Από τη Φωτεινή-Ειρήνη Γιαννακοπούλου


Κατόπιν απόρριψης της αίτησης καταχώρισης του σωματείου τους με την επωνυμία «Πολιτιστικός Σύλλογος Τούρκων Γυναικών Ν. Ξάνθης» στο οικείο βιβλίο και εξάντλησης των τριών βαθμών δικαιοδοσίας των εθνικών δικαστηρίων, επτά γυναίκες, Ελληνίδες πολίτες και μουσουλμάνες στο θρήσκευμα, προσέφυγαν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), επικαλούμενες παραβίαση θεμελιωδών ατομικών  δικαιωμάτων τους που κατοχυρώνονται στα άρθρα 9 (ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας), 10 (ελευθερία έκφρασης) και 11 (ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η απόφαση του Σεπτεμβρίου του 2025 με την οποία το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η Ελλάδα παραβίασε το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, αποτέλεσε προσθήκη σε έναν ήδη μακρύ κατάλογο καταδικών, εντείνοντας ευλόγως τα ερωτήματα γύρω από το ζήτημα της αποτελεσματικής προστασίας των  δικαιωμάτων των μειονοτικών πληθυσμών της Ελλάδος.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

   Στην παρ. 1 του άρθρου 12 Συντάγματος προβλέπεται ότι «Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια»[1]. Στο δε άρθρο 11 της ΕΣΔΑ αναφέρεται ότι «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ίδρυσης συνδικάτων με άλλους και προσχώρησης σε συνδικάτα για την προάσπιση των συμφερόντων του. Η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν μπορεί να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς από εκείνους που προβλέπονται με νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα, σε δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων. Το παρόν άρθρο δεν απαγορεύει την επιβολή νόμιμων περιορισμών στην άσκηση αυτών των δικαιωμάτων από μέλη των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών υπηρεσιών του κράτους».

Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 78 του Αστικού Κώδικα «Ένωση προσώπων που επιδιώκει σκοπό μη κερδοσκοπικό αποκτά νομική προσωπικότητα όταν εγγραφεί σε ειδικό δημόσιο βιβλίο (σωματείο) που τηρείται στο πρωτοδικείο της έδρας του. Για να συσταθεί σωματείο χρειάζονται είκοσι τουλάχιστον πρόσωπα». Στο άρθρο 79 ΑΚ προβλέπεται ότι «για την εγγραφή του σωματείου στο βιβλίο οι ιδρυτές ή η διοίκηση του σωματείου υποβάλλουν αίτηση στο πρωτοδικείο. Στην αίτηση επισυνάπτονται η συστατική πράξη, τα ονόματα των μελών της διοίκησης και το καταστατικό με τις υπογραφές των μελών και με χρονολογία». Εξειδικεύοντας το αναγκαίο (επί ποινή ακυρότητας) περιεχόμενο του καταστατικού, ο νομοθέτης αναφέρει στο άρθρο 80 ΑΚ τα εξής: «Το καταστατικό, για να είναι έγκυρο, πρέπει να καθορίζει: 1. το σκοπό, την επωνυμία και την έδρα του σωματείου, 2. τους όρους της εισόδου, της αποχώρησης και της αποβολής των μελών, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, 3. τους πόρους του σωματείου, 4. τον τρόπο της δικαστικής και εξώδικης αντιπροσώπευσης του σωματείου, 5. τα όργανα της διοίκησης του σωματείου, καθώς και τους όρους με τους οποίους καταρτίζεται και λειτουργεί η διοίκηση και παύονται τα όργανά της, 6. τους όρους με τους οποίους συγκαλείται, συνεδριάζει και αποφασίζει η συνέλευση των μελών, 7. τους όρους για την τροποποίηση του καταστατικού, 8. τους όρους για τη διάλυση του σωματείου».

   Τηρώντας το γράμμα του νόμου, οι επτά αιτούσες (Sagir, Chatzi-Halil, Kourouk, Moumin, Nichatoglou, Ouzoun, Serifoglou), κατέθεσαν την 1η Δεκεμβρίου 2010, ενώπιον του Πρωτοδικείου Ξάνθης, αίτηση για εγγραφή του σωματείου τους με την επωνυμία «Πολιτιστικός Σύλλογος Τούρκων Γυναικών Ν. Ξάνθης», στο βιβλίο σωματείων του οικείου δικαστηρίου, επισυνάπτοντας το καταστατικό, στο άρθρο 2 του οποίου απαριθμούνταν ως σκοποί του σωματείου οι εξής:

«α) η δημιουργία ενός τόπου συνάθροισης γυναικών της περιφέρειας της Ξάνθης, με στόχο την προαγωγή και ικανοποίηση των αναγκών τους, από άποψης πολιτισμού, εκπαίδευσης, αναψυχής και ψυχαγωγίας∙

β) η κοινωνική, ηθική και πνευματική βελτίωση των μελών του συλλόγου∙

γ) η ανάπτυξη και διάδοση της λαϊκής πολιτιστικής κληρονομίας, μέσω της αναβίωσης εθίμων, σε συνεργασία με τοπικούς φορείς».

Επιπλέον, στο άρθρο 3 του καταστατικού του υπό ίδρυση σωματείου, διευκρινιζόταν ότι μέλη του συλλόγου εδύναντο να είναι αποκλειστικά ενήλικες γυναίκες, ελληνικής εθνικότητας, κάτοικοι της Περιφέρειας Ξάνθης. Επίσης, στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 81 ΑΚ «Αν συντρέχουν οι νόμιμοι όροι, ο ειρηνοδίκης διατάσσει: 1. να δημοσιευθεί στον τύπο περίληψη του καταστατικού με τα ουσιώδη στοιχεία του, 2. να εγγραφεί το σωματείο στο βιβλίο των σωματείων. Η εγγραφή αυτή περιλαμβάνει το όνομα και την έδρα του σωματείου, τη χρονολογία του καταστατικού, τα μέλη της διοίκησης και τους όρους που την περιορίζουν. Το καταστατικό επικυρώνεται από τον ειρηνοδίκη, κοινοποιείται στον εισαγγελέα πρωτοδικών και κατατίθεται στο αρχείο του πρωτοδικείο»[2].

Την 17η Φεβρουαρίου 2011, το Πρωτοδικείο Ξάνθης εξέδωσε την υπ’ αριθ. 59/2011 απόφαση με την οποία απέρριψε την αίτηση εγγραφής του σωματείου, με την αιτιολογία ότι: «το καταστατικό του συλλόγου δεν περιέχει όλα τα απαριθμούμενα, επί ποινή ακυρότητας, στο άρθρο 80 του Αστικού Κώδικα στοιχεία∙ συγκεκριμένα, η επωνυμία «Πολιτιστικός Σύλλογος Τούρκων Γυναικών Ν. Ξάνθης», η οποία προσδιορίζει την ταυτότητα του σωματείου, σε συνδυασμό με τους λοιπούς όρους του καταστατικού, είναι αντικειμενικώς πιθανό να δημιουργήσει μία παραπλανητική εικόνα και να προξενήσει σύγχυση αναφορικά με την ταυτότητα των μελών του. Από την ανωτέρω επωνυμία, η οποία σαφώς αφορά, όχι απλώς σε άτομα διαφορετικής εθνικότητας, γλώσσας και θρησκείας, αλλά σε ξένους υπηκόους, δύναται να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το σωματείο αντιμετωπίζει τα μέλη του ως Τούρκους και όχι μόνον ως μουσουλμάνους ελληνικής εθνικότητας […]. Ενώ στην επωνυμία του, υπό καταχώριση, σωματείου, τα μέλη προσδιορίζονται ως Τούρκοι, στο καταστατικό τίθεται ως προϋπόθεση για την είσοδο οποιουδήποτε νέου μέλους η κατοχή της ελληνικής εθνικότητας […]. Σε κανένα σημείο του καταστατικού, ιδίως δε στο άρθρο 2, όπου απαριθμούνται οι σκοποί του σωματείου, δεν γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι τα μέλη του ανήκουν στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Μόνον εφόσον το καταστατικό περιείχε σχετική αναφορά, θα ευσταθούσε ο ισχυρισμός ότι η επωνυμία συνιστά έκφραση του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού, ήτοι του δικαιώματος των μελών να επιλέγουν ελεύθερα να αντιμετωπίζονται ως μέλη μίας εθνικής, θρησκευτικής ή γλωσσικής μειονότητας. Σε κάθε περίπτωση, εάν το σωματείο επιθυμούσε να επισημάνει αποκλειστικά την καταγωγή των μελών του (το οποίο θα ήταν καθόλα νόμιμο), θα μπορούσε να το πράξει καθιστώντας την επωνυμία, καθώς και τους όρους του καταστατικού του, σαφέστερους υπό αυτή την άποψη, έτσι ώστε να μην προξενείται σύγχυση […]».[3]

   Βάσει του άρθρου 82 ΑΚ, «τη διάταξη του ειρηνοδίκη που απορρίπτει την αίτηση έχει δικαίωμα να ανακόψει μόνο εκείνος που την είχε υποβάλει. Τη διαταγή που δέχεται την αίτηση έχει δικαίωμα να ανακόψει μόνο ο εισαγγελέας πρωτοδικών αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης της εποπτεύουσας αρχής, καθώς και κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον». Πράγματι, στις 19 Απριλίου 2012, οι αιτούσες άσκησαν έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης ενώπιον του Εφετείου Θράκης, το οποίο την απέρριψε, επικυρώνοντας την κρίση του Πρωτοδικείου. Πιο συγκεκριμένα, στο λεκτικό της υπ’ αριθ. 89/2014 απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου περιλαμβάνονταν, inter alia, τα κατωτέρω επιχειρήματα: «η επωνυμία του συλλόγου δύναται να παραπλανήσει ως προς την ταυτότητα των μελών του, καθώς δημιουργεί αντικειμενικά την εντύπωση ότι τα μέλη είναι, είτε αλλοδαποί, τουρκικής εθνικότητας, είτε άτομα που ανήκουν σε οργανωμένη εθνική τουρκική μειονότητα εντός της Περιφέρειας Ξάνθης. Ενόψει του ότι μέλη του συλλόγου μπορούν να αποτελέσουν μόνον Έλληνες πολίτες, κάτοικοι της Περιφέρειας Ξάνθης, οι οποίοι έχουν αναπτύξει «τουρκική συνείδηση», επειδή είναι μουσουλμάνοι και ομιλούν την τουρκική γλώσσα, οι αιτούσες δεν αποκρύπτουν ότι έχουν καταβολές οι οποίες ανάγονται σε περιοχές που απαρτίζουν τη σημερινή Τουρκία και ότι ασπάζονται τον πολιτισμό και την κουλτούρα του εν λόγω κράτους. Τα ανωτέρω αναφερθέντα ειδικά γλωσσικά, θρησκευτικά, εθνοτικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά δεν προσδίδουν αφεαυτά την τουρκική εθνικότητα στα ιδρυτικά και μελλοντικά μέλη του συλλόγου, η οποία θα τους επέτρεπε να αυτοπροσδιορίζονται ως μέλη εθνοτικής μειονότητας εντός της Περιφέρειας Ξάνθης, εξάλλου δε, οι αιτούσες δεν αμφισβητούν ότι είναι πλήρως ενσωματωμένες στην ελληνική κοινωνία και δεν αντιμετωπίζουν οιαδήποτε διακριτική μεταχείριση από το Ελληνικό Κράτος εξαιτίας του γεγονότος ότι πράγματι ανήκουν σε μία κοινωνική ομάδα, διακριτή από εκείνη στην οποία εντάσσεται η πλειονότητα των γυναικών που κατοικούν εντός της αυτής Περιφέρειας. […] Οι αιτούσες δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «Τούρκοι», αποκλειστικά στη βάση της αρχαίας καταβολής, η οποία ουδόλως αποδεικνύεται εν προκειμένω. Υπό αυτό το πρίσμα, η επωνυμία του συλλόγου αντίκειται στο νόμο, καθώς δεν ανταποκρίνεται στην αρχή της αληθείας, η οποία διέπει τις επωνυμίες όλων των νομικών οντοτήτων∙ […] ως εκ τούτου, το καταστατικό είναι άκυρο».

   Κατόπιν τούτων, οι αιτούσες άσκησαν αναίρεση κατά της απόφασης του Εφετείου στις 22 Απριλίου 2016, λόγω παραβίασης ουσιαστικού κανόνα δικαίου, την οποία ο Άρειος Πάγος απέρριψε (1614/2017), αποφαινόμενος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε ορθά τις σχετικές ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα. Επαναλαμβάνοντας την πάγια νομολογία του, ο ΑΠ επεσήμανε ότι η επωνυμία των συλλόγων επιτελεί την αυτή λειτουργία με το επώνυμο των φυσικών προσώπων, συνιστά, δηλαδή, στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητάς τους. Ως εκ τούτου, η επωνυμία θα πρέπει, αφενός να μην δημιουργεί μία παραπλανητική εικόνα ή να προξενεί σύγχυση μεταξύ του εκάστοτε υπό κρίση συλλόγου και λοιπών υφιστάμενων συλλόγων, αφετέρου να μην αντίκειται στο νόμο ή στα χρηστά ήθη, ειδάλλως το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να απορρίπτει την αίτηση καταχώρισης στα οικεία βιβλία σωματείων. Εν συνεχεία, οι αιτούσες προσέφυγαν με την υπ’ αριθ. 34724/18 αίτησή τους ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ), επικαλούμενες ότι η άρνηση καταχώρισης του συλλόγου τους στο βιβλίο σωματείων στοιχειοθετούσε κατάφορη παραβίαση των άρθρων 9, 10 και 11 της ΕΣΔΑ.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΔΙΑΔΙΚΩΝ

Α) Οι αιτούσες σε μία προσπάθεια παρεμπόδισης της ίδρυσης ενός συλλόγου αποτελούμενου από μέλη με τουρκικό υπόβαθρο, υποστήριξαν ότι η χρήση του όρου «Τούρκων» στην προταθείσα επωνυμία του συλλόγου τους θα προξενούσε σύγχυση αναφορικά με την ταυτότητα των μελών, καίτοι υπήρχε ρητή σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό. Βάσει της τελευταίας δε, ως μέλη αυτού μπορούσαν να εγγραφούν αποκλειστικά γυναίκες ελληνικής υπηκοότητας. Η εν λόγω ερμηνεία, ωστόσο, ήταν όλως εσφαλμένη, δεδομένου ότι η εθνοτική καταγωγή αποτελεί έννοια σαφώς διακριτή εκείνης της υπηκοότητας, εφόσον η πρώτη είναι συνδεδεμένη με τη συνείδηση του εκάστοτε ατόμου και ως εκ τούτου αποτελεί ζήτημα αυτοπροσδιορισμού. Από την άλλη πλευρά, η υπηκοότητα συνιστά τον νομικό δεσμό μεταξύ του ατόμου και του Κράτους. Υπό αυτή την έννοια, δεν αποκλείεται ένα άτομο που διαθέτει την υπηκοότητα ενός κράτους, να έχει καταγωγή από ένα άλλο κράτος. Κατά λογική ακολουθία, δεν θα ήταν παράνομη τυχόν πρόβλεψη στο καταστατικό ενός συλλόγου ότι η υπηκοότητα των μελών του δύναται να διαφέρει από την εθνική τους ταυτότητα.

   Ο επιβληθείς από τα εθνικά δικαστήρια περιορισμός στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, ήτοι η άρνηση καταχώρισης του συλλόγου στο βιβλίο, αφενός μεν δεν προβλεπόταν σε ορισμένη διάταξη νόμου, καθώς η σαφήνεια και η ακρίβεια της επωνυμίας ενός συλλόγου δεν αναφέρονταν ως προϋποθέσεις στις σχετικές ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα, αφετέρου δε δεν ήταν αναγκαίος για την εξυπηρέτηση ορισμένου νόμιμου σκοπού στο πλαίσιο μίας δημοκρατικής κοινωνίας. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι συνέτρεχε, πράγματι, κάποιος νόμιμος σκοπός, ο κρίσιμος περιορισμός θα ήταν δυσανάλογος, καθώς άμεσο επακόλουθο αυτού ήταν η πλήρης αποστέρηση από τον σύλλογο της δυνατότητας έναρξης των δραστηριοτήτων του.

Β) Η Κυβέρνηση από την πλευρά της υποστήριξε ότι το καταστατικό κάθε σωματείου επιβάλλεται, επί ποινή ακυρότητας, να περιέχει την επίσημη επωνυμία αυτού. Δεδομένου, μάλιστα, ότι η επωνυμία φανερώνει την ταυτότητα, τόσο του ίδιου του σωματείου, όσο και των μελών του, αυτή θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην αρχή της αληθείας, δηλ. να έχει τέτοια διατύπωση ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο πρόκλησης σύγχυσης ως προς την ταυτότητα. Η προταθείσα από τις αιτούσες επωνυμία δεν πληρούσε τις ανωτέρω προϋποθέσεις, καθώς ενώ εξ’ αυτής προέκυπτε ότι επρόκειτο περί συλλόγου «Τούρκων Γυναικών», σύμφωνα με τις προβλέψεις του καταστατικού, ως μέλη του συλλόγου μπορούσαν να γίνουν δεκτές μόνο γυναίκες ελληνικής εθνικότητας. Η απόρριψη της αίτησης καταχώρισης του συλλόγου δε, ήταν εκ του νόμου επιβεβλημένη (79-81 ΑΚ) ενώ δεδομένου πως η σαφήνεια αποτελεί βασικό ζητούμενο για οποιοδήποτε κράτος στο οποίο κυριαρχούν οι αρχές της νομικής βεβαιότητας και της σταθερότητας των νομικών κρίσεων, η απαίτηση από μία ομάδα ατόμων που επιθυμεί να αποκτήσει νομική προσωπικότητα να δρα κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλογη ή υπερβολική.

Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Κατά το ΕΔΔΑ, η ικανότητα σύστασης νομικών προσώπων για την προώθηση της συλλογικής δράσης σε ορισμένο τομέα κοινού ενδιαφέροντος συνιστά μία από τις σημαντικότερες πτυχές της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, έχει δε βαρύνουσα σημασία για άτομα τα οποία ανήκουν σε μειονότητες. Μάλιστα, όπως επισημαίνεται στο προοίμιο της Σύμβασης-Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων, «μία πλουραλιστική και πραγματικά δημοκρατική κοινωνία δεν οφείλει απλώς να σέβεται την εθνοτική, πολιτιστική, γλωσσική και θρησκευτική ταυτότητα κάθε ατόμου το οποίο ανήκει σε μία εθνική μειονότητα, αλλά πρέπει επιπλέον να δημιουργεί κατάλληλες συνθήκες, οι οποίες θα του επιτρέπουν να εκφράσει, να διατηρήσει και να αναπτύξει περαιτέρω αυτή την ταυτότητα». Η ύπαρξη μειονοτήτων και διαφορετικών πολιτισμών σε μία χώρα αποτελεί, λοιπόν, ιστορικό γεγονός, το οποίο μία δημοκρατική κοινωνία οφείλει να ανέχεται, ή ακόμη και να προστατεύει και να υποστηρίζει, συμμορφούμενη με τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου.

   Επιπρόσθετα, οποιαδήποτε επέμβαση στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι πρέπει να αποσκοπεί στην επίτευξη ενός τουλάχιστον από τους νόμιμους στόχους που περιγράφονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ (εθνική ασφάλεια/δημόσια τάξη, προάσπιση τάξης, πρόληψη εγκλήματος, προστασία της υγείας ή της ηθικής και προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων) και να τελεί σε σχέση αναλογίας προς αυτόν. Έτσι, το εκάστοτε κράτος δικαιούται να αξιώνει από συλλόγους που επιθυμούν να αποκτήσουν νομική προσωπικότητα, την τήρηση ορισμένων εύλογων νομίμων διατυπώσεων, όχι όμως και να υποβάλει αυτούς σε εξαντλητικό έλεγχο νομιμότητας, πολλώ μάλλον δε σε έλεγχο σκοπιμότητας.

Τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν την αίτηση για καταχώριση του συλλόγου στα οικεία βιβλία στηριζόμενα στα άρθρα 79 και 81 του Αστικού Κώδικα, τα οποία επιτρέπουν την απόρριψη αίτησης καταχώρησης, εφόσον υφίστανται αμφιβολίες αναφορικά με την εγκυρότητα του καταστατικού του συλλόγου. Δεδομένου ότι  αρμόδια για την ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου είναι, κατ’ αρχήν, τα εθνικά δικαστήρια, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο επιβληθείς περιορισμός απέρρεε από το νόμο. Ακόμη, η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η αποφυγή πρόκλησης σύγχυσης αναφορικά με την αληθή ταυτότητα των μελών ορισμένου συλλόγου κατατείνει στην προστασία της τάξης και στη διατήρηση της νομικής βεβαιότητας. Οι ως άνω στόχοι εμπίπτουν στο άρθρο 11 της ΕΣΔΑ, το οποίο επιτρέπει περιορισμούς της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι προς το σκοπό «προάσπισης της τάξης» ή «προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων». Το ΕΔΔΑ δε, δέχτηκε ότι ο εν λόγω περιορισμός επεβλήθη για την επίτευξη νόμιμου σκοπού.

Επίσης, να μην παραλειφθεί ότι τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν την αίτηση καταχώρισης με το επιχείρημα πως η προταθείσα από τις αιτούσες επωνυμία του συλλόγου εδύνατο να προξενήσει σύγχυση σε τρίτα πρόσωπα αναφορικά με την ταυτότητα των μελών του συλλόγου. Επ’ αυτού λεκτέα τα εξής: αρχικά, πουθενά στο εθνικό δίκαιο δεν θεσπίζεται ρητώς υποχρέωση σαφήνειας ως προς την επωνυμία των σωματείων. Ακόμη και αν γινόταν δεκτό, ωστόσο, ότι η σαφήνεια είναι αναγκαία και πως δεν τηρήθηκε η συγκεκριμένη υποχρέωση, δεν θα επηρεάζεται η εικόνα που έχουν διαμορφώσει τρίτα πρόσωπα ως προς με την ταυτότητα των μελών του κρίσιμου σωματείου, δεδομένου ότι οι πρώτοι θα είχαν σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να ανατρέξουν στο καταστατικό του συλλόγου, και συγκεκριμένα στο άρθρο 3, όπου θα πληροφορούνταν πως μέλη του συλλόγου μπορούσαν να είναι μόνον ενήλικες γυναίκες, ελληνικής εθνικότητας, οι οποίες κατοικούσαν στην περιφέρεια Ξάνθης.

Παρά την ύπαρξη σωρείας καταδικών για παραβίαση του άρθρου 11 ΕΣΔΑ, τα εθνικά δικαστήρια εμμένουν στην αναγκαιότητα διάκρισης μεταξύ μουσουλμανικής και τουρκικής μειονότητας, δίχως να χαρακτηρίζουν το ζήτημα σχετικό με την προστασία της δημόσιας τάξης, πράγμα το οποίο θα δικαιολογούσε την επιβολή περιορισμών στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Αυτό που πρέπει να καταστεί σαφές είναι ότι, αυτή καθαυτή η ύπαρξη μίας εθνοτικής μειονότητας δεν μπορεί να νοηθεί ότι συνιστά απειλή για μία δημοκρατική κοινωνία, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι ο πλουραλισμός, δηλ. η αναγνώριση και ο σεβασμός της διαφορετικότητας. Τούτων λεχθέντων, αδυνατεί κανείς να κατανοήσει πώς ένας σύλλογος που απαρτίζεται από γυναίκες που ανήκουν στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης και έχει ως βασικό στόχο την «ανάπτυξη και διάδοση της λαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς, μέσω της αναβίωσης τοπικών παραδόσεων σε συνεργασία με τοπικούς φορείς», μπορεί να συνιστά απειλή για την ελληνική δημόσια τάξη.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Εκκρεμούντος του ελέγχου τήρησης εκ μέρους της χώρας μας, υποχρεώσεων επιβληθέντων στο πλαίσιο προγενέστερων καταδικών, το ΕΔΔΑ εντόπισε ακόμη μία παράβαση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι και τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής: Πόσες παρόμοιες αποφάσεις απαιτούνται άραγε για να αποτιναχθούν τα πνευματικά δεσμά και να διαλυθούν τα φαντάσματα του παρελθόντος που στοιχειώνουν τον λαό μας και του στερούν τη δυνατότητα καθαρής και αμερόληπτης κρίσης και ειρηνικής συνύπαρξης με τους υπόλοιπους; Και τελικώς, πόσο δημοκρατική είναι μία a la carte δημοκρατία;

ΠΗΓΕΣ

Παντελής Α. Συνταγματικό Δίκαιο (3η έκδοση, Εκδόσεις Λιβάνη, 2016).

Case of Sagir and others v. Greece Application No. 34724/18 (European Court of Human Rights, 24 June 2025). Διαθέσιμη στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22fulltext%22:[%22SAGIR%22],%22documentcollectionid2%22:[%22GRANDCHAMBER%22,%22CHAMBER%22],%22itemid%22:[%22001-243777%22]}


[1] Το δικαίωμα συνοδεύεται από παραπομπή στο νόμο, η οποία μπορεί να το περιορίζει. Το Σύνταγμα απαγορεύει μόνον ένα προληπτικό μέτρο, την προηγούμενη άδεια, είτε αυτή προέρχεται από την εκτελεστική είτε από τη δικαστική εξουσία. Επομένως, δικαιολογούνται οι ρυθμίσεις του ΑΚ για τα σωματεία [Παντελής Α. Συνταγματικό Δίκαιο (3η έκδοση, Εκδόσεις Λιβάνη, 2016) 518-519].

[2] Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ασκεί απλώς έλεγχο νομιμότητας∙ Σε κάθε περίπτωση, παράβαση του νόμου πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένη διάταξη. Βλ. σχετικά Παντελής, Α. (αρ. 1).

[3] Είχε μάλιστα προταθεί η επωνυμία «Πολιτιστικός Σύλλογος Ελλήνων Γυναικών Τουρκικής Καταγωγής της Περιφέρειας Ξάνθης».

Πηγή: Nomikos Palmos