Γράφει ο Γιώργος Αργυρόπουλος*

Η θεσμοθέτηση της καταστολής των διεθνών εγκλημάτων στη διεθνή έννομη τάξη συνιστά αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης εξελικτικής διαδικασίας η οποία διατρέχει κυρίως τον 20ο αι.
Η παραβίαση των κανόνων διεξαγωγής ενός πολέμου ήταν το έναυσμα ώστε διεθνώς να υπάρξει σχετική συζήτηση και απαίτηση για την θεσμοθέτηση ενός διεθνούς και συνάμα ποινικού δικαστηρίου. 
Mετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έλαβαν χώρα οι πρώτες ενέργειες ώστε να υπάρξει ατομική ποινική ευθύνη με την εγκαθίδρυση ενός διεθνούς ποινικού δικαιοδοτικού οργάνου το οποίο θα εκδίκαζε υποθέσεις σχετικά με πρόσωπα που κατηγορούνταν ως υπεύθυνα για σοβαρά εγκλήματα διεθνούς δικαίο. Τον Ιανουάριο του 1919, στο Συνέδριο Ειρήνης των Παρισίων, οι νικητές συνέστησαν την «Επιτροπή για τους Υπεύθυνους για τον Πόλεμο και για την Επιβολή Κυρώσεων».
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αφού συνέβησαν οι ακρότητες που άφησαν άφωνο όλο τον Κόσμο, η διεθνής κοινότητα κινητοποιήθηκε εκ νέου προς την κατεύθυνση της σύστασης ενός διεθνούς ποινικού δικαιοδοτικού οργάνου για την δίωξη και τιμωρία των υπευθύνων για τις σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου που είχαν λάβει χώρα κατά το διάστημα 1939 – 1945.
Ήδη από τα μέσα του πολέμου, οι συμμαχικές δυνάμεις υπέγραψαν τη Διακήρυξη της Μόσχας (30 Οκτωβρίου 1943) με την οποία εξέφραζαν τη συλλογική τους πρόθεση να τιμωρήσουν τους υπευθύνους για τα εγκλήματα πολέμου.
Κατόπιν, μετά το πέρας του πολέμου, συγκροτήθηκαν το δικαστήριο της Νυρεμβέργης και το δικαστήριο του Τόκυο για να δικάσουν τους κυριότερους εγκληματίες πολέμου του Ευρωπαϊκού Άξονα και της Άπω Ανατολής αντίστοιχα.
7υηνσςε34.jpg
Στο σήμερα, το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, το οποίο υιοθετήθηκε από τη Διπλωματική Διάσκεψη των Η.Ε. που πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη το 1998, αποτελεί Διεθνή Σύμβαση και περιλαμβάνει 128 άρθρα, τα οποία ρυθμίζουν την ίδρυση, οργάνωση και τις βασικές λειτουργίες του νέου θεσμού, ενώ παράλληλα καθορίζονται το εφαρμοστέο δίκαιο, τα εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του, οι κανόνες διεξαγωγής της δίκης καθώς και οι γενικές αρχές του ποινικού δικαίου και οι ποινές.
Πρόκειται επομένως για ένα κείμενο το οποίο αποτελεί κώδικα ουσιαστικού διεθνούς ποινικού δικαίου αλλά συγχρόνως και κώδικα διαδικασίας.
Σύμφωνα με το καταστατικό της Ρώμης, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καλύπτει ένα «σκληρό πυρήνα» εγκλημάτων που το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει ως σοβαρά εγκλήματα διεθνούς ενδιαφέροντος (άρθρο 5), ήτοι: α) τη γενοκτονία β) τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας γ) τα εγκλήματα πολέμου και δ) το έγκλημα της επίθεσης.
Στα άρθρα 6,7 και 8 γίνεται μια περαιτέρω ανάλυση της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων. Αυτό είναι το λεγόμενο στα ποινικά ratione materiae των διατάξεων.
Από την άλλη το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία μόνο επί φυσικών προσώπων, που έχουν συμπληρώσει τα δεκαοκτώ έτη (ratione personae) κατά τη χρονική στιγμή της τέλεσης των εγκλημάτων για τα οποία κατηγορούνται (αρ. 25 § 1).
Αποκλείονται από το πεδίο της δικαιοδοσίας του νομικές οντότητες, όπως κράτη, επιχειρήσεις ή οργανώσεις. Γεννάται έτσι η αρχή της ατομικής ποινικής ευθύνης η οποία εξειδικεύεται με σειρά ρυθμίσεων που περιλαμβάνουν όλες τις μορφές σχέσεων του κατηγορουμένου με το έγκλημα (απόπειρα, συμμετοχή, προσταγή, άμεση και δημόσια παρακίνηση στην περίπτωση της γενοκτονίας).
Καμία εξαίρεση δεν εφαρμόζεται λόγω επίσημης ιδιότητας των προσώπων, όσο ψηλά και αν βρίσκονται στην κρατική ιεραρχία, στην ποινική τους ευθύνη, ούτε συνιστά λόγο μείωσης της ποινής (αρ. 27 § 1).
Περαιτέρω, οι ασυλίες ή οι ειδικοί δικαστικοί κανόνες που συνδέονται με την επίσημη ιδιότητα προσώπου δεν εμποδίζουν το Δικαστήριο να ασκήσει την δικαιοδοσία του (αρ. 27 § 2). Τέλος, ο χρόνος τέλεσης των εγκλημάτων (ratione temporis) κατά ρητή αναφορά του άρθρου 11 αφορά μόνο τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ του Καταστατικού.
Τα άρθρα 12 και 13 αναφέρουν επακριβώς και ποιοι μπορούν να υπαχθούν στην δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Καταστατικού, η εξέταση μιας υπόθεσης από το Δικαστήριο μπορεί να λάβει χώρα είτε με παραπομπή μιας «κατάστασης» από ένα κράτος που είναι μέρος στο Καταστατικό είτε με παραπομπή μιας «κατάστασης» από το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ μετά από απόφασή του κατά το Κεφάλαιο VII του Χάρτη είτε τέλος αυτεπάγγελτα από τον Εισαγγελέα ( proprio motu).
Σημαντικό είναι ότι σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3 ένα κράτος το οποίο δεν είναι μέρος στο Καταστατικό μπορεί να αποδεχτεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε μια συγκεκριμένη υπόθεση. Όσον αφορά την λέξη “κατάσταση” όπως αναφέρεται στο Καταστατικό αφορά γεγονότα και πραγματικά περιστατικά που δύναντι να υπαχθούν στην αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κινείται η δικαστική διαδικασία στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
Τέλος, πρέπει να λεχθεί ότι το Καταστατικό συνιστά ένα είδος σύμβασης μεταξή των μερών.
Επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία πάνω σε όλα τα κράτη του κόσμου για τα εγκλήματα που εμπίπτουν στην δικαιοδοσία του.
Αντιθέτως, μπορεί να ασκήσει εναλλακτικά τη δικαιοδοσία αναφορικά με μια υπόθεση όταν είναι μέρη στο Καταστατικό:
Α) το κράτος στο έδαφος του οποίου έλαβε χώρα η συγκεκριμένη συμπεριφορά η οποία κατά το Καταστατικό μπορεί να συνιστά έγκλημα ή
Β) το κράτος της ιθαγένειας του κατηγορουμένου.
Βέβαια και για αυτό υπάρχει ισχυρός αντίλογος από τα Κράτη που δεν έχουν κυρώσει το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

Ακολουθεί προς περαιτέρω ανάγνωση το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

Το καταστατικό της Ρώμης

*Γεώργιος Β. Αργυρόπουλος,
Δικηγόρος, LL.M. / M.Sc. / Ph.D. (c)
Αντιδήμαρχος Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών Δήμου Χαϊδαρίου 
π. Αντιπρόεδρος Ε.Α.Ν.Δ.Α.