. Οι διαφωνούντες δικαστές, αναγνωρίζουν και πιθανολογούν, ότι πράγματι ο ελεύθερος συνδικαλισμός των κρατουμένων σε χώρους κράτησης ενδεχομένως να οδηγούσε σε απώλεια της τάξης και της ισορροπίας και, ούτω σε έκρυθμες καταστάσεις. Ωστόσο, υποστήριξαν, ότι ο κίνδυνος ανάκυψης εκρύθμων καταστάσεων και κατάχρησης των ως είρηται δικαιωμάτων δεν είναι επ’ ουδενί αρκετός για να οδηγήσει στην εξουδετέρωσή τους και την ολοκληρωτική παρεμπόδιση άσκησης οιασδήποτε έκφανσής τους. Επικαλούμενοι προηγούμενες συναφείς αποφάσεις[13], παρατήρησαν, ότι η δυνατότητα επιβολής περιορισμών στη συνδικαλιστική ελευθερία των πολιτών θα πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά και να εφαρμόζεται, μόνον όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Εν προκειμένω, δε, διατείνοτο, ότι επί τη βάσει των επίμαχων πραγματικών περιστατικών δεν προέκυψαν σαφείς και επαρκείς ενδείξεις, ένεκα των οποίων να καθίσταται αναγκαία η αναγνώριση περιορισμών εις βάρος των κρατουμένων, πολλώ δε μάλλον, μια ολοκληρωτική απαγόρευση της ενάσκησης συνδικαλιστικών δικαιωμάτων. Έτσι, αφορμούμενοι από την ανάγκη συμφωνίας των τιθέμενων περιορισμών με την αρχή της αναλογικότητας, διεπίστωσαν, ότι οι δυσμενείς συνέπειες από τη λήψη του περιοριστικού μέτρου, και δη της αποβολής του συνδικάτου των κρατουμένων από την προσφεύγουσα ένωση, ήταν δυσανάλογες συναρτήσει προς το επιδιωκόμενο όφελος, ήτοι τη διατήρησης της τάξης εντός των σωφρονιστικών εγκαταστάσεων. Μνημονεύοντας τανάπαλι συναφή νομολογιακά παραδείγματα[14], υπέδειξαν ότι οι τρόφιμοι στις φυλακές βρίσκονται σε δυσμενή θέση. Δραττόμενοι των παραπόνων του επικεφαλής της προσφεύγουσας, ο οποίος είχε πολλάκις επισκεπτεί τις επίμαχες εγκαταστάσεις, παρατήρησαν, ότι καίτοι δεν μπορούσαν να τις δεχθούν ως αποδεδειγμένες, μολαταύτα εξέφρασαν τον προβληματισμό τους, ότι παρόμοιες μαρτυρίες για τις συνθήκες κράτησης των τροφίμων ήταν ουκ ολίγες. Αφορμούμενοι, δε, από τη μειονεκτική θέση υπό την οποία τελούσαν οι κρατούμενοι, αντιτιθέμενοι προς τη γνώμη της πλειοψηφίας, οι μειοψηφούντες δικαστές πρότειναν, ότι ακριβώς επειδή οι ελευθερίες και τα δικαιώματά τους συχνά καταπατώνται, οι κρατούμενοι μοιράζονταν έντονους εργασιακούς προβληματισμούς, και, ως εκ τούτου, θα ήταν πρόθυμοι να οργανωθούν συνδικαλιστικά, ούτως ώστε αυτοί να εισακουστούν. Συνέχισαν τον συλλογισμό τους δε με την παραδοχή, ότι, καθότι δεν εξαιρείται η οιαδήποτε κοινωνική ομάδα από το πεδίο εφαρμογής της κατ’ άρθρο 11 συνδικαλιστικής ελευθερίας, κατ’ αντιστιοιχίαν, δέον όπως, αυτή αναγνωρίζετο ως πρέπει και στους τροφίμους. Προς επίρρωσή τούτου, προσέθεσαν, ότι δεν αρκεί ο αφορισμός, ότι οι κρατούμενοι παρέχουν την εργασία τους υπό διαφορετικές συνθήκες εν συγκρίσει προς αυτές των ελεύθερων εργαζομένων, για να θεμελιωθεί ο αποκλεισμός τους από την ως είρηται ελευθερία.

            Εν συνεχεία, σημείωσαν, ότι τόσο η καθ’ ης όσο και οι πλειοψηφούντες δικαστές αρκέστηκαν σε μια γενική και αόριστη επαγγελία των κινδύνων που θα μπορούσαν να προκύψουν, ει αναγνωρίζετο στους κρατουμένους το σχετικό δικαίωμα, ενώ για να λογίζετο ως δικαιολογημένος ο περιορισμός του δικαιώματός των, δέον όπως οι πιθανοί αυτοί κίνδυνοι εξειδικεύοντο. Μάλιστα, παρατήρησαν, ότι η σχετική εγχώρια νομοθετική πρόβλεψη ήτο υπέρ του δέοντος αυστηρή και απόλυτη, καθώς οδηγούσε σε μια ολοκληρωτική εκμηδένιση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των τροφίμων, δίχως να υπάρχει σχετική μνεία περί της δυνατότητας εφαρμογής λιγότερο δυσμενών μέτρων για την επίτευξη του ιδίου αποτελέσματος. Τούτων δοθέντων, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επιβληθείσα στην προσφεύγουσα υποχρέωση αποβολής της συνδικαλιστικής ενώσεως των κρατουμένων ήτο δυσανάλογη προς το επιδιωκόμενο όφελος και, ως εκ τούτου, εκτίμησαν ότι πράγματι είχε εμφιλοχωρήσει παραβίαση του άρθρου 11 της Ε.Σ.Δ.Α. Προς τούτο σχολίασαν, ότι οι πλειοψηφούντες Δικαστές προέβησαν σε μία ξύλινη και καθόλου ευέλικτη ερμηνεία των σχετικών διατάξεων και περιόρισαν το πρακτικό αντίκρισμα και την αποτελεσματικότητα του επίμαχου δικαιώματος σε υπέρμετρο βαθμό.[15]

Ε. Αποτίμηση – Γνώμη του γράφοντος 

            Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αναγνωρίζεται εις άπαν τι πρόσωπο η ελευθερία ίδρυσης και συμμετοχής σε συνδικαλιστικές ενώσεις (trade unions). Επί τη βάσει του νομολογιακού προηγουμένου του ΕΔΔΑ, το ως είρηται δικαίωμα αναγνωρίζεται ως έκφανση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, δυνάμει της οποίας προστατεύεται η ιδιωτική πρωτοβουλία έναντι της κρατικής παρεμβατικότητας. Βάσει του επίμαχου άρθρου δε, αναγνωρίζεται στους πολίτες η δυνατότητα να διαφυλάσσουν δια της συνδικαλιστικής τους ενεργοποίησης τα εργασιακά τους συμφέροντα και, αντίστοιχα, αναμένεται από τα συμβαλλόμενα κράτη να δημιουργήσουν το κατάλληλο θεσμικό υπόβαθρο ούτως ώστε η δραστηριοποίηση και η ενάσκηση των ως είρηται δικαιωμάτων να καταστεί δυνατή.

            Οι επιβαλλόμενοι στο επίμαχο δικαίωμα περιορισμοί, κατ’ εφαρμογήν της δεύτερης παραγράφου του ως άνω άρθρου, δέον, όπως πληρούν μια σειρά από προϋποθέσεις. Εναργέστερα, κατά πρώτον, θα πρέπει αυτός να συνοδεύεται από συναφή προηγούμενη νομοθετική πρόβλεψη, και δη, να προβλέπεται από κανόνα δικαίου η νόμιμη ισχύς του οποίου αναγνωρίζεται από την εκάστοτε έννομη τάξη. Ο εν λόγω δε κανόνας θα πρέπει, να είναι διατυπωμένος με επαρκή ακρίβεια, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η συμμόρφωση των κοινωνών προς αυτόν. Εάν δε, αναγνωρίζεται ευχέρεια στις δημόσιες αρχές να εξειδικευόσουν τον επιβαλλόμενο περιορισμό, θα πρέπει πρωθύστερα να ορίζεται το πλαίσιο και η κατεύθυνση επί τη βάσει των οποίων αυτές θα μπορούν να διαμορφώσουν τη δράση τους. Κατά δεύτερον, ο εν θέματι περιορισμός απαιτείται να αποβλέπει και να εξυπηρετεί συγκεκριμένο όφελος. Αναμεταξύ τοιαύτων δε, κατατάσσονται η εθνική ασφάλεια και η ασφάλεια του κοινού, η διατήρηση της τάξης, η αποτροπή εγκληματικών ενεργειών, η προστασία των ηθών και της υγείας, καθώς και πλείω έτερα. Κατά τρίτον και κυριότερον, δέον όπως ο επιβαλλόμενος περιορισμός είναι απαραίτητος για την επίτευξη του εκάστοτε σκοπού στο πλαίσιο λειτουργίας μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Με άλλα λόγια, το εν θέματι κριτήριο, αφορά το εάν και σε ποιον βαθμό οι δυσμενείς συνέπειες που αυτός συνεπάγεται εις βάρος των κοινωνών υπερβαίνουν και τελούν σε δυσανάλογη σχέση προς το επιδιωκόμενο δια αυτού όφελος. Και το όφελος αυτό, δεν μπορεί εν πάσει περιπτώσει να υπερκεράσει το συμφέρον των επιβαρυμένων, απλώς και μόνον επειδή οι τελευταίοι υστερούν αριθμητικά, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν σαφείς προβλέψεις υπέρ των μειονοτήτων.

            Στο πλαίσιο τούτο, και προκειμένου, όπως διαπιστώσει το Δικαστήριο εάν πληρούται το κριτήριο της αναγκαιότητας, εξετάζει εάν, δια του επιβαλλόμενου μέτρου, ικανοποιείται μια κρίσιμη κοινωνική ανάγκη. Δηλαδή, θα πρέπει να υφίστανται επαρκείς αποδείξεις, οι οποίες να συνηγορούν υπέρ της διαπίστωσης, ότι η ανεμπόδιστη λειτουργία μιας συνδικαλιστικής ενώσεις βάλλει σαφώς κατά της πολιτείας. Το κατά πόσο υφίσταται η ως είρηται επείγουσα ανάγκη, διαπιστώνεται υπό των εγχωρίων αρχών, μολαταύτα, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι η εκτιμητική τους ευχέρεια δε χαλιναγωγείται από τον δικαστηριακό έλεγχο και εποπτεία. Φυσικά, οι εγχώριες αρχές έχουν κατά πολύ καλύτερη αντίληψη για την κατάσταση που επικρατεί εντός του εκάστοτε συμβαλλόμενου στην ΕΣΔΑ κράτους. Ωστόσο, αυτό δε συνεπάγεται αύθις και παραχρήμα, ότι το ΕΔΔΑ θα περιορίζεται σε μια απλή εξέταση του εάν και σε ποιον βαθμό οι αρχές αυτές αξιοποίησαν καλή τη πίστει και δοκίμως τη διακριτική τους ευχέρεια. Τουναντίον, θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάζει τον επιβαλλόμενο περιορισμό υπό το φως και επί τη βάσει των πραγματικών περιστατικών εν συνόλω ως αυτά φέρονται ενώπιόν του, προς διαπίστωση του εάν, αφ’ ενός, τα μέτρα που ελήφθησαν ήταν ανάλογα προς το επιδιωκόμενο όφελος και εάν, αφ’ ετέρου, η επιβολή τους θεμελιώθηκε σε επαρκείς, σαφείς και συγκεκριμένους λόγους. Ενόψει τούτων, το δικαιοδοτικό όργανο οφείλει να διαπιστώσει, εάν ο επίμαχος σκοπός θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί και δια της λήψεως λιγότερο επαχθών μέτρων. [16]

            Εν προκειμένω, η δια της απόφασης των εγχωρίων δικαιοδοτικών αρχών αποβολή της ενώσεως των κρατουμένων από την προσφεύγουσα, υπαγορεύτηκε δυνάμει προηγούμενης νομοθετικής τροποποίησης και σχετικής πρόβλεψης βάσει της οποίας απαγορεύετο σε κρατουμένους να ιδρύουν ή να συμμετέχουν σε τοιαύτες ενώσεις (trade unions). Εν συνεχεία, όπως μνημονεύθηκε και υπό της καθ’ ης, δια του επίμαχου μέτρου, εξυπηρετείτο η ανάγκη να διασφαλιστεί η διατήρηση της τάξης και της ισορροπίας εντός των εγκαταστάσεων των σωφρονιστικών καταστημάτων και να αποφευχθούν αναταραχές προκεκλημένες από κρατουμένους, που θα επεδίωκαν να ενωθούν και να οργανωθούν, προκειμένου να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Προς επίρρωση τούτου, υποστηρίχθηκε, ότι η ενάσκηση των σχετικών δικαιωμάτων και ελευθεριών υπό των κρατουμένων, θα είχε ως αποτέλεσμα τη διεκδίκηση από μέρους τους προνομίων και ελευθεριών, η αναγνώριση εις αυτούς των οποίων θα υπέσκαπτε τον σωφρονιστικό σκοπό της κράτησής τους.

            Ζήτημα όμως γεννάται αναφορικά με την αναγκαιότητα του επίμαχου μέτρου και την αναλογικότητα των συνεπειών που η λήψη του συνεπήγετο προς τον σκοπό στην εξυπηρέτηση του οποίου απέβλεπε. Προς τούτο, δέον όπως σημειωθεί, ότι η πλήρης αποβολή των κρατουμένων από την προσφεύγουσα οδηγεί εν τοις πράγμασι στην πλήρη αφαίμαξη της κατ’ άρθρο 11 της ΕΣΔΑ αναγνωριζομένης συνδικαλιστικής τους ελευθερίας από οιοδήποτε πρακτικό αντίκρισμά της. Ειδικότερα, καίτοι, ως ευλόγως γίνεται αντιληπτό, η οργάνωση των κρατουμένων με σκοπό την διεκδίκηση των δικαιωμάτων, πράγματι θα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αναταραχών εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων, αυτό επ’ ουδενί δεν επαρκεί, ούτως ώστε, να δικαιολογηθεί η πλήρης εξουδετέρωση της συνδικαλιστικής τους ελευθερίας. Σημειωτέον, ότι ως μνημόνευσε σχετικά και η Ρωσική Κυβέρνηση, όπως οι πολυάριθμες εγχώριες αρμόδιες αρχές μπορούσαν να διασφαλίσουν και να προστατεύσουν τα δικαιώματα των τροφίμων από ενδεχόμενες παραβιάσεις τους, αντίστοιχα θα μπορούσαν να μεριμνήσουν και να καταστείλουν ενδεχόμενες αναταραχές προκεκλημένες από κρατούμενους στο πλαίσιο συνδικαλισμού τους.

            Επιπρόσθετα, ως χαρακτηριστικά υπογραμμίστηκε από αμφότερους τους δικαστές της πλειοψηφίας και την καθ’ ης η προσφυγή, η ενάσκηση σχετικών συνδικαλιστικών δικαιωμάτων μπορεί να αξιοποιηθεί προκειμένου να επιτευχθεί η προαγωγή της ουσιώδους επικοινωνίας μεταξύ των εργαζομένων και των εργοδοτών. Κατ’ αντιστοιχία, λοιπόν, η συμμετοχή προσώπων που έχουν αποσχιστεί από τον κοινωνικό ιστό, όπως είναι οι κρατούμενοι, σε έναν διάλογο τέτοιας μορφής, η οργάνωση και η ενημέρωσή τους προς διασφάλιση των δικαιωμάτων τους και η επιζήτηση ουσιώδους επικοινωνίας αποτελούν ομολογουμένως εφαλτήριο αξιοποιήσιμο προς επανένταξή τους στην κοινωνία. Τέλος, ως προς την ικανοποίηση του κριτηρίου της αναγκαιότητας γίνεται αντιληπτό, ότι η αποβολή κρατουμένων από την προσφεύγουσα αποτελεί άνευ ετέρου ένα μέτρο ιδιαίτερα επαχθές και ισοδυναμεί προς την εκμηδένιση τόσο του δικαιώματος της προσφεύγουσας να επιλέγει ελεύθερα τα μέλη της, όσο και των ίδιων των τροφίμων να ιδρύουν ή να συμμετέχουν σε αντίστοιχες ενώσεις. Προκειμένου, δε να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός της εξασφάλισης της τάξης εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων, είναι φανερό, ότι θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί λιγότερο δυσμενή μέτρα, όπως επί παραδείγματι, ο έλεγχος των συγκεντρώσεών τους από τους υπαλλήλους των καταστημάτων, η πρόβλεψη μέγιστου αριθμητικού ορίου των συμμετεχόντων στις επίμαχες ενώσεις ή και η καθιέρωση συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας αυτών.

Τούτων δοθέντων και επί τη βάσει των ανωτέρω, πράγματι ο περιορισμός ο οποίος επιβλήθηκε στο σχετικό δικαίωμα, καίτοι προβλέπετο νομοθετικά και απέβλεπε στην εξυπηρέτηση ενός νόμιμου σκοπού, προκαλεί όλως δυσμενές και επαχθείς συνέπειες τόσο στην προσφεύγουσα, όσα και στους κρατούμενους, ενώ είναι σαφές ότι θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί πλείστα έτερα και λιγότερο επιβαρυντικά μέτρα πριν την αποβολή αυτών. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη του γράφοντος, πράγματι έχει εμφιλοχωρήσει παραβίαση του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ. Μολαταύτα, δεν μπορεί να παραγνωριστεί, ότι η φύση και ο χαρακτήρας της εργασίας των ελεύθερων αμειβομένων εργαζομένων απέχει παρασάγγας από εκείνον των κρατουμένων. Ενώ, δηλαδή, η παροχή εργασίας αποτελεί για τον μέσο κοινωνό μορφή κοινωνικοποίησης και βιοπορισμού, στην περίπτωση των τροφίμων σε σωφρονιστικά καταστήματα οι συνθήκες είναι όλως διαφορετικές. Οι τελευταίοι, δεν έχουν την ευχέρεια να επιλέξουν, εάν και πώς θα διαθέσουν την εργατική τους δύναμη, ενώ η απασχόλησή τους συνοδεύεται από ένα έντονο στοιχείο καταναγκασμού και αποβλέπει στον σωφρονισμό και ουχί στην προαγωγή και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. Ενόψει τούτων, καίτοι πράγματι ο σκοπός είναι η να αποφευχθεί η παραβίαση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των κρατουμένων που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, δημιουργούνται αμφιβολίες σχετικά με το εάν η ενάσκηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων είναι το κατάλληλο μέσο για να επιτευχθεί αυτό. Ωστόσο, η διερεύνηση του συγκεκριμένου ζητήματος υπερβαίνει τον σκοπό του παρόντος άρθρου και επεκτείνεται σε θέματα που βαίνουν πέραν του σχολιασμού της παρούσης αποφάσεως.


[1] Russian Federation: Federal Law of 2006 on Introducing Amendments to Certain Legislative Acts of the Russian Federation. Article 19. Requirements to founders and members of, and participants in public

Associations. Διαθέσιμο στο: https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/2006/34693

[2] Russian Federation: Federal Law of 2006 on Introducing Amendments to Certain Legislative Acts of the Russian Federation. Article 6. Διαθέσιμο στο: https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/2006/34693

[3] C087 – Freedom of Association and Protection of the Right to Organise Convention (1948) Διαθέσιμο στο: https://webapps.ilo.org/static/english/inwork/cb-policy-guide/freedomofassocandrighttoorganiseno87.pdf

[4] Case of Yakut Republican Trade – Union Federation v. Russia Application No. 29582/09 (ECHR, 7 December 2021) par. 2-10. Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/?i=001-213908

[5] Ibid par. 22-27.

[6] Ibid par. 28

[7] Case of James Bollan, Anne Bollan and Stephanie Bollan v. The United Kingdom Application No 42117/98 (ECHR, 4 May 2000). Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=002-6944

[8] European Convention on Human Rights. Article 11. Διαθέσιμη στο: https://fra.europa.eu/en/law-reference/european-convention-human-rights-article-11-0

[9]  Case of Yakut Republican Trade – Union Federation v. Russia Application No. 29582/09, par. 29-33.

[10] Ibid par. 34.

[11] Ibid par. 35.

[12] Ibid par. 36-48.

[13] Case of Sidiropoulos and others v. Greece Application No 57/1997/841/1047 (ECHR, 10 July 1998) Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-58205Βλ. Επίσης Case of Norwegian Confederation of Trade Unions (LO) and Norwegian Transport Workers’ Union (NTF) v. Norway Application No. 45487/17 (ECHR, 10 June 2021). Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-210332

[14] Case of Georgiev v. the Former Yugoslav Republic of Macedonia Application No. 26984/05 (ECHR, 19 April 2012). Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-110541. Βλ. επίσης  Case of Niculescu v. Romania Application No. 25333/03 (ECHR, 25 June 2013). Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-121613

[15] Case of Yakut Republican Trade – Union Federation v. Russia Application No. 29582/09. Joint Dissenting Opinion of Judges Lemmens and Serghides, 01-08.

[16] William A.Schabas, The European Convention on Human Rights: A Commentary  (Oxford University Press, 2015) 505 επ.

Πηγή Νομικός Παλμός