Από τον δικηγόρο Αντώνη Μιχελόγγονα


Η συζήτηση για τη σχέση νομικής επιστήμης και τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι κάτι καινούριο, αφού στις τεχνολογικά πιο ανεπτυγμένες χώρες διεξάγεται εδώ και δεκαετίες, αν και στην Ελλάδα βρίσκεται σε εμβρυϊκό ακόμα στάδιο.

Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση αυτή ξαναφούντωσε. Οι βασικές αφορμές για αυτό υπήρξαν δύο: α) οι οργανωμένες απόπειρες οι οποίες έλαβαν χώρα σε ορισμένα κράτη για τη διεξαγωγή δικών με ρομπότ στη θέση του δικαστή. Τα ρομπότ-δικαστές δέχονται τα πραγματικά δεδομένα τα οποία εισάγουν οι χρήστες τους με χρήση όρων-κλειδιών, αναζητούν τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου και προβαίνουν στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους σχετικούς κανόνες.

β) Η εμφάνιση του ChatGPT. Πρόκειται για έναν αλγόριθμο ο οποίος έχει τη λειτουργία να κάνει διάλογο με το χρήστη, να δέχεται ερωτήματα και εντολές και να αναζητεί πληροφορίες από το διαδίκτυο και άλλες πηγές προκειμένου να απαντά και να συντάσσει κείμενα.

Στο παρόν άρθρο, δε θα αναφερθώ περαιτέρω στο θέμα των δικαστών-ρομπότ, καθώς οι σχετικές απόπειρες οι οποίες σημειώθηκαν στο εξωτερικό δε στέφθηκαν από επιτυχία. Έτσι, φαίνεται ότι για αρκετό καιρό ακόμα δε θα μας απασχολήσει το ζήτημα. Δε συμβαίνει, όμως, το ίδιο όσον αφορά στο ChatGPT και αντίστοιχες εφαρμογές, αφού έχει ήδη ξεκινήσει να προαναγγέλλεται ότι τα μέσα αυτά, μέσω της τεχνητής νοημοσύνης την οποία αξιοποιούν, σύντομα θα αντικαταστήσουν σε μεγάλο -αν όχι σε απόλυτο- βαθμό τους δικηγόρους, καθώς θα επιτελούν τις εργασίες οι οποίες τούς αναλογούν, με πρώτη και κύρια τη νομική εκπροσώπηση των πολιτών ενώπιον των δικαστηρίων για την απονομή της Δικαιοσύνης.

Από την πλευρά του γράφοντος, πάντως, διευκρινίζεται ότι η συζήτηση αυτή για την αντικατάσταση των δικηγόρων θεωρείται παντελώς ανεδαφική και άνευ αντικειμένου για τους λόγους οι οποίοι θα εκτεθούν.

Εισαγωγικά, πρέπει να τονιστεί ότι το επάγγελμα του δικηγόρου, με διάφορες μορφές (δικολάβος, συνήγορος κ.ά.), υφίσταται συνεχώς και αδιαλείπτως από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Επισημαίνεται, λοιπόν, ότι, παρά τις θεμελιώδεις αλλαγές κοινωνικού τύπου ανά τους αιώνες, το επάγγελμα έχει επιβιώσει. Στην αρχική της μορφή, η δικηγορία δεν ήταν συνδεδεμένη με τις νομικές σπουδές, καθώς αφορούσε απλά στη δικαστική εκπροσώπηση των πολιτών, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήταν μη εγγραμματισμένοι, από άτομα τα οποία διέθεταν μια οποιαδήποτε εκπαίδευση, έστω στοιχειώδη.

Όταν το δεδομένο αυτό άρχισε να αλλάζει και το μέσο επίπεδο εκπαίδευσης του πληθυσμού ανέβηκε, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να σημάνει το τέλος της δικηγορίας. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δε συνέβη. Αντίθετα, η δικηγορία αναβαθμίστηκε και συνδέθηκε αμιγώς με τις νομικές σπουδές. Οι πολίτες πλέον εκπροσωπούνταν όχι λόγω της εν γένει αγραμματοσύνης τους, αλλά λόγω της έλλειψης νομικών γνώσεων.

Στην πορεία, με την εξέλιξη της τεχνολογίας, η νομική γνώση, τουλάχιστον η στοιχειώδης, έπαυσε να προϋποθέτει σε απόλυτο βαθμό τις νομικές σπουδές. Λιγότερο από έναν αιώνα πριν, η πρόσβαση στο νόμο για τους μη νομικούς πολίτες γινόταν μόνο μέσω της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Σήμερα, η νομική πληροφορία είναι άμεσα διαθέσιμη στον πολίτη μέσω του διαδικτύου και, μάλιστα, όχι μόνο με τη μορφή νομοθεσίας, αλλά και νομολογίας και αρθρογραφίας, ακόμα και νομικών ερευνών. Εν τούτοις, ούτε αυτή η εξέλιξη είχε ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση της δικηγορίας. Ο ρόλος του δικηγόρου παρέμεινε, καθώς η εμπειρία και η συνολική γνώση του Δικαίου έναντι της αποσπασματικής γνώσης, την οποία δύναται να προσφέρει μια μηχανή αναζήτησης, παρέμειναν αναγκαίες.

Σήμερα, η εισαγωγή του ChatGPT φιλοδοξεί να προσδώσει στην τεχνολογία ακόμα ένα στοιχείο, το οποίο μέχρι τώρα δεν είχε καταστεί δυνατό, ήτοι, τη δυνατότητα αξιοποίησης και επεξεργασίας της νομικής πληροφορίας. Το ChatGPT υποτίθεται ότι δε βρίσκει απλά το νομικό κανόνα, την παραχθείσα νομολογία ή τις σχετικές απόψεις της θεωρίας, αλλά μπορεί και να συνδυάσει τα δεδομένα αυτά με τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης και να φτιάξει ένα δικόγραφο ή οποιοδήποτε νομικό κείμενο, ακόμα και μια αγόρευση.

Για ορισμένους, η προσθήκη του στοιχείου αυτού είναι το κρίσιμο συμπλήρωμα το οποίο έλειπε για να καταστεί δυνατή η αντικατάσταση του δικηγόρου από την τεχνητή νοημοσύνη.

Εδώ, όμως, τίθεται το ερώτημα: Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι η δυνατότητα της τεχνητής νοημοσύνης είναι απολύτως αντίστοιχη του μέσου δικηγόρου όσον αφορά στην επεξεργασία της νομικής πληροφορίας, αυτό είναι μόνο ένας δικηγόρος; Κάποιος ο οποίος ξέρει να συνδυάζει πραγματικά με νομικά δεδομένα και να τα παρουσιάζει στο δικαστήριο με τρόπο σύμφωνο με τους δικονομικούς κανόνες; Η απάντηση προφανώς είναι όχι. Ο δικηγόρος είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό.

Θα δώσω μόνο ορισμένα παραδείγματα τα οποία χαρακτηρίζουν ένα δικηγόρο και δεν μπορεί να βρουν εφαρμογή στο πλαίσιο της τεχνητής νοημοσύνης:

Α. Απόρρητο δικηγόρου-εντολέα.

Ό,τι λέγεται μεταξύ δικηγόρου και πελάτη είναι ιερό και απαραβίαστο. Ο δικηγόρος απαγορεύεται να το αποκαλύψει σε οποιονδήποτε χωρίς τη συναίνεση του εντολέως, σχετική δε παραβίαση επισύρει πολύ σοβαρές συνέπειες. Σήμερα, ο δικηγόρος είναι ένα από τα ελάχιστα επαγγέλματα-λειτουργήματα ως προς τα οποία διατηρείται ακόμα μια τέτοια ρύθμιση εμπιστευτικότητας και μυστικότητας. Το ChatGPT και οποιαδήποτε άλλη μορφή τεχνητής νοημοσύνης εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να πετύχουν κάτι τέτοιο. Η συζήτηση μεταξύ χρήστη και αλγορίθμου δεν είναι μυστική, αντιθέτως δε, είναι δυνατό να παραβιαστεί και να διαρρεύσει το περιεχόμενό της, εφόσον κάποιος έχει τα απαιτούμενα τεχνικά μέσα.

Β. Κώδικας δεοντολογίας.

Αυτό το σύνολο κανόνων, τυπικών και ατύπων, για τη συμπεριφορά των δικηγόρων απέναντι στους συναδέλφους τους, στους εντολείς τους και στους εντολείς των συναδέλφων τους ενέχει κεφαλαιώδη σημασία για το νομικό κόσμο. Ενδεικτικά, η υποχρέωση του δικηγόρου να μη συνομιλεί απευθείας με τον αντίδικο του εντολέα του, αλλά με το δικηγόρο του αντιδίκου, ή η υποχρέωση του δικηγόρου να διευκολύνει το δικηγόρο του αντιδίκου του και, κατ’ επέκταση, τον ίδιο τον αντίδικο, για να μην ερημοδικαστεί, εάν δεν μπορεί να παραστεί στο ακροατήριο, συνιστούν ρυθμίσεις διασφαλιστικές για τα συμφέροντα των εντολέων.

Γ. Καθήκον αληθείας.

Πρόσφατα διάβασα ότι το ChatGPT δέχθηκε εντολή από ένα χρήστη να παρακάμψει νομίμως τη δήλωση προστασίας «Δεν είμαι ρομπότ!» και για να το πετύχει αυτό, χωρίς να προβεί σε ψευδή δήλωση, επικοινώνησε μέσω social media με τρίτο πρόσωπο, στο οποίο έδωσε 10 ευρώ, με χρήση διαδικτυακών μέσων πληρωμής, για να κάνει την πληρωμή αντί αυτού. Το κόλπο έπιασε! Δεν ξέρω κατά πόσον η ιστορία αυτή είναι αληθινή. Πάντως, θα μπορούσε να είναι και σίγουρα μπορεί να γίνει στο μέλλον. Το καθήκον αληθείας, το οποίο βαρύνει τους διαδίκους και τους δικηγόρους τους ενώπιον του δικαστηρίου, είναι ζωτικό για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Προφανώς δεν ισχυρίζεται κανείς ότι ένας δικηγόρος θέτει με ειλικρίνεια ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα θετικά και αρνητικά δεδομένα της υπόθεσής του, σαν να κάνει εξομολόγηση για λογαριασμό του εντολέως του. Ωστόσο, το καθήκον αληθείας απαγορεύει την προβολή ισχυρισμών καταφανώς ψευδών και αυτό αναπόφευκτα περιορίζει το εύρος κινήσεων.

Δ. Πειθαρχική ευθύνη δικηγόρου.

Ίσως πρόκειται για τη σημαντικότερη διαφορά, αφού από αυτήν εξαρτώνται όλες οι άλλες. Θα διερωτηθεί κανείς και δικαίως: Δηλαδή δεν έχουμε δει δικηγόρους να μην τηρούν τη δεοντολογία, να παραβιάζουν το καθήκον αληθείας και να μη σέβονται το απόρρητο; Εννοείται πως έχουμε δει. Η μεγάλη διαφορά, όμως, είναι ότι ο δικηγόρος ο οποίος υιοθετεί τέτοια συμπεριφορά, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με πειθαρχικές κυρώσεις, χωρίς να αποκλείονται και αστικές ή ποινικές, ιδίως μάλιστα εάν μια τέτοια συμπεριφορά εκδηλώνεται επανειλημμένα. Αντιθέτως, η τεχνητή νοημοσύνη δεν υπόκειται σε κάποιον έλεγχο, πειθαρχικό ή άλλου τύπου. Εφόσον, λοιπόν, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, έχει φτάσει σε επίπεδο να σκέφτεται σαν άνθρωπος, δεν μπορεί να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο να σκέφτεται με τρόπο αντίθετο προς τα ανωτέρω καθήκοντα.

Αυτοί είναι ορισμένοι μόνο από τους λόγους για τους οποίους η τεχνητή νοημοσύνη ουδέποτε θα μπορέσει να υποκαταστήσει τους δικηγόρους πλήρως. Όσο δεδομένο θεωρώ, όμως, ότι κάτι τέτοιο δε θα συμβεί, άλλο τόσο δεδομένο είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει δραστικά τις συνθήκες στο δικηγορικό επάγγελμα. Είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν συγκεκριμένες εργασίες οι οποίες σήμερα γίνονται από δικηγόρους και στο μέλλον θα καταλήξουν να γίνονται αποκλειστικά με εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.

Συμβαίνει για πρώτη φορά μια τέτοια εξέλιξη; Σαφώς και όχι. Κάποτε μπορεί να θεωρείτο δικηγορική εργασία η αναζήτηση ενός νόμου στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, ενώ σήμερα γίνεται σε δύο λεπτά μέσω διαδικτύου από όλους. Κάποτε ακόμα και η σύνταξη ενός κειμένου χωρίς ορθογραφικά λάθη μπορεί να θεωρείτο δικηγορική εργασία.

Ωστόσο, παρά τον περιορισμό της δικηγορικής ύλης, η δικηγορία δεν εξαφανίστηκε. Αντιθέτως, η τεχνολογική εξέλιξη αξιοποιήθηκε από τους δικηγορικούς κύκλους προς όφελος του επαγγέλματός τους. Έτσι, έγινε ευκολότερη η αναζήτηση της νομικής πληροφορίας και δόθηκαν νέες δυνατότητες, όπως η ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφου. Όσοι, δηλαδή, προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα από την ανάπτυξη της κοινωνίας και της τεχνολογίας, έκαναν, εν τέλει, τη ζωή τους απλούστερη και τη δουλειά τους αποτελεσματικότερη.

Το βασικό συμπέρασμα του κειμένου είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη, όσο και αν αναπτυχθεί, ακόμα και αν φτάσει να λειτουργεί το ίδιο ή και καλύτερα από το ανθρώπινο μυαλό, δε θα μπορέσει να αντικαταστήσει πλήρως τη δικηγορία. Ο θεσμός του δικηγόρου είναι πολύ μεγαλύτερης σημασίας από έναν απλό επεξεργαστή νομικής πληροφορίας. Ενώ, όμως, δεν κινδυνεύει η δικηγορία συνολικά από την τεχνολογική εξέλιξη, δεν ισχύει το ίδιο για τους δικηγόρους εκείνους οι οποίοι αρνούνται να προσαρμοστούν και να την αξιοποιήσουν. Αυτοί κινδυνεύουν! Όχι από την ίδια την τεχνολογική εξέλιξη, αλλά από τους συναδέλφους τους οι οποίοι θα την εκμεταλλευτούν και δε θα την αντιμετωπίσουν εχθρικά.

Πηγή: https://nomikospalmos.wordpress.com