Γράφει ο Δικηγόρος, Πολιτικός Επιστήμων – Διεθνολόγος Θωμάς Τσιούκης
Η πρόσφατη εξέλιξη γύρω από τους δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη νομική είδηση. Είναι, κατά τη γνώμη μου ως νομικού, μια ουσιαστική δικαίωση ανθρώπων που άντεξαν για χρόνια ένα δυσανάλογο οικονομικό βάρος, τηρώντας ρυθμίσεις, πληρώνοντας μηνιαίες δόσεις και βλέποντας το χρέος τους να επιβαρύνεται από τόκους που υπολογίζονταν σε μηνιαία βάση.
Ο νόμος Κατσέλη δεν σχεδιάστηκε για να απαλλάξει κανέναν από τις υποχρεώσεις του. Αντιθέτως, βασίστηκε στην αρχή ότι ο δανειολήπτης οφείλει να καταβάλει ό,τι πραγματικά μπορεί, μέσα από ρεαλιστικές μηνιαίες δόσεις, με τόκους που ενσωματώνονται στο ποσό, αλλά χωρίς να οδηγούν σε οικονομική εξόντωση. Και αυτό ακριβώς είναι το κρίσιμο σημείο: οι δανειολήπτες δεν «χάρισαν» τα χρέη τους, αλλά τα εξυπηρέτησαν επί χρόνια, υπό αυστηρό δικαστικό έλεγχο.
Γνωρίζω καλά ότι οι περισσότεροι δανειολήπτες κατέβαλαν κάθε μήνα τη δόση που όριζε το δικαστήριο, η οποία περιλάμβανε και τόκους υπολογιζόμενους σε μηνιαία βάση. Πρόκειται για μια μακροχρόνια διαδικασία συνέπειας και πειθαρχίας, που συχνά παραβλέπεται στη δημόσια συζήτηση. Η σημερινή δικαίωση έρχεται να αναγνωρίσει αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα.
Ιδιαίτερα θετικό είναι το γεγονός ότι αποσαφηνίζεται πως οι ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη δεν ήταν «προσωρινές ανοχές», αλλά δεσμευτικές και απολύτως νόμιμες λύσεις, οι οποίες παρήγαγαν έννομα αποτελέσματα. Οι τόκοι που ενσωματώθηκαν στις δόσεις, οι πληρωμές που έγιναν με συνέπεια και οι αποφάσεις που τηρήθηκαν, δεν μπορούν εκ των υστέρων να αμφισβητούνται.
Η δικαίωση αυτή δεν αφορά μόνο την πρώτη κατοικία. Αφορά την ασφάλεια δικαίου και το μήνυμα ότι όποιος συμμορφώνεται με τις δικαστικές αποφάσεις, όποιος πληρώνει σε μηνιαία βάση ακόμη και κάτω από δύσκολες συνθήκες, δεν μπορεί να βρίσκεται διαρκώς υπό την απειλή νέων επιβαρύνσεων ή ανατροπών.
Σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να πιέζεται οικονομικά, η εξέλιξη αυτή επαναφέρει την έννοια της δικαιοσύνης στη σωστή της διάσταση. Δείχνει ότι το δίκαιο μπορεί να είναι αυστηρό, αλλά ταυτόχρονα ανθρώπινο. Και κυρίως, ότι οι πολίτες που στάθηκαν συνεπείς στις ρυθμίσεις τους, με δόσεις και τόκους υπολογισμένους σε πραγματικές αντοχές, δικαιούνται σεβασμό και θεσμική προστασία.
Για εμάς τους δικηγόρους, αυτή η εξέλιξη δεν είναι απλώς μια νομική επιβεβαίωση. Είναι η απόδειξη ότι η δικαιοσύνη, έστω και αργά, μπορεί να αποδώσει τα αυτονόητα.

















