Γράφει ο Λεωνίδας Χρ. Στάμος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Μέσα σε τρία εικοσιτετράωρα η Κρήτη μετέτρεψε τον κάμπο σε λίμνη. Στο Ξυλόσκαλο σημειώθηκε ρεκόρ βροχόπτωσης με 420 χιλιοστά, ο Δήμος Οροπεδίου Λασιθίου κηρύχθηκε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, και οι παραγωγοί του Οροπεδίου μετρούν καταστροφή άνω του 80% στις καλλιέργειες, με ζημιές που εκτιμώνται σε 7 έως 8 εκατομμύρια ευρώ.
Εξίσου διδακτική με την καταστροφή είναι η αντίδραση. Ο Αγροτικός Σύλλογος του Οροπεδίου ζήτησε πλήρη αποζημίωση στο 100%, φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις και πάγωμα των δανειακών υποχρεώσεων. Ένας παραγωγός το είπε ακόμη πιο απλά: να δοθεί η αποζημίωση του ΕΛΓΑ και ένα μικρό άτοκο δάνειο για να καλυφθούν οι υποχρεώσεις μέχρι την επόμενη καλλιέργεια.
Ο πληγείς ζητά από το κράτος χρήματα για να πληρώσει την τράπεζα, ή νέο δάνειο για να εξυπηρετήσει το παλιό. Το κράτος γίνεται διάδρομος, ο αγρότης ταχυδρόμος, και ο τελικός αποδέκτης της δημόσιας αλληλεγγύης είναι ο πιστωτής. Είμαστε λοιπόν άνθρωποι μειωμένης αντιλήψεως; Όχι. Είμαστε άνθρωποι στους οποίους κανείς δεν δίδαξε τι τους ανήκει και τι δικαιούνται να διεκδικήσουν.

Τα χρήματα της αρωγής είναι ήδη δικά τους
Ο ν. 4797/2021 (κρατική αρωγή για θεομηνίες) ορίζει ότι η επιχορήγηση των πληγεισών επιχειρήσεων, η πρώτη αρωγή και οι ενισχύσεις στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις περιοχών που επλήγησαν από εκτεταμένες φυσικές καταστροφές είναι αφορολόγητες, ανεκχώρητες και ακατάσχετες στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, και δεν συμψηφίζονται με χρέη προς το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία ή τα πιστωτικά ιδρύματα. Όταν εισήχθη στη Βουλή ρύθμιση για το ακατάσχετο αυτό, τα ποσά χαρακτηρίστηκαν απολύτως αναγκαία για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του. Και ο νέος ν. 5329/2026 (νέο πλαίσιο στεγαστικής αρωγής μετά από φυσικές καταστροφές), που ψηφίστηκε τον Σεπτέμβριο, το λέει για τη στεγαστική αρωγή ακόμη καθαρότερα: κανένας συμψηφισμός με τα πιστωτικά ιδρύματα, ούτε με τους ειδικούς και καθολικούς διαδόχους τους. Στη γλώσσα της αγοράς, ούτε με την τράπεζα ούτε με το fund (κεφάλαιο εξαγοράς απαιτήσεων) που αγόρασε το δάνειο.
Ο νομοθέτης έχει ήδη κάνει την επιλογή που οι εκπρόσωποι των αγροτών δεν τολμούν: η αρωγή πηγαίνει στο τραπέζι της οικογένειας και στον σπόρο της επόμενης σοδειάς, όχι στο λογιστήριο της τράπεζας ή του servicer (διαχειριστή απαιτήσεων). Όποιος τη χρησιμοποιεί για να «τακτοποιήσει» δόσεις, παραδίδει οικειοθελώς ό,τι ο νόμος απαγορεύει να του πάρουν με τη βία.
Μαυραγορίτες του κινδύνου
Η τράπεζα κατατάσσει τον αγρότη σε υψηλότερη κατηγορία κινδύνου και του το χρεώνει στο επιτόκιο. Μέρος της διαφοράς είναι η τιμή του δικού του κινδύνου: της χαλαζόπτωσης, της ξηρασίας, της πλημμύρας. Ο αγρότης την πληρώνει κάθε μήνα, μέσα στη δόση. Τι παίρνει πίσω; Τίποτα. Όταν ο κίνδυνος για τον οποίο πλήρωσε επέλθει, η τράπεζα τον αντιμετωπίζει σαν να μην είχε εισπράξει ποτέ ευρώ γι’ αυτόν. Ζητά τη δόση, καταγγέλλει τη σύμβαση, πουλά το δάνειο σε fund.
Ένας τραπεζικός θεσμός θα λειτουργούσε αλλιώς. Η ασφάλιση και η αντασφάλιση κινδύνων είναι εργαλεία που το χρηματοπιστωτικό σύστημα γνωρίζει και χρησιμοποιεί για τον εαυτό του. Με το ίδιο υψηλό επιτόκιο, μέρος του περιθωρίου θα μπορούσε να αγοράζει κάλυψη για τον δανειολήπτη: όταν πέσει η καταστροφή, τη δόση την πληρώνει ο ασφαλιστής και όχι ο πληγείς. Ο αγρότης θα πλήρωνε το ίδιο, αλλά θα αγόραζε προστασία. Σήμερα πληρώνει το ίδιο και αγοράζει μόνο το δικαίωμα της τράπεζας να τον εκτελέσει.
Αυτό δεν είναι τραπεζική. Είναι μαυραγορίτικη λογική: εισπράττεις την τιμή του κινδύνου και αφήνεις τον κίνδυνο να πέσει ολόκληρος σε αυτόν που σε πλήρωσε.
Η αγωγή που δεν είναι χαμένη: η απρόοπτη μεταβολή
Εδώ ακριβώς βρίσκει έδαφος το άρθρο 388 ΑΚ (απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών), που επιτρέπει στο δικαστήριο να αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει την παροχή που έγινε υπέρμετρα επαχθής από λόγους έκτακτους και απρόβλεπτους. Η τράπεζα θα πει ότι η σοδειά είναι κίνδυνος του αγρότη. Όμως όποιος πληρώθηκε για να μοιραστεί έναν κίνδυνο, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι ανήκε μόνο στον άλλον.
Θα αντιτάξει ότι ό,τι τιμολόγησε το προέβλεψε. Το προέβλεψε εκείνη, με μοντέλα risk management (διαχείρισης κινδύνων) που ο δανειολήπτης ποτέ δεν είδε. Ο αγρότης ήξερε ότι πληρώνει ακριβότερα, δεν ήξερε τι αγόραζε η τράπεζα με αυτό. Και το επιτόκιο τιμολογεί τη συνήθη κακή χρονιά, όχι το ρεκόρ βροχόπτωσης και τη δεύτερη καταστροφή του ίδιου έτους, αφού στον Προφήτη Ηλία είχε προηγηθεί καταστροφικό χτύπημα στις 23 Μαΐου. Τα δικαστήρια δέχονται αναπροσαρμογή όταν η ζημία υπερβαίνει τον κίνδυνο που ανέλαβε ο οφειλέτης. Εδώ υπερβαίνει και αυτόν που αποτίμησε ο δανειστής.
Το επιχείρημα δεν είναι βέβαιο. Θα υποχρεώσει όμως την τράπεζα να ανοίξει στο δικαστήριο τα στοιχεία τιμολογήσεως του δανείου και να εξηγήσει πού πήγε η τιμή του κινδύνου που εισέπραξε.
Η αγωγή που μετράει περισσότερο: ποιος έφταιξε
Οι ίδιοι οι αγρότες ζητούν αλλαγές στη λειτουργία των θυροφραγμάτων και καθαρισμό της κοίτης του Χαυγά. Αν το νερό έμεινε στον κάμπο επειδή τα έργα δεν συντηρήθηκαν ή δεν λειτούργησαν, το ερώτημα δεν είναι ποιος θα τους λυπηθεί, αλλά ποιος τους οφείλει. Τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ (αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους) υπάρχουν γι’ αυτό. Εδώ η οργάνωση αποκτά νόημα: κοινή αιτία, κοινή πραγματογνωμοσύνη, μοιρασμένο κόστος. Δέκα αγρότες χωριστά είναι δέκα αιτήσεις. Τριακόσιοι με κοινό φάκελο είναι μια δίκη που κανείς δεν αγνοεί.
Παιδεία, όχι αντίληψη
Ο Κρητικός αγρότης δεν στερείται μυαλού. Στερείται ενός συστήματος που να του έχει μάθει ότι ο πολίτης διεκδικεί δικαιώματα και δεν παρακαλεί για χάρες. Και ζει απέναντι σε τράπεζες που έπαψαν να είναι θεσμοί και έγιναν εισπράκτορες τιμών για κινδύνους που δεν καλύπτουν. Μια κοινωνία που ζητά παράταση από τον δανειστή αντί να του ζητά λογαριασμό, δεν έχει πρόβλημα ευφυΐας. Έχει πρόβλημα εκπαιδεύσεως. Και αυτό δεν το λύνει καμία θεομηνία. Το λύνει μόνον η γνώση του νόμου, σε χέρια που ξέρουν να τον χρησιμοποιούν.

















