Από τον Άγγελο Τσιρώνη, προπτυχιακό φοιτητή της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ


Το στάδιο της αναζήτησης και ταυτοποίησης προσώπων μετά την τέλεση της εγκληματικής πράξης είναι ένα από τα πιο κρίσιμα για την εξιχνίαση του εγκλήματος. Τα πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία, που μπορούν να βοηθήσουν έναν εγκληματολόγο σε αυτό το στάδιο είναι τα δακτυλικά, γενετικά (DNA) και χημικά (ανάλυση ισοτόπων) ίχνη. Τα δακτυλικά αποτυπώματα αποτελούν ένα από τα πιο αξιόπιστα και αναγνωρίσιμα αποδεικτικά μέσα στον κόσμο της εγκληματολογίας. Αν και η ιδέα της χρήσης των δακτυλικών αποτυπωμάτων στην ταυτοποίηση ατόμων έχει ρίζες στο παρελθόν, η επιστημονική τους αξιοποίηση έχει φτάσει σε νέα ύψη με την εξέλιξη της τεχνολογίας. Το παρόν άρθρο εξερευνά τη σημασία, την εξέλιξη και την εφαρμογή των δακτυλικών αποτυπωμάτων ως αποδεικτικών μέσων, καθώς και τα μειονεκτήματα αυτής της μεθόδου.

Η δακτυλοσκοπική θεωρείται μία από τις πιο αξιόπιστες μεθόδους για την διαλεύκανση ενός εγκλήματος, λόγω των τριών ιδιοτήτων των δακτυλικών αποτυπωμάτων, του αμετάβλητου, του αναλλοίωτου και του ανόμοιου. Το αμετάβλητο σημαίνει ότι το δακτυλικό αποτύπωμα και συγκεκριμένα οι φυλλοειδείς γραμμές των δακτύλων παραμένουν αμετάβλητες από τον τέταρτο μήνα της κύησης μέχρι και τον θάνατο του ατόμου. Αναφορικά με το αναλλοίωτο αυτό σημαίνει, ότι οι θηλοειδείς γραμμές παραμένουν ίδιες και καταστρέφονται πολύ δύσκολα. Δεν αρκεί η καταστροφή της επιδερμίδας, αλλά απαιτείται να καταστραφεί η βαθύτερη βλαστική στοιβάδα για να επέλθει μεταβολή, πράγμα που είναι εφικτό να γίνει με κάποιο έγκαυμα προχωρημένου βαθμού. Αναφορικά με το ανόμοιο, αυτό έγκειται στην μοναδικότητά του κάθε δακτυλικού αποτυπώματος για όλους τους ανθρώπους. Τα σχήματα δηλαδή τον θηλοειδών γραμμών, η θέση και τα χαρακτηριστικά τους διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Κάποια χαρακτηριστικά σημεία ενδεικτικά είναι η «διχοτόμηση», η «τελεία», η «γέφυρα» κλπ. Αυτά με την ίδια σειρά και την ίδια μορφή δεν εμφανίζονται ακόμα και στους διδύμους, γι’ αυτό λέμε ότι τα δακτυλικά αποτυπώματα είναι ανόμοια.

Αναφορικά με τα μειονεκτήματα της δακτυλοσκόπησης, μπορεί να προκύψουν από τις έρευνες τα λεγόμενα λανθάνοντα αποτυπώματα. Τα τελευταία βρίσκονται στον τόπο του εγκλήματος αλλά η συλλογή και η επεξεργασία τους αποτελεί μία πολύ δύσκολη διαδικασία. Αυτό συμβαίνει καθώς είτε δεν είναι ορατά ή ευδιάκριτα, είτε γιατί ανευρίσκεται μόνο τμήμα του όλου δακτυλικού αποτυπώματος. Η δημιουργία του αποτυπώματος οφείλεται στον ιδρώτα που βγαίνει από τους πόρους του δέρματος και την επαφή με μία συγκεκριμένη επιφάνεια. Το αποτύπωμα που θα αποτυπωθεί οφείλεται στην ποσότητα του ιδρώτα. Αν οι πόροι του δέρματος διαταραχθούν ή η ποιότητα αλλοιωθεί λόγω διαφόρων ψυχολογικών παραγόντων, όπως για παράδειγμα το άγχος κατά την τέλεση της εγκληματικής πράξης του δράστη, η ποσότητα και η ποιότητα του ιδρώτα θα είναι διαφορετική και κατ επέκταση και το είδος του αποτυπώματος. Ακόμα σημασία έχει και η διάρκεια που θα ακουμπήσει ο δράστης την επιφάνεια, αλλά και ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι την έναρξη της εξερεύνησης στον τόπο του εγκλήματος, καθώς η πάροδος του χρόνου αλλοιώνει το αποτύπωμα.

Διάφορα συστήματα ταξινόμησης των δαχτυλικών αποτυπωμάτων διαμόρφωσαν οι Henry, Vucetich, Gasti, Hoover κλπ. Στην Ελλάδα από το 1914 έως το 1918 εφαρμόσθηκε η μέθοδος του Ιταλού Gasti, μέχρι το 1946 εφαρμοζόταν η μέθοδος Henry και από την πρώτη Απριλίου του 1946 ακολουθείται η μέθοδος του Hoover. Παρόλα αυτά στο παρόν άρθρο θα εστιάσουμε στην μέθοδο Henry και Vucetich, καθώς αυτές αποτέλεσαν την βάση για την εξέλιξη και των υπόλοιπων συστημάτων ταξινόμησης ενώ σήμερα η συντριπτική πλειονότητα των εγκληματολογικών του κόσμου συνεχίζει να βασίζεται είτε στο σύστημα του Vucetich είτε του Henry, ενώ η Interpol χρησιμοποιεί και τις δύο μεθόδους.

Ο Edward Henry ανέπτυξε το 1896 ένα σύστημα ταξινόμησης αποτυπωμάτων, κατατάσσοντας όλους τους πιθανούς συνδυασμούς των 10 δαχτύλων σε 1024 κατηγορίες. Οι τύποι των δακτυλικών αποτυπωμάτων αποτελούνται από 5 βασικούς και 3 ειδικότερους. Οι 5 βασικοί είναι ο απλός τοξοειδής τύπος, ο σκηνοειδής, ο εσωτερικός/ωλενοτρεπής κολποειδής τύπος, ο εξωτερικός/κερκιδοτρεπής κολποειδης τύπος και ο κυκλοτερής τύπος. Οι άλλοι 3 είναι ο κεντρικός θυλακιωδης κολποειδής, ο διπλός κολποειδής και ο τυχαίος. Κάθε ένας από αυτούς τους τύπους απεικονίζει διαφορετικά σχήματα που μπορούν να λάβουν τα δαχτυλιά αποτυπώματα του κάθε ανθρώπου, έτσι τους δίνεται και το συγκεκριμένο όνομα, ανάλογα το σχήμα. Για παράδειγμα ο απλός τοξοειδής τύπος ονομάζεται έτσι, καθώς σε αυτόν οι ακρολοφίες κατευθύνονται τοξοειδώς από την μια προς την άλλη πλευρά του δαχτύλου σχηματίζοντας ελαφρά κυμάτωση.

Με το σύστημα Henry γίνεται ταξινόμηση των δαχτύλων του χεριού μας σε 5 ζεύγη δαχτύλων που παριστάνονται ως κλάσματα. Για την σωστή αποτύπωση των κλασμάτων η ταξινόμηση γίνεται από τα δεξιά προς τα αριστερά, τοποθετώντας ως αριθμητή το δεύτερο κατά σειρά δάχτυλο και ως παρονομαστή το προηγούμενο. Για να γίνει κατανοητή η ταξινόμηση παρουσιάζεται το εξής μοντέλο: αριθμητής ο δεξιός δείκτης, παρονομαστής ο δεξιός αντίχειρας, αριθμητής ο δεξιός παράμεσος, παρονομαστής ο δεξιός μέσος, αριθμητής ο αριστερός αντίχειρας παρονομαστής ο δεξιός μικρός κλπ. Κριτήριο για την κατάταξη είναι η παρουσία ή όχι του κυκλοτερούς τύπου. Αν αυτός υπάρχει το πρώτο ζεύγος θα πάρει την τιμή 16 για αριθμητή και 16 για παρονομαστή, άρα 16/16. Η ακολουθία για τα επόμενα ζεύγη δαχτύλων θα είναι 8/8,4/4,2/2 και 1/1. Στα δάχτυλα που παρουσιάζουν τοξοειδή ή κολποειδή τύπο βάζουμε το 0, άρα μπορεί να προκύψει κλάσμα του τύπου 8/0, πράγμα που είναι μαθηματικά αδύνατο να υπάρξει παρονομαστής 0, αλλά το σύστημα Henry δεν λειτουργεί με μαθηματικούς κανόνες, απλώς χρησιμοποιούνται ως κλάσματα για διευκόλυνση ταξινόμησης των δαχτύλων. Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία προστίθενται οι τιμές των 5 αριθμητών και παρονομαστών και στο κλάσμα που προκύπτει προστίθεται και η μονάδα (η τιμή 1) στον αριθμητή και στον παρονομαστή. Αν από τις προσθέσεις για παράδειγμα προκύψει το κλάσμα 5/18 σημαίνει ότι το δελτίο θα καταχωριστεί στην 5η σειρά και στην 18η θυρίδα. Συνολικά υπάρχουν 32 σειρές με 32 θυρίδες. Έτσι και 32 Χ 32=1024 διαφορετικές κατηγορίες/θυρίδες κατάταξης, όπως αναφέραμε και προηγουμένως.

Η ιδέα του Vucetich είναι ακόμα πιο απλή από αυτήν του Henry. Το σύστημά του στηρίζεται σε διάκριση των σχηματισμών των δακτυλικών ακρολοφιών σε 4 τύπους: τοξοειδή (acro: A) καμπύλη εσωτερική (pressila interna: I), καμπύλη εξωτερική (presilla externa: E) και κυκλοτερή (verticillo: V). Οι ενλόγω τύποι παριστάνονται με αντίστοιχα γράμματα για τους 2 αντίχειρες των χεριών. Για τα άλλα δάχτυλα αντικαθιστώνται με αριθμούς, ως εξής: Α-1, Ι-2, Ε-3 και V-4. Κατόπιν σχηματίζεται μια παράσταση σε ενιαία γραμμή με προηγούμενο το δεξιό χέρι και τους τύπους των σχηματισμών των ακρολοφιων κατά τη φυσική σειρά των δακτύλων: λ.χ Α2432/V2214. Αυτό σημαίνει, ότι στο δεξιό χέρι ο αντίχειρας είναι τοξοειδής (Α), ο δείκτης εσωτερική καμπύλη (ωλενοτρεπής) (I), ο μέσος κυκλοτερής (V), ο παράμεσος κερκιδοτρεπής (εξωτερική καμπύλη) (Ε), ο μικρός εσωτερική καμπύλη (Ι) κ.ο.κ. Η ταξινόμηση αυτή μπορεί να δώσει εκατομμύρια συνδυασμούς, κατά την ανάπτυξη από Α1111/Α1111 μέχρι V4444/V4444.1 Σημαντικό ρόλο στο έργο του Vucetich έπαιξε η υπόθεση που ανέλαβε να εξιχνιάσει, της Φραντσέσκα Ρόχας, μιας μητέρας από μια μικρή κωμόπολη έξω από το Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, που σκότωσε τα 2 της παιδιά.2

Τα δακτυλικά αποτυπώματα, είναι εμφανές ότι αποτελούν ένα από τα πιο αξιόπιστα μέσα αναγνώρισης ατόμων σε ποινικές έρευνες και σε πολλά άλλα πεδία της επιστήμης και της τεχνολογίας. Οι βάσεις για την ακριβή ταξινόμησή τους τέθηκαν με το σύστημα Henry στα τέλη του 19ου αιώνα, στο οποίο στην συνέχεια υπήρξαν τροποποιήσεις από το FBI, συμπληρώνοντάς το με περαιτέρω επεκτάσεις, αλλά ο τρόπος που παρουσιάσαμε παρέμεινε επί μακρόν το πρώτο βήμα για την ταξινόμηση. Σε κάθε περίπτωση όμως τα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς και τα δακτυλικά αποτυπώματα ως αποδεικτικά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από τον δικαστή στην ποινική δίκη κατά το άρθρο 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

 

Πηγή: https://nomikospalmos.wordpress.com

Παραπομπές:
Αλεξιάδης Στέργιος, Ανακριτική, 2η εκδ. 1989, εκδόσεις Σάκκουλα Θεσσαλονίκη σελ. 116
«Πότε και πώς άρχισαν τα δακτυλικά αποτυπώματα να διαλευκαίνουν εγκλήματα»
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
Νέστωρ Ε. Κουράκης, Συμβολές στη μελέτη της Ανακριτικής, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Ε.Ε., δεύτερη έκδοση.
Δημόπουλος Χαράλαμπος, Εγκληματολογική, Αστυνομική & Δικανική Ανακριτική 2021, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη
Αλεξιάδης Στέργιος, Ανακριτική, 6η εκδ. 2006, εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη