*Λέανδρος Τ.Ρακιντζής, Αρεοπαγίτης ε.τ
Συμφωνώ απόλυτα με το από 08-01-2026 άρθρο του κ. Κώστα Παπαδάκη με τίτλο «Η παράλειψη καθαρογράφησης των αθωωτικών αποφάσεων πλήττει σοβαρά τη κοινωνία και βλάπτει τη νομική επιστήμη» και με τα σε αυτό επικαλούμενα βάσιμα επιχειρήματα, που το τεκμηριώνουν.
Το δικαστήριο, που δικάζει υπόθεση, που αφορά ποινικό αδίκημα, εκδίδει απόφαση με την οποία ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και επιβάλει τις προσήκουσες ποινές ή αθώος. Κάθε απόφαση πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, που σημαίνει, ότι ο δικαστής εξηγεί με τρόπο σαφή, πλήρη και λογικά συνεκτικό τα πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα, που δέχτηκε και τους νομικούς συλλογισμούς, που τον οδήγησαν στη δικανική του κρίση. Η αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων αποτελεί θεσμική αρχή της δικαιοσύνης, της μη αυθαιρεσίας και της λογοδοσίας των δικαστών, επιτρέπει τον έλεγχο της της ορθότητας της δικαστικής απόφασης και ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ιδέα και στο εφαρμοσμένο σύστημα της δικαιοσύνης, που αποτελεί επίσης την αναγκαία προϋπόθεση για την εξασφάλιση της δικαίας δίκης σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Σήμερα η παραπάνω συνταγματική διάταξη, που δεν μπορεί να τροποποιηθεί με κοινό νόμο, παραβιάζεται συστηματικά από τα δικαστήρια, γιατί με την εφαρμογή του άρθρου 142παρ.4 ΚΠοινΔ , της 22730/2020 ΥΑ Δικαιοσύνης και γνωμοδοτήσεις ολομελειών δικαστηρίων δεν καθαρογράφονται τα πρακτικά των αθωωτικών δικαστικών αποφάσεων ακόμα παρά την αντίθετη πρόταση του εισαγγελέως της έδρας ή την απαλλαγή του κατηγορουμένου για έλλειψη δόλου ή λόγω αμφιβολιών, που σημαίνει, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τη πράξη, αλλά το δικαστήριο πρέπει να αιτιολογήσει ειδικά το μη καταλογισμό σε αυτόν της πράξης ή πως προέκυψαν αμφιβολίες για την αθώωση του και κατά την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Το δικαστήριο απαγγέλει την απόφαση « αθώος» χωρίς να αναφέρεται στους λόγους, που τον οδήγησαν στη αθώωση του κατηγορουμένου, που παλαιότερα προκύπταν από την αιτιολογία της απόφασης, ενώ τώρα συνάγονται μόνο από τη παραδοχή της εισαγγελικής πρότασης, γιατί δεν καθαρογράφονται τα πρακτικά της δίκης με αποτέλεσμα να μπορεί να υποκρύπτεται αυθαίρετη δικαστική κρίση, που δεν μπορεί να αξιολογηθεί υπηρεσιακά και σε κάθε περίπτωση να μη μπορεί να γίνει χρήση της απόφασης, όπως ειδικότερα αναφέρει ο κ. Παπαδάκης στο παραπάνω άρθρο, στο οποίο παραπέμπω.
Θεωρώ, ότι είναι ανεπίτρεπτα ως αντισυνταγματική η νομοθετικά ή ως δικαστική πρακτική το να μη καθαρογράφονται τα πρακτικά των αθωωτικών ποινικών αποφάσεων, γιατί έτσι παραβιάζονται τα άρθρα 93 παρ.3 Συντάγματος και 6 ΕΣΔΑ και για το λόγο αυτό συντάσσομαι με το στόχο του νομικού κόσμου, για την καθαρογράφηση των πρακτικών όλων των ποινικών αποφάσεων.
Για το σοβαρό αυτό θέμα δεν υπόπεσε στη αντίληψή μου οποιαδήποτε θέση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, την ηγεσία του ΑΠ και τις δικαστικές ενώσεις ούτε προσπάθεια για την έξοδο από την εσωστρέφεια της δικαιοσύνης και την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη με έργα και όχι με λόγια με δεδομένο, ότι σύμφωνα με τη τελευταία δημοσκόπηση της ΑLCO η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη ανέρχεται σε ποσοστό 20% των ερωτηθέντων.
Σε κάθε περίπτωση για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοσύνη απαιτείται διαφάνεια στην απονομή της, που δεν εξασφαλίζεται με τη μη καθαρογράφηση των πρακτικών των αθωωτικών αποφάσεων και μάλιστα όταν αφορά επωνύμους, ενώ θα συνέβαινε το αντίθετο με τη καθαρογράφηση των αθωωτικών αποφάσεων με πλήρη και πειστική αιτιολόγηση.

















