Τέσσερα χρόνια μετά το πρωτοφανές χάος που προκάλεσε η κακοκαιρία «Ελπίδα» στην Αττική Οδό, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών ακύρωσε το πρόστιμο του 1 εκατ. ευρώ που είχε επιβληθεί στην εταιρεία λειτουργίας και συντήρησης του αυτοκινητοδρόμου για την πολύωρη διακοπή της κυκλοφορίας στις 24 Ιανουαρίου 2022. Με την απόφαση Α 3284/2026, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έρευνα που προηγήθηκε του καταλογισμού παρέμεινε αποσπασματική, καθώς επικεντρώθηκε σε ορισμένους μόνο από τους εμπλεκόμενους φορείς και δεν αποτύπωσε συνολικά τις πράξεις και τις παραλείψεις που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της κρίσης.
Η υπόθεση αφορά μία από τις πιο έντονες στιγμές της κακοκαιρίας «Ελπίδα», όταν χιλιάδες οδηγοί εγκλωβίστηκαν για ώρες στον αυτοκινητόδρομο μέσα σε ισχυρή χιονόπτωση. Μετά τα γεγονότα συγκροτήθηκε ειδική Επιτροπή Διερεύνησης, η οποία είχε ως αποστολή να εντοπίσει τα αίτια της διακοπής, να εξετάσει τη συμπεριφορά των εμπλεκόμενων φορέων και να επιμερίσει τις ευθύνες. Η διαδικασία κατέληξε στην επιβολή του ανώτατου προβλεπόμενου διοικητικού προστίμου των 1.000.000 ευρώ τόσο στην παραχωρησιούχο όσο και στην εταιρεία που είχε αναλάβει τη λειτουργία και τη συντήρηση της Αττικής Οδού.
Τι προβλέπει ο νόμος για το κλείσιμο του εθνικού οδικού δικτύου
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρέθηκε το άρθρο 65 του Ν. 4663/2020, το οποίο προβλέπει κυρώσεις όταν πράξη ή παράλειψη υπηρεσίας, φορέα λειτουργίας ή συντήρησης ή ακόμη και χρήστη της υποδομής συμβάλλει σε διακοπή της κυκλοφορίας στο εθνικό οδικό δίκτυο για περισσότερο από μία ώρα λόγω δυσμενών καιρικών φαινομένων ή βλάβης της υποδομής. Το πρόστιμο μπορεί να κυμαίνεται από 5.000 έως 1 εκατ. ευρώ και το ύψος του καθορίζεται με βάση τη διάρκεια και την έκταση της διακοπής, τις συνέπειές της και, κυρίως, τον βαθμό υπαιτιότητας κάθε εμπλεκόμενου φορέα ή προσώπου.
Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εταιρεία λειτουργίας και συντήρησης της Αττικής Οδού υπάγεται κανονικά στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης, ακόμη και αν η δική της συμβατική σχέση είχε συναφθεί με την παραχωρησιούχο και όχι απευθείας με το Ελληνικό Δημόσιο. Η ιδιότητά της ως φορέα που είχε αναλάβει στην πράξη τη λειτουργία και τη συντήρηση του αυτοκινητοδρόμου ήταν αρκετή για να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός ελέγχου και, εφόσον αποδεικνυόταν υπαιτιότητα, η δυνατότητα επιβολής προστίμου.
Τι συνέβη την ημέρα της «Ελπίδας»
Τα στοιχεία της δικογραφίας αποτυπώνουν μια αλληλουχία γεγονότων που ξεκίνησε από νωρίς το πρωί της 24ης Ιανουαρίου 2022 και εξελίχθηκε γρήγορα σε γενικευμένη κυκλοφοριακή κρίση. Η χιονόπτωση άρχισε στην περιοχή της Ελευσίνας και επεκτάθηκε σταδιακά στο υπόλοιπο δίκτυο, ενώ η απαγόρευση κυκλοφορίας βαρέων οχημάτων στην Αθηνών – Λαμίας οδήγησε επιπλέον κυκλοφορία προς την Αττική Οδό. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της Επιτροπής, μέχρι τις 14.00 είχαν εισέλθει στον αυτοκινητόδρομο περίπου 5.700 φορτηγά και βαρέα οχήματα, την ώρα που η χιονόπτωση εντεινόταν και άρχιζαν οι πρώτες ακινητοποιήσεις.
Μέχρι το απόγευμα, η κατάσταση είχε επιβαρυνθεί δραματικά. Ακινητοποιημένα οχήματα καταλάμβαναν τις λωρίδες κυκλοφορίας και τη Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης, δυσχεραίνοντας την πρόσβαση περιπολικών και εκχιονιστικών. Η Επιτροπή που διερεύνησε τα γεγονότα κατέληξε ότι η εταιρεία όφειλε να έχει ζητήσει νωρίτερα τον αποκλεισμό εισόδων του αυτοκινητοδρόμου και απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στη διαχείριση των μέσων αποχιονισμού. Στις 18.00, σύμφωνα με το πόρισμα, περίπου 3.500 οχήματα βρίσκονταν εγκλωβισμένα, με οδηγούς και επιβάτες αντιμέτωπους με εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
Η έρευνα σταμάτησε σε τέσσερις φορείς
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το κρίσιμο σημείο της δικαστικής απόφασης. Η Επιτροπή συγκέντρωσε και αξιολόγησε στοιχεία από την εταιρεία λειτουργίας και συντήρησης, την παραχωρησιούχο Αττική Οδό Α.Ε., την Τροχαία Αττικής Οδού και την Περιφερειακή Πυροσβεστική Διοίκηση Αττικής. Το ίδιο το επιχειρησιακό πλαίσιο αντιμετώπισης αντίξοων καιρικών συνθηκών, όμως, προέβλεπε πολύ ευρύτερο κύκλο εμπλεκόμενων φορέων, μεταξύ των οποίων την Πολιτική Προστασία, το Δημόσιο, την Τροχαία, το Πυροσβεστικό Σώμα, την ΕΜΥ και άλλες υπηρεσίες.
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε ότι για έναν νόμιμο επιμερισμό της ευθύνης έπρεπε να έχει προηγηθεί συνολική διερεύνηση των ενεργειών όλων όσοι συμμετείχαν στη διαχείριση της κακοκαιρίας. Ιδιαίτερα κρίσιμη θεωρήθηκε η απουσία ολοκληρωμένης εξέτασης της Πολιτικής Προστασίας, της Περιφέρειας και των όμορων με την Αττική Οδό δήμων. Ο περιορισμός της έρευνας σε μέρος μόνο των εμπλεκομένων άφησε, κατά το Δικαστήριο, ελλιπή την εικόνα για το πώς δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε η διακοπή της κυκλοφορίας.
Στο μικροσκόπιο και ο συντονισμός των δημόσιων υπηρεσιών
Η κρίση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο της Πολιτικής Προστασίας προβλέπει τη συμμετοχή και τον συντονισμό ενός ευρέος δικτύου υπηρεσιών σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών. Η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας έχει αρμοδιότητες σχεδιασμού, ετοιμότητας και συντονισμού, ενώ στο επιχειρησιακό σύστημα συμμετέχουν κρατικές υπηρεσίες, Περιφέρειες, δήμοι, Αστυνομία, Πυροσβεστική και άλλοι φορείς.
Αυτό είχε ιδιαίτερη βαρύτητα στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυπταν ζητήματα που ξεπερνούσαν τη στενή λειτουργία του αυτοκινητοδρόμου. Η διοχέτευση αυξημένης κυκλοφορίας προς την Αττική Οδό, η επάρκεια της αστυνομικής δύναμης, η δυνατότητα έγκαιρου αποκλεισμού των εισόδων, η κατάσταση των παράπλευρων οδικών αξόνων και η πρόσβαση των μηχανημάτων αποχιονισμού αποτελούσαν τμήματα της ίδιας αλληλουχίας γεγονότων. Η εταιρεία είχε επικαλεστεί, μεταξύ άλλων, τη σφοδρότητα της κακοκαιρίας, ελλείψεις στην αστυνομική παρουσία, ενέργειες άλλων δημόσιων φορέων και τη συμπεριφορά χρηστών που κινούνταν χωρίς αντιολισθητικές αλυσίδες.
Για το 1 εκατ. ευρώ χρειαζόταν πλήρης εικόνα της ευθύνης
Το Δικαστήριο δεν κατέληξε ότι η εταιρεία ήταν απαλλαγμένη από κάθε ευθύνη για όσα συνέβησαν. Η απόφαση κινήθηκε σε διαφορετικό επίπεδο: για να καταλογιστεί νόμιμα υπαιτιότητα και, πολύ περισσότερο, για να επιβληθεί το ανώτατο δυνατό πρόστιμο, η Διοίκηση έπρεπε προηγουμένως να έχει διερευνήσει συνολικά τη συμπεριφορά όλων των φορέων που μπορούσαν να έχουν συμβάλει στην κρίση.
Η μερική διερεύνηση οδήγησε, κατά το Δικαστήριο, σε μερικό καταλογισμό. Και αυτό αποκτά καθοριστική σημασία σε ένα σύστημα κυρώσεων όπου το ίδιο το ύψος του προστίμου εξαρτάται από τον βαθμό υπαιτιότητας κάθε εμπλεκομένου. Χωρίς πλήρη εικόνα για τη συμμετοχή των υπόλοιπων φορέων, δεν μπορούσε να στηριχθεί νόμιμα η απόδοση της συγκεκριμένης ευθύνης στην εταιρεία και η επιβολή σε βάρος της του ανώτατου ποσού του 1 εκατ. ευρώ.
Με αυτό το σκεπτικό, το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε την προσφυγή και ακύρωσε την υπουργική απόφαση της 23ης Μαρτίου 2022 με την οποία είχε επιβληθεί το πρόστιμο. Διέταξε επίσης την επιστροφή του παραβόλου στην προσφεύγουσα εταιρεία, ενώ απάλλαξε το Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα.

















