Η νέα ρύθμιση των έως 72 δόσεων δίνει μια γρήγορη διέξοδο για παλαιές οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση. Ο ανανεωμένος εξωδικαστικός μηχανισμός, που διευρύνεται για χρέη από 5.000 ευρώ, απευθύνεται σε όσους χρειάζονται ενιαία και βαθύτερη αναδιάρθρωση. Η σωστή επιλογή δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό των δόσεων, αλλά από το είδος του χρέους, τη μηνιαία δυνατότητα πληρωμής και την ανάγκη για συνολική λύση.
Η ενεργοποίηση της ρύθμισης έως 72 δόσεων για παλαιές οφειλές προς την Εφορία και η διεύρυνση του εξωδικαστικού μηχανισμού διαμορφώνουν δύο διακριτές διαδρομές για νοικοκυριά και επιχειρήσεις που θέλουν να επαναφέρουν τις υποχρεώσεις τους σε βιώσιμη βάση. Η ουσία, όμως, δεν βρίσκεται στο ποια λύση προσφέρει τις περισσότερες δόσεις. Βρίσκεται στο αν το πρόβλημα είναι μονομερές —για παράδειγμα, αφορά μόνο φορολογικό χρέος— ή πολυμερές, με οφειλές ταυτόχρονα σε Δημόσιο, ΕΦΚΑ, τράπεζες και servicers.
Η ρύθμιση των 72 δόσεων είναι σχεδιασμένη ως άμεσο εργαλείο τακτοποίησης. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός λειτουργεί ως πλαίσιο συνολικής αναδιάρθρωσης, με πολύ μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής και δυνατότητα αξιολόγησης για διαγραφή μέρους της οφειλής υπό προϋποθέσεις. Η διαφορά αυτή είναι κρίσιμη: η πρώτη επιλογή προϋποθέτει ότι ο οφειλέτης μπορεί να εξυπηρετήσει τη δόση· η δεύτερη εξετάζει αν και με ποιους όρους η συνολική του εικόνα μπορεί να γίνει βιώσιμη.
Οι 72 δόσεις: γρήγορη λύση για συγκεκριμένο φορολογικό πρόβλημα
Στη ρύθμιση μπορούν να υπαχθούν οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, παρέμεναν αρρύθμιστες στις 21 Απριλίου 2026 και εξακολουθούν να μην έχουν εξοφληθεί κατά την αίτηση. Η προθεσμία υποβολής αίτησης λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2026. [1][2]
Η ένταξη δεν είναι αυτόματη ούτε αποσυνδεδεμένη από τις νεότερες υποχρεώσεις. Πριν από την υπαγωγή, οι οφειλές που βεβαιώθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά πρέπει να έχουν εξοφληθεί ή να έχουν υπαχθεί στην πάγια ρύθμιση. Η ρύθμιση ενεργοποιείται με την καταβολή της πρώτης δόσης εντός τριών εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης. [1]
Στην πράξη, πρόκειται για επιλογή που ευνοεί τον φορολογούμενο με περιορισμένο, αποκλειστικά φορολογικό «στοκ» χρέους και σχετικά σταθερή ταμειακή ροή. Η διαδικασία είναι απλούστερη από τον εξωδικαστικό: δεν προϋποθέτει πλήρη διαπραγμάτευση με πολλούς πιστωτές ούτε αλγοριθμική αποτύπωση του συνόλου της περιουσιακής και τραπεζικής εικόνας.
Πότε έχει οικονομικό νόημα
Οι 72 δόσεις είναι συνήθως η πιο καθαρή επιλογή όταν συντρέχουν σωρευτικά τρεις συνθήκες:
1. Το χρέος αφορά κυρίως ή μόνο την Εφορία. Αν υπάρχουν μικρές ή ανύπαρκτες τραπεζικές και ασφαλιστικές οφειλές, δεν υπάρχει ουσιαστικό όφελος από μια πιο σύνθετη διαδικασία συνολικής ρύθμισης.
2. Η μηνιαία δόση είναι πραγματικά εξυπηρετήσιμη. Η επιμήκυνση σε 72 μήνες μειώνει την άμεση πίεση, αλλά δεν λύνει από μόνη της ένα διαρθρωτικό πρόβλημα ρευστότητας.
3. Οι τρέχουσες υποχρεώσεις μπορούν να παραμείνουν συνεπείς. Η τακτοποίηση των νεότερων οφειλών είναι προϋπόθεση για την ένταξη και, πρακτικά, βασικός δείκτης για το αν η ρύθμιση μπορεί να διατηρηθεί.
Παράδειγμα 1: Μισθωτός με παλαιό χρέος στην Εφορία
Ένας μισθωτός οφείλει 7.200 ευρώ από παλαιότερες φορολογικές υποχρεώσεις, δεν έχει ληξιπρόθεσμο δάνειο και εξυπηρετεί κανονικά τους τρέχοντες φόρους του. Σε μια απλή αριθμητική προσέγγιση, χωρίς να συνυπολογίζονται τυχόν τόκοι ή επιβαρύνσεις της ρύθμισης, η κατανομή σε 72 μήνες αντιστοιχεί σε περίπου 100 ευρώ τον μήνα.
Για αυτό το προφίλ, η διαδικαστική απλότητα έχει ιδιαίτερη αξία. Ο οφειλέτης δεν χρειάζεται να υποβάλει αίτηση για μια συνολική αναδιάρθρωση, ενώ δεν έχει άλλους πιστωτές που θα μπορούσαν να ωφεληθούν από τον εξωδικαστικό. Αν τα 100 ευρώ χωρούν με ασφάλεια στον μηνιαίο προϋπολογισμό του, οι 72 δόσεις είναι κατά κανόνα η αναλογικότερη λύση.
Πού υστερούν
Η ρύθμιση των 72 δόσεων δεν είναι μηχανισμός διαγραφής χρέους και δεν ενοποιεί οφειλές προς διαφορετικούς πιστωτές. Ένας οφειλέτης που έχει παράλληλα φορολογικό χρέος, εισφορές, καταναλωτικό δάνειο και στεγαστική οφειλή σε servicer μπορεί να τακτοποιήσει μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Μάλιστα, αν η δόση της ρύθμισης προστεθεί στις υπόλοιπες μηνιαίες υποχρεώσεις χωρίς να υπάρχει επαρκές διαθέσιμο εισόδημα, η λύση μπορεί να αποδειχθεί πρόσκαιρη.
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός: εργαλείο συνολικής αναδιάρθρωσης
Από τις 26 Ιουλίου 2026 διευρύνεται η πρόσβαση στον εξωδικαστικό μηχανισμό με μείωση του ελάχιστου ύψους οφειλών από 10.000 σε 5.000 ευρώ. [3] Ο μηχανισμός μπορεί να συγκεντρώσει σε μία διαδικασία οφειλές προς Δημόσιο και ασφαλιστικούς φορείς, αλλά και τραπεζικές οφειλές ή απαιτήσεις εταιρειών διαχείρισης. Προβλέπονται έως 240 δόσεις για Δημόσιο και ΕΦΚΑ και έως 420 δόσεις για τράπεζες και servicers. [4]
Η βασική διαφορά σε σχέση με τις 72 δόσεις είναι ότι η πρόταση δεν είναι τυποποιημένη. Παράγεται με βάση τα δηλωμένα εισοδήματα, την ακίνητη και λοιπή περιουσία, τις καταθέσεις, τις υποχρεώσεις και τη δυνατότητα αποπληρωμής. Για τον λόγο αυτό, ο οφειλέτης δεν γνωρίζει εκ των προτέρων ούτε το ακριβές ύψος της δόσης ούτε τον τελικό αριθμό των δόσεων.
Ο μηχανισμός μπορεί, εφόσον προκύπτει από την αξιολόγηση και τους προβλεπόμενους κανόνες, να περιλαμβάνει διαγραφή μέρους της οφειλής. Αυτό δεν αποτελεί δεδομένο ούτε δικαίωμα που ενεργοποιείται μόνο με την υποβολή αίτησης: εξαρτάται από την πραγματική οικονομική εικόνα, την αξία της περιουσίας και τη δυνατότητα αποπληρωμής.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί το κόστος χρηματοδότησης. Η διατύπωση ότι το επιτόκιο είναι «σταθερό 3% για όλη τη διάρκεια» χρειάζεται διόρθωση. Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες για το νέο πλαίσιο, το 3% αναφέρεται ως σταθερό για τα πρώτα τρία έτη, όχι κατ’ ανάγκη για ολόκληρη τη διάρκεια της ρύθμισης. [3] Συνεπώς, πριν από την αποδοχή οποιασδήποτε πρότασης, ο οφειλέτης πρέπει να εξετάζει το πλήρες χρονοδιάγραμμα επιτοκίων και το συνολικό ποσό αποπληρωμής, όχι μόνο τη χαμηλή αρχική δόση.
Πότε έχει οικονομικό νόημα
Ο εξωδικαστικός είναι συνήθως καταλληλότερος όταν:
- υπάρχουν οφειλές σε περισσότερους από έναν πιστωτές,
- η μηνιαία επιβάρυνση από επιμέρους ρυθμίσεις δεν είναι βιώσιμη,
- απαιτείται μεγαλύτερη επιμήκυνση από τις 72 δόσεις,
- υπάρχει πραγματική οικονομική αδυναμία που ενδέχεται να δικαιολογεί συνολικότερη αναδιάρθρωση ή, όπου προβλέπεται, διαγραφή μέρους της απαίτησης,
- ο οφειλέτης είναι διατεθειμένος να υποβάλει πλήρη οικονομικά στοιχεία και να δεχθεί τον έλεγχο που συνεπάγεται η διαδικασία.
Παράδειγμα 2: Ελεύθερος επαγγελματίας με πολλαπλά χρέη
Ένας ελεύθερος επαγγελματίας έχει 9.000 ευρώ οφειλές στην Εφορία, 6.000 ευρώ στον ΕΦΚΑ και 18.000 ευρώ σε δάνειο που διαχειρίζεται servicer. Αν ρυθμίσει μόνο το φορολογικό σκέλος σε 72 δόσεις, αντιμετωπίζει απλώς ένα από τα τρία μέτωπα. Η ασφαλιστική οφειλή και το δάνειο εξακολουθούν να απαιτούν χωριστή διευθέτηση, με δικές τους δόσεις και προθεσμίες.
Στον εξωδικαστικό, η υπόθεση μπορεί να αξιολογηθεί ενιαία. Η τελική πρόταση δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί από πριν, όμως ο μηχανισμός διαθέτει πολύ ευρύτερο ορίζοντα αποπληρωμής —έως 240 δόσεις για Δημόσιο και ΕΦΚΑ και έως 420 για τραπεζικές οφειλές— και εξετάζει αν η δόση ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες του επαγγελματία. [4] Για έναν οφειλέτη με ασταθή εισόδημα και πολλαπλές απαιτήσεις, αυτή η ενιαία αξιολόγηση μπορεί να είναι σημαντικότερη από την ταχύτητα που προσφέρει η ρύθμιση των 72 δόσεων.
Το τίμημα της συνολικής λύσης
Η διαδικασία είναι πιο απαιτητική. Ο αιτών χρειάζεται να αποτυπώσει πλήρως την οικονομική του κατάσταση, να συγκεντρώσει δικαιολογητικά και να επιτρέψει την πρόσβαση στα στοιχεία που απαιτούνται για την αξιολόγηση. Η πλήρης εικόνα δεν είναι τυπική γραφειοκρατία: αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία θα κριθεί η βιωσιμότητα και, ενδεχομένως, η δυνατότητα αναδιάρθρωσης.
Αυτό σημαίνει ότι ο εξωδικαστικός δεν ενδείκνυται μόνο επειδή προσφέρει πολλές δόσεις. Είναι εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιείται όταν η πολυπλοκότητα του χρέους δικαιολογεί την πολυπλοκότητα της αίτησης. Αν ο οφειλέτης έχει μόνο μια μικρή, διαχειρίσιμη οφειλή στην Εφορία, η υποβολή σε έναν ευρύτερο μηχανισμό μπορεί να είναι δυσανάλογη σε σχέση με το πρόβλημα που θέλει να επιλύσει.
Η πρακτική σύγκριση: η απόφαση σε τέσσερα ερωτήματα
1. Πόσοι είναι οι πιστωτές;
Αν υπάρχει μόνο φορολογική οφειλή, οι 72 δόσεις είναι η φυσική αφετηρία. Αν υπάρχουν Δημόσιο, ΕΦΚΑ και τράπεζες ή servicers, ο εξωδικαστικός προσφέρει τη δυνατότητα να εξεταστεί το πρόβλημα ως ενιαίο σύνολο.
2. Είναι η δόση βιώσιμη μετά τα πάγια έξοδα;
Η σωστή μέτρηση δεν είναι «μπορώ να πληρώσω την πρώτη δόση;», αλλά «μπορώ να πληρώνω τη δόση σταθερά, μαζί με τους τρέχοντες φόρους, εισφορές, δάνεια και τα βασικά έξοδα διαβίωσης ή λειτουργίας;». Η ρύθμιση που αφήνει μηδενικό περιθώριο για απρόβλεπτες δαπάνες έχει αυξημένο κίνδυνο να χαθεί.
3. Χρειάζεται μόνο χρόνος ή και αναδιάρθρωση;
Οι 72 δόσεις δίνουν κυρίως χρόνο. Ο εξωδικαστικός μπορεί να δώσει χρόνο, ενοποίηση και —όπου προκύπτει από την αξιολόγηση— πιθανότητα διαγραφής μέρους της οφειλής. Όταν η συνολική οφειλή υπερβαίνει κατά πολύ την ικανότητα αποπληρωμής, η απλή επιμήκυνση ενός μόνο χρέους συνήθως δεν αρκεί.
4. Υπάρχει ετοιμότητα για πλήρη οικονομική διαφάνεια;
Για τον εξωδικαστικό, η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική. Όποιος δεν διαθέτει ακόμη τα απαιτούμενα στοιχεία ή δεν έχει συμφωνήσει με τον λογιστή ή τον νομικό σύμβουλό του τη συνολική εικόνα των οφειλών και της περιουσίας, είναι πιθανό να χρειάζεται πρώτα προετοιμασία. Η ποιότητα των στοιχείων της αίτησης καθορίζει και την ποιότητα της αξιολόγησης.
Τι πρέπει να ελέγξει ο οφειλέτης πριν επιλέξει
Πριν από την αίτηση, είναι χρήσιμο να καταρτιστεί ένας σύντομος «χάρτης χρέους»:
- αναλυτικό υπόλοιπο ανά πιστωτή,
- ημερομηνία γέννησης και βεβαίωσης κάθε οφειλής,
- υφιστάμενες ρυθμίσεις και μηνιαίες δόσεις,
- τρέχουσες φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις,
- σταθερά και μεταβλητά εισοδήματα,
- βασικά έξοδα διαβίωσης ή λειτουργίας της επιχείρησης,
- περιουσιακά στοιχεία και τυχόν εξασφαλίσεις δανείων.
Η άσκηση αυτή δεν είναι απλώς προπαρασκευαστική. Αποκαλύπτει αν το πρόβλημα είναι ένα παλαιό φορολογικό υπόλοιπο ή αν πρόκειται για συνολική υπερχρέωση. Στην πρώτη περίπτωση, οι 72 δόσεις μπορεί να είναι επαρκείς. Στη δεύτερη, ο εξωδικαστικός αξίζει τουλάχιστον να αξιολογηθεί με πραγματικά στοιχεία και όχι με βάση μόνο τον μέγιστο αριθμό δόσεων.
Συμπέρασμα
Οι δύο λύσεις δεν είναι ανταγωνιστικές με την απλή έννοια του «ποια είναι καλύτερη». Απευθύνονται σε διαφορετικές ανάγκες.
Οι 72 δόσεις είναι η πιο γρήγορη και λιγότερο σύνθετη διαδρομή για παλαιές φορολογικές οφειλές, εφόσον ο οφειλέτης μπορεί να υπηρετεί σταθερά τη μηνιαία δόση και τις τρέχουσες υποχρεώσεις του. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός είναι το καταλληλότερο πεδίο όταν τα χρέη είναι πολλαπλά, η δυνατότητα πληρωμής έχει περιοριστεί και η λύση απαιτεί ενιαία αναδιάρθρωση.
Η τελική απόφαση πρέπει να βασίζεται σε τρία μεγέθη: το σύνολο των χρεών, το διαθέσιμο μηνιαίο εισόδημα μετά τα βασικά έξοδα και την πιθανότητα να παραμείνει η ρύθμιση συνεπής σε βάθος χρόνου. Η μικρότερη δόση δεν είναι πάντα η καλύτερη λύση· καλύτερη είναι εκείνη που μειώνει τον κίνδυνο νέας αθέτησης και επαναφέρει τη σχέση του οφειλέτη με όλους τους πιστωτές σε βιώσιμη βάση.
Σημείωση: Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη φοροτεχνική ή νομική συμβουλή. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να ελέγχουν τους όρους της ενεργής πλατφόρμας και της πρότασης που λαμβάνουν πριν από την οριστική αποδοχή της.
Πηγές
[1] ΑΑΔΕ — Αίτηση ρύθμισης οφειλών
[2] TaxHeaven — Ρύθμιση οφειλών στη Φορολογική Διοίκηση σε έως 72 δόσεις
[3] Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών — Ενεργοποίηση νέων μέτρων ρύθμισης οφειλών
[4] Ειδική Γραμματεία Ιδιωτικού Χρέους — Ρύθμιση οφειλών μέσω εξωδικαστικού μηχανισμού

















