Στην εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας διέπρατταν απάτες και διακεκριμένες κλοπές αξιοποιώντας εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης (AI), προχώρησε η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.
Οι δράστες χρησιμοποιούσαν διαφορετικά προσχήματα, εμφανιζόμενοι μεταξύ άλλων ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ, εταιρειών κινητής τηλεφωνίας και εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην εγκατάσταση οπτικών ινών, προκειμένου να παραπλανήσουν τα υποψήφια θύματά τους και να αποσπάσουν χρήματα και αντικείμενα αξίας.
Η δράση της οργάνωσης τερματίστηκε έπειτα από επιχείρηση αστυνομικών της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων στη Νέα Ιωνία Αττικής. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης συνελήφθησαν δύο μέλη της ομάδας, ηλικίας 23 και 25 ετών, τη στιγμή που, σύμφωνα με την Αστυνομία, είχαν μόλις αφαιρέσει από κατοικία θύματος τιμαλφή συνολικής αξίας 30.000 ευρώ.
Οι δύο συλληφθέντες φέρονται να είχαν αναλάβει τον ρόλο των «εισπρακτόρων» της εγκληματικής ομάδας.
Σε βάρος τους, αλλά και των υπόλοιπων εμπλεκομένων, σχηματίστηκε δικογραφία για εγκληματική οργάνωση, απάτη και διακεκριμένες κλοπές, τετελεσμένες και σε απόπειρα, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση.
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται συνολικά ακόμη τέσσερα άτομα, από τα οποία τα τρία έχουν ήδη ταυτοποιηθεί.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το όφελος από τις πράξεις που έχουν μέχρι στιγμής εξιχνιαστεί ξεπερνά τις 120.000 ευρώ, ενώ οι Αρχές εκτιμούν ότι το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισε η οργάνωση από τη δράση της υπερβαίνει το 1.000.000 ευρώ.
Η δομή και οι ρόλοι των μελών
Για τον εντοπισμό της οργάνωσης προηγήθηκε αξιοποίηση πληροφοριακών στοιχείων, από την οποία προέκυψε η ύπαρξη εγκληματικής ομάδας που φέρεται να είχε ξεκινήσει τη δράση της τουλάχιστον από τις αρχές Ιουλίου 2026.
Σύμφωνα με την έρευνα, η ομάδα διέθετε διακριτή εσωτερική δομή και συγκεκριμένο καταμερισμό αρμοδιοτήτων.
Στην οργάνωση υπήρχαν μέλη που είχαν αναλάβει διευθυντικούς ρόλους, ενώ διακριτές ήταν οι ομάδες των «τηλεφωνητών» και των «εισπρακτόρων».
Οι «τηλεφωνητές» είχαν ως βασική αποστολή να εντοπίζουν υποψήφια θύματα μέσω τηλεφωνικών επικοινωνιών και να εφαρμόζουν τα κατάλληλα προσχηματικά σενάρια, προκειμένου να τα εξαπατήσουν και να αποκομίσουν παράνομο οικονομικό όφελος.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, είχαν αναλάβει τη συλλογή και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων και συσκευών που χρησιμοποιούνταν για την παράνομη δραστηριότητα της οργάνωσης.
Οι «εισπράκτορες», από την πλευρά τους, αναλάμβαναν την παραλαβή των χρημάτων, των τιμαλφών ή άλλων αντικειμένων που κατάφερναν να αποσπάσουν τα μέλη της ομάδας από τα θύματά τους.
Η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης για την κλωνοποίηση φωνών
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δράσης της συγκεκριμένης εγκληματικής οργάνωσης ήταν, σύμφωνα με την Αστυνομία, η αξιοποίηση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης για την κλωνοποίηση της φωνής συγγενικού ή άλλου οικείου προσώπου του υποψήφιου θύματος.
Με τον τρόπο αυτό οι δράστες επιχειρούσαν να κάνουν το προσχηματικό σενάριο περισσότερο πειστικό και να κάμψουν τις αμφιβολίες των θυμάτων.
Η μεθοδολογία που ακολουθούσαν ήταν συγκεκριμένη.
Αρχικά, οι δράστες επικοινωνούσαν τηλεφωνικά με τα υποψήφια θύματα και προσπαθούσαν να τα πείσουν να προχωρήσουν σε συγκεκριμένες ενέργειες που τους υπεδείκνυαν.
Σε αρκετές περιπτώσεις, τα προσχήματα σχετίζονταν με διαδικασίες εγκατάστασης οπτικής ίνας.
Όταν το υποψήφιο θύμα εξέφραζε επιφυλάξεις ή αμφιβολίες για όσα του ζητούσαν, οι δράστες το παρότρυναν να επικοινωνήσει με κάποιο συγγενικό ή άλλο οικείο πρόσωπο, το οποίο υποτίθεται ότι θα επιβεβαίωνε την αναγκαιότητα της διαδικασίας και θα το καθησύχαζε.
Στη συνέχεια ζητούσαν από το αρχικό θύμα τον αριθμό τηλεφωνικής σύνδεσης του συγκεκριμένου συγγενή ή οικείου προσώπου.
Ακολουθούσε τηλεφωνική επικοινωνία με το δεύτερο άτομο, κατά την οποία οι δράστες εμφανίζονταν, ανάλογα με την περίπτωση, ως εκπρόσωποι εταιρείας παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας.
Κατά τη διάρκεια της σύντομης συνομιλίας επιχειρούσαν να αποκτήσουν δείγμα της φωνής του συγκεκριμένου προσώπου.
Με τη χρήση εργαλείου Τεχνητής Νοημοσύνης προχωρούσαν στη συνέχεια στην κλωνοποίηση των χαρακτηριστικών της φωνής του.
Πώς εξαπατούσαν τα θύματα
Έχοντας πλέον στη διάθεσή τους το τεχνητά κλωνοποιημένο φωνητικό αποτύπωμα, οι δράστες επανέρχονταν σε επικοινωνία με το αρχικό θύμα.
Μέσω της τεχνολογίας κλωνοποίησης αναπαρήγαγαν τη φωνή του συγγενικού ή οικείου προσώπου, δημιουργώντας την εντύπωση ότι το συγκεκριμένο άτομο βρισκόταν πραγματικά στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής.
Το κλωνοποιημένο πρόσωπο εμφανιζόταν έτσι να επιβεβαιώνει όσα είχαν προηγουμένως υποδείξει οι δράστες στο θύμα.
Με τη συγκεκριμένη πρακτική, η εγκληματική ομάδα επιχειρούσε να ενισχύσει την πεποίθηση του θύματος ότι η επικοινωνία ήταν γνήσια.
Στόχος ήταν να περιοριστούν οι αμφιβολίες και οι αντιστάσεις του και τελικά να αυξηθούν οι πιθανότητες να ακολουθήσει τις οδηγίες που του είχαν δοθεί.
Πέντε ακόμη περιπτώσεις και η κλοπή οχήματος
Μέχρι στιγμής, οι αστυνομικές Αρχές έχουν πιστοποιήσει την εμπλοκή των μελών της οργάνωσης σε ακόμη πέντε περιπτώσεις στις οποίες χρησιμοποιήθηκε παρόμοια μεθοδολογία.
Παράλληλα, εξιχνιάστηκε κλοπή οχήματος που είχε πραγματοποιηθεί στις 14 Σεπτεμβρίου 2026.
Σύμφωνα με την έρευνα, το συγκεκριμένο όχημα χρησιμοποιούνταν από τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης ως «επιχειρησιακό όχημα» για τη διευκόλυνση της παράνομης δραστηριότητάς τους.
Οι κατασχέσεις
Στο πλαίσιο των ερευνών που πραγματοποιήθηκαν από τις αστυνομικές Αρχές, εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν ένα όχημα Δημόσιας Χρήσης και δύο συσκευές κινητής τηλεφωνίας.
Τα κατασχεθέντα αναμένεται να εξεταστούν στο πλαίσιο της έρευνας για τον πλήρη προσδιορισμό της δράσης της οργάνωσης και των περιστατικών στα οποία ενδέχεται να εμπλέκονται τα μέλη της.
Οι Αρχές εκτιμούν ότι το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος από τη δράση της εγκληματικής οργάνωσης ξεπερνά το 1.000.000 ευρώ.
Συνεχίζεται η έρευνα
Οι δύο συλληφθέντες, ηλικίας 23 και 25 ετών, οδηγήθηκαν στον αρμόδιο εισαγγελέα και παραπέμφθηκαν στον ανακριτή.
Παράλληλα, η έρευνα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος συνεχίζεται, με στόχο να διακριβωθεί το πλήρες εύρος της παράνομης δραστηριότητας της οργάνωσης, να εντοπιστούν τυχόν επιπλέον θύματα και να εξακριβωθεί ο ακριβής ρόλος όλων των εμπλεκομένων.

















