Του Νίκου Μάλαμα*
Πριν από λίγες εβδομάδες εμβρόντητη έμεινε η ελληνική κοινή γνώμη από την αποκάλυψη της υπόθεσης κατασκοπείας διενεργούμενης υπέρ της Κίνας με αυτουργό τον Σμήναρχο της Πολεμικής Αεροπορίας που συνελήφθη, απολογήθηκε, ομολογώντας μάλιστα τη βασιμότητα της κατηγορίας, και τέθηκε σε προσωρινή κράτηση.
Πέραν των ποινικών κυρώσεων με τις οποίες κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος ο αξιωματικός, ιδιαίτερης αναφοράς χρήζει η πρόσφατη ρύθμιση, που τέθηκε με το άρθρο 298 του Ν. 5265/2026 του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και επιφέρει αλλαγή στον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (Ν. 3284/2004), προβλέποντας στο άρθρο 17 αυτού μια νέα περίπτωση απώλειας της ιθαγένειας λόγω έκπτωσης. Συγκεκριμένα, «Μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος της ελληνικής ιθαγένειας: (…) δ. Όποιος τελεί το αδίκημα του άρθρου 146 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α΄ 95), περί παραβίασης μυστικών της Πολιτείας, ή του άρθρου 144 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (ν. 2287/1995, Α΄ 20), περί μετάδοσης στρατιωτικών μυστικών, εφόσον έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για τα αδικήματα αυτά.».
Για τους νομικούς, είναι αυτονόητο ότι μια τόσο σοβαρή συνέπεια για έναν κατηγορούμενο, για τον οποίο ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας, μπορεί να επέλθει μόνο μετά από μια αμετάκλητη ετυμηγορία, δηλαδή, μετά από μια δικαστική απόφαση εναντίον της οποίας έχουν εξαντληθεί όχι μόνο τα τακτικά αλλά και τα έκτακτα ένδικα μέσα.
Τι σημαίνει, όμως, «ιθαγένεια»; Ιθαγένεια είναι ο νομικός δεσμός ενός ατόμου με ένα κράτος, ο οποίος τού προσδίδει την ιδιότητα του πολίτη, χάρη στην οποία απολαύει των πολιτικών δικαιωμάτων που η εκάστοτε έννομη τάξη προβλέπει.
Ένα άτομο μπορεί να έχει και περισσότερες από μια ιθαγένειες, άρα, να είναι πολίτης περισσότερων κρατών. Αντίθετα, αν ένα άτομο δεν έχει ιθαγένεια (είτε γιατί δεν απέκτησε ποτέ είτε γιατί για οποιονδήποτε λόγο εκπέσει αυτής), τότε πρόκειται περί ανιθαγενούς. Βέβαια, η θεμελιώδης αρχή την οποία προβλέπει στο άρθρο 15 η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948) είναι ότι «Κάθε άτομο έχει το δικαίωμα σε μια ιθαγένεια». Παρά ταύτα, αναγνωρίζεται στο κάθε κράτος και το δικαίωμα να καθορίζει στο νομικό του πλαίσιο και τις όλως εξαιρετικές περιστάσεις υπό τις οποίες ένα άτομο μπορεί να καταστεί ανιθαγενές.
Για τους ανιθαγενείς ισχύουν οι προστατευτικές διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης περί του καθεστώτος ανιθαγενών (1954), η οποία έχει κυρωθεί με τον Ν. 139/1975. Σκοπός της είναι να δεσμευθεί κάθε συμβαλλόμενο κράτος να εξασφαλίσει στα διαμένοντα εντός της επικράτειάς του ανιθαγενή άτομα ορισμένα βασικά δικαιώματα, επιτυγχάνοντας ένα minimum προστασίας. Για παράδειγμα, προβλέπεται η τουλάχιστον εξίσου ευνοϊκή σε σχέση με τους ημεδαπούς μεταχείριση ως προς τη θρησκευτική ελευθερία και η όχι λιγότερο ευνοϊκή σε σχέση με τους αλλοδαπούς μεταχείριση ως προς την επαγγελματική ελευθερία. Ακόμα, λαμβάνονται πρόνοιες για τα δικαιώματα εκπαίδευσης, υγείας και κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και για το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη. Τέλος, προβλέπεται υποχρέωση κάθε συμβαλλόμενου κράτους να χορηγεί έγγραφα ταυτότητας στους ανιθαγενείς που βρίσκονται επί του εδάφους του, καθώς και ταξιδιωτικά έγγραφα προκειμένου να μπορούν να ταξιδεύουν εκτός του εδάφους του, εκτός εάν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφαλείας ή δημοσίας τάξεως, που το καθιστούν απαγορευτικό.
Είναι, λοιπόν, προφανές ότι ο σύγχρονος νομικός πολιτισμός δεν παραβλέπει κανέναν. Αντίθετα, προσφέρει ένα πέπλο, έστω στοιχειώδους, προστασίας. Αυτό, όμως, δεν μειώνει τον ατιμωτικό χαρακτήρα της αφαίρεσης της ιθαγένειας από έναν πολίτη, ο οποίος έχει βλάψει τα συμφέροντα της πατρίδας του, η οποία θέλει να διαρρήξει τον δεσμό μαζί του, καθιστώντας τον ἄπατρι και ἄπολι…
*Ο Νίκος Μάλαμας είναι Υποψήφιος Διδάκτορας Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α. και Δικηγόρος

















