Μία σημαντική απόφαση για τα χρονικά όρια των φορολογικών ελέγχων εξέδωσε το Β΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την υπ’ αριθ. 365/2026 απόφαση, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο αντιμετωπίζει εκ νέου το κρίσιμο ζήτημα της πενταετούς παραγραφής και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο χρόνος ελέγχου μπορεί να φτάσει στη δεκαετία.

Η υπόθεση αφορούσε εταιρεία σε βάρος της οποίας είχαν καταλογιστεί διαφορές ΦΠΑ ύψους 348.508 ευρώ και 85.399,21 ευρώ για τις χρήσεις 2004 και 2005 αντίστοιχα, καθώς και πρόσθετος φόρος και πρόστιμα, λόγω λήψης και καταχώρισης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων. Η εταιρεία υποστήριξε ότι το δικαίωμα του Δημοσίου για καταλογισμό είχε ήδη υποπέσει στην πενταετή παραγραφή.

Το κρίσιμο ζήτημα των «συμπληρωματικών στοιχείων»

Το ενδιαφέρον της απόφασης βρίσκεται στον χρόνο κατά τον οποίο η φορολογική διοίκηση απέκτησε γνώση των στοιχείων που αποκάλυπταν την παράβαση.

Το ΣτΕ δέχθηκε ότι, όταν η εικονικότητα των τιμολογίων προκύπτει για πρώτη φορά από μεταγενέστερη έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ, η έκθεση μπορεί να αποτελέσει «συμπληρωματικό στοιχείο», ικανό να δικαιολογήσει την εφαρμογή της δεκαετούς παραγραφής.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε νέο έγγραφο ή μεταγενέστερος έλεγχος επιτρέπει αυτομάτως στη φορολογική διοίκηση να παρακάμπτει την πενταετία.

Η πάγια νομολογιακή προσέγγιση του ΣτΕ θέτει μία ουσιώδη προϋπόθεση: τα συμπληρωματικά στοιχεία πρέπει να είναι στοιχεία τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της η αρμόδια φορολογική αρχή κατά την πενταετία.

Αντίθετα, δεν θεωρούνται συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα που είχαν ήδη περιέλθει σε γνώση της διοίκησης και απλώς δεν αξιοποιήθηκαν, ούτε εκείνα για τα οποία η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση εάν είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια και είχε πραγματοποιήσει εγκαίρως τον προσήκοντα έλεγχο. Η αρχή αυτή έχει διατυπωθεί επανειλημμένα στη νομολογία του ΣτΕ.

Δεν καταργείται η πενταετία

Η απόφαση 365/2026 δεν πρέπει, συνεπώς, να ερμηνευθεί ως γενική αντικατάσταση της πενταετούς από δεκαετή παραγραφή.

Ο κανόνας της πενταετίας παραμένει. Η δεκαετία λειτουργεί κατ’ εξαίρεση, όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και εμφανίζονται πραγματικά συμπληρωματικά στοιχεία που δεν ήταν –και δεν μπορούσαν, με τη δέουσα επιμέλεια, να είναι– γνωστά στη φορολογική διοίκηση εντός της αρχικής προθεσμίας.

Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία για την ασφάλεια δικαίου. Διαφορετικά, η ίδια η αδράνεια της διοίκησης θα μπορούσε να μετατρέπεται σε λόγο παράτασης της παραγραφής, κάτι που η νομολογία του ΣτΕ δεν αποδέχεται.

Η ΣτΕ 365/2026 αποκτά ιδιαίτερη σημασία κυρίως σε υποθέσεις εικονικών ή πλαστών τιμολογίων και ΦΠΑ, στις οποίες η πραγματική εικόνα μιας συναλλαγής μπορεί να αποκαλυφθεί από μεταγενέστερο έλεγχο άλλης επιχείρησης ή από έκθεση του ΣΔΟΕ.

Για κάθε παλαιά φορολογική υπόθεση, επομένως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς εάν εμφανίστηκε ένα νέο στοιχείο μετά την πενταετία. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πότε το στοιχείο αυτό μπορούσε αντικειμενικά να γίνει γνωστό στη φορολογική διοίκηση.

Και ακριβώς σε αυτή τη λεπτή διάκριση μεταξύ πραγματικά νέου στοιχείου και στοιχείου που η διοίκηση μπορούσε ήδη να γνωρίζει βρίσκεται πλέον το βασικό πεδίο της αντιδικίας για την πενταετή ή δεκαετή παραγραφή.