Από την Καλλιόπη Αυγουστοπούλου


Ενόσω το δίκαιο ζυμωνόταν για πρώτη φορά στην ιστορία, γνωρίζουμε ότι η ρωμαϊκή νομική σκέψη επηρεάστηκε από την επαφή με την ελληνική φιλοσοφία, εγκλείοντας τόσο τους σοφιστικούς τόπους, τη σωκρατική μέθοδο, τα πλατωνικά ιδεώδη, τους αριστοτελικούς ορισμούς και την διαίρεσιν (divisio). Ιδίως όμως, η στωική φιλοσοφία είναι αυτή που επηρεάζει, με το πνεύμα απλότητας και την πρόταξη της δύναμης χαρακτήρα, τους Ρωμαίους φιλοσόφους και νομομαθείς της Ηγεμονίας. Καθόλου τυχαίο, καθώς αντικατοπτρίζει ως φιλοσοφία το τέλος της πόλης κράτους και την άνθιση των μεγάλων κωμοπόλεων, όπου η άσκηση της εξουσίας από τον πολίτη μεταβιβάζεται ολοένα και περισσότερο στον ηγεμονία, γίνεται συγκεντρωτική από μαζική και η πολιτική ελευθερία μετατρέπεται σε υποχρέωση υποταγής. Το άτομο στρέφεται στον εαυτό του, εγκαταλείποντας τη νοοτροπία της «πόλης-οργανισμού» και αναζητά τος όρους της ατομικής και όχι συλλογικής ευτυχίας, αναζητά μια φιλοσοφία πρακτική και εύκολα εφαρμοζόμενη. Και καθώς μέχρι σήμερα διατηρούνται διατάξεις στο αστικό δίκαιο, οι οποίες ανατρέχουν στην εποχή αυτή του ηδίκτου των πραιτόρων (βλ. ΑΚ 1078 για παράδειγμα) θα ήταν ενδιαφέρον να εξετάσουμε πώς έχει διαποτίσει το πνεύμα του στωικισμού, αυτής της σύμφυτης με το δίκαιο φιλοσοφίας, σύγχρονές μας κανονιστικές διατάξεις.

Θα ξεφυλλίσουμε λοιπόν τον Ποινικό Κώδικα και θα μετάβουμε στο άρθρο 299, το οποίο ορίζει το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με δόλο, «όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη (παράγραφος 1)» και «αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται κάθειρξη (παράγραφος 2)». Βλέπουμε ότι στην πρώτη παράγραφο περιγράφεται το βασικό έγκλημα, το οποίο επιφέρει και τη βαρύτερη ποινή, δηλαδή την ισόβια κάθειρξη, ενώ στη δεύτερη παράγραφο συναντάμε μια ιδιαίτερη συνθήκη, την τέλεση ανθρωποκτονίας κάτω από βρασμό ψυχικής ορμής, έναν ιδιαίτερο όρο που αναφέρεται στην «ψυχική κατάσταση που αποκλείει τη σκέψη (δηλαδή τη στάθμιση των αίτιων που κινούν σε τέλεση πράξης συγκρατούν από την τέλεση της) και οφείλεται σε ψυχική υπερδιέγερση που προκαλείται από αιφνίδια υπερένταση συναισθήματος ή πάθους (όπως π.χ. οργής, ζηλοτυπίας, έρωτα, φόβου)». Όταν λοιπόν κάποιος τελεί ανθρωποκτονία υπό βρασμό ψυχικής ορμής, το δίκαιο τον αντιμετωπίζει ευνοϊκότερα και ηπιότερα από ό,τι εάν βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

Για να εφαρμοστεί η παράγραφος 2 του άρθρου 299 του Ποινικού Κώδικα πρέπει ο βρασμός ψυχικής ορμής να υπάρχει και κατά το χρόνο λήψης της απόφασης και κατά το χρόνο εκτέλεσης της. Η «λήψη τη απόφασης του δράστη πρέπει να είναι αιφνίδια, προκαλουμένη από ορισμένη εξωτερική ορμή, η εκτέλεση πρέπει να είναι απαράσκευη, δηλαδή απροετοίμαστη, πρόχειρη, τυχαία». Αν σε κάποιο από τα δυο αυτά σημεία, της λήψης ή της εκτέλεσης, δεν υπάρχει βρασμός αλλά ψυχική ηρεμία, τότε ο δράστης θα υπαχθεί στην παράγραφο 1. Αν ο δράστης έχει σχέδιο, θα υπαχθεί στην παράγραφο 1.

Ο βρασμός ψυχικής ορμής δεν είναι κάποια σύγχρονη δικαϊκή καινοτομία. Ήδη από την εποχή των Ρωμαίων, ο βρασμός ψυχικής ορμής ήταν μια συνθήκη που προβλημάτιζε, και όχι μόνο σε πραγματικό και οντολογικό επίπεδο, όχι μόνον σε σχέση με τις υποθέσεις της καθημερινής ζωής που αναλάμβαναν οι πραίτορες αλλά και σε διανοητικό, φιλοσοφικό επίπεδο. Ένα τέτοιο δείγμα εντοπίζουμε στα «Εις αυτόν» του Μάρκου Αυρηλίου. Ο Μάρκος Αυρήλιος, ο τελευταίος «καλός» αυτοκράτορας, ο βασιλιάς φιλόσοφος, στα «Εις αυτόν» αναφέρει : «Ο Θεόφραστος, (…) λέει με φιλοσοφικό πνεύμα ότι τα σφάλματα που γίνονται από επιθυμία είναι βαρύτερα απ’ όσα γίνονται εν βρασμώ ψυχής. Πράγματι, ο οργισμένος φαίνεται ότι απομακρύνεται από τη λογική με κάποια λύπη και με λανθάνουσα συστολή- όποιος όμως σφάλλει από επιθυμία, νικημένος από την ηδονή, δείχνεται περισσότερο ακόλαστος (…) στα λάθη του. Σωστά λοιπόν και αντάξια της φιλοσοφίας είπε ότι το σφάλμα με ηδονή έχει βαρύτερο εγκληματικό χαρακτήρα απ’ ό,τι το σφάλμα με λύπη («Τα εις αυτόν», βιβλίο β’, παράγραφος 10)». Και βεβαίως ο Μάρκος Αυρήλιος, διοικώντας την αυτοκρατορία στην περίοδο της Ηγεμονίας, δεν ήταν καθόλου άσχετος με την εφαρμογή του δικαίου, αφού ο ίδιος ως αυτοκράτορας εκδίκαζε υποθέσεις έχοντας απεριόριστη δικαιοδοσία επί πάσης φύσεως διαφορών, επομένως είναι πιθανό ότι είχε συναντήσει υποθέσεις βρασμού ψυχικής ορμής στη δικαστική του δράση και είχε αναλόγως προσπαθήσει να δώσει μια δίκαιη λύση. Τα «Εις αυτόν» άλλωστε είναι γνωστό ότι αποτυπώνουν αυτοβιογραφικά δείγματα του αυτοκράτορα, επομένως και το παραπάνω παρατεθέν απόσπασμα από αυτά μπορεί να θεωρηθεί ως ένα αυτοβιογραφικό συμπέρασμα. Μπορούμε επομένως να θεωρήσουμε ότι ο Μάρκος Αυρήλιος επιχειρεί μια ηθική εξήγηση, μια ηθική δικαιολόγηση της διαφορετικής μεταχείρισης του ατόμου σε βρασμό ψυχικής ορμής από το δίκαιο, σύμφωνη με τις αρχές του στωικισμού, εκρέουσα ίσως και από τη δική του εμπειρία. Στον σύγχρονο δικό μας Ποινικό Κώδικα φαίνεται να αποτυπώνεται η ίδια δικαιολόγηση ως αυθεντικά και ορθά δίκαιη, μέσω του άρθρου 299.

Επομένως, μπορούμε να διακρίνουμε πώς επηρέασε και πώς βέβαια συνεχίζει να συνδέεται ο στωικισμός με το δίκαιο, βοηθώντας μας να βρίσκουμε ορθά ηθικοδικαϊκά ερείσματα για την εφαρμογή του δικαίου που θα οδηγήσει σε μια κοινωνία καλύτερη για όλους, από την αρχαιότητα συνεχίζοντας έως και σήμερα.

Πηγή: https://nomikospalmos.wordpress.com