Ιωάννης Συμεωνίδης, Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ


Η κατοχύρωση στη χώρα μας του θεσμού της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων στο ίδιο το Σύνταγμα,  αποτελούσε, την εποχή του εμπνευστή του θεσμού Ελευθερίου Βενιζέλου, τη μόνη λύση για την προστασία του προσωπικού της Διοίκησης απέναντι στην εκτελεστική εξουσία. Απώτερος στόχος, όχι η θέσπιση ενός προνομίου υπέρ των υπαλλήλων, αλλά η δημιουργία, με την καθιέρωση ενός εργασιακού καθεστώτος σταθερότητας, υπαλληλικού σώματος απαλλαγμένου από κομματικές επιρροές και επεμβάσεις, που θα διασφαλίζει τη θεμελιώδη αρχή της νομιμότητας, τη συνέχεια του κράτους, την ομαλή λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας και την ουδετερότητά της απέναντι στους πολίτες, τους οποίους οι υπάλληλοι, μέσω και της εργασιακής εμπειρίας που αποκτούν σε ένα σύστημα σταδιοδρομίας, καλούνται, κατά το ισχύον άρθρο 103 του Συντάγματος, να υπηρετούν. Όπως έγραφε το 1915 ο Κ.Δ.Πολυχρονιάδης «κράτος δικαίου και καθεστώς νομιμότητας δεν είναι νοητό δίχως την εξασφάλιση των δημοσίων υπαλλήλων από τις πολιτικές επιρροές και την σ’ αυτούς παροχή καταστάσεως μονιμότητας».

Η συνταγματική μονιμότητα συχνά ενοχοποιήθηκε για όλα τα αρνητικά φαινόμενα που παρήγαγε ο διοικητικός μηχανισμός του ελληνικού κράτους, όπως γραφειοκρατία και αναποτελεσματικότητα, έλλειψη ουσιαστικής αξιολόγησης και αναξιοκρατία, εκτεταμένη διαφθορά και πλήρης σχεδόν απουσία προσωπικής ευθύνης. Τούτο, καίτοι ήταν η πολιτική εξουσία, η οποία, εστιάζοντας κατά βάση στο πώς θα διασφαλίσει την αναπαραγωγή της, παρά στο παραγόμενο επ’ ωφελεία των πολιτών και της κοινωνίας έργο, συντηρούσε τα νοσηρά αυτά φαινόμενα, προκαλώντας έλλειψη σταθερότητας στις δομές του κράτους και αναστάτωση στον χώρο της δημοσιοϋπαλληλίας με πολλαπλές και ποικίλες νομοθετικές παρεμβάσεις, οι οποίες, κινούμενες συχνά στα όρια ή και καθ’ υπέρβαση των επιλογών του συνταγματικού νομοθέτη, στόχο είχαν να εξυπηρετήσουν απλώς το πελατειακό σύστημα που αγκύλωσε τη χώρα και μαζί κάθε σοβαρή προσπάθεια μεταρρύθμισης και εκσυγχρονισμού του κράτους και της οικονομίας.

Η μονιμότητα σταδιακά συρρικνώνεται, μένει έκθετη και αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ασπίδα προστασίας των ίδιων των υπαλλήλων, λειτουργία την οποία ενίσχυσε ο κοινός νομοθέτης, διευρύνοντας υπέρμετρα τις επί μέρους συνταγματικές της εγγυήσεις, χωρίς ταυτόχρονα να διασφαλίζει τις αναγκαίες ποιοτικές της παραμέτρους. Έτσι, συχνά επανέρχεται το ζήτημα του περιορισμού της έκτασης εφαρμογής της, ακόμη και της κατάργησής της, χωρίς πάντως να προσδιορίζεται επακριβώς το καθεστώς που πρόκειται να προκύψει.

Τα επιχειρήματα εμπλουτίζονται από τις σύγχρονες, σε ευρωπαϊκό τουλάχιστον επίπεδο, τάσεις ιδιωτικοποίησης του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου, η οποία εκδηλώνεται με διάφορες μορφές. Η διαμόρφωση με το προεδρικό διάταγμα 164/2004, κατ’ επιλογή του κανονιστικού νομοθέτη, μιας νέας κατηγορίας προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία ανατροφοδοτείται κυρίως μέσω του θεσμού της κινητικότητας, έχει θέσει ζήτημα ευρυχωρίας των αναθεωρημένων συνταγματικών διατάξεων, παρότι η κατηγορία αυτή διεκδικεί σταδιακά την υπηρεσιακή εξομοίωσή της με το καθεστώς των μονίμων. Η όλο και συχνότερη ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε ιδιώτες, η αναζήτηση τεχνογνωσίας σε διάφορους εξωτερικούς φορείς και εταιρείες συμβούλων, η τοποθέτηση ιδιωτών σε θέσεις προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων, έχουν εγείρει προβληματισμούς αναφορικά με τη σχέση μεταξύ του κανόνα υπέρ του μόνιμου προσωπικού που εισάγει το Σύνταγμα και των επιτρεπτών εξαιρέσεων. Η άρση της μονιμότητας θα διευκόλυνε την είσοδο στη δημόσια διοίκηση προσωπικού υπό καθεστώς «ευέλικτων» σχέσεων εργασίας του ιδιωτικού δικαίου, το οποίο, όμως, αποκομμένο από τις αρχές και τους κανόνες δεοντολογίας που διέπουν τη λειτουργία της διοίκησης, τελώντας σε καθεστώς οικονομικής ομηρίας, δεν θα υπηρετεί τον λαό αλλά τον εργοδότη του – εργολάβο του Δημοσίου, ανάλογα φυσικά και με τις επιλογές του κοινού πια νομοθέτη.

Η αρχή της μονιμότητας και το καθεστώς εργασιακής ασφάλειας που παρέχει, ουδέποτε εμπόδισαν τη λήψη μέτρων εκσυγχρονισμού και προσαρμογής του διοικητικού συστήματος. Δοκιμάστηκε, άλλωστε, έντονα κατά την περίοδο των μνημονίων, ενόψει θεσμικών αναδιαρθρώσεων που τέθηκαν επιτακτικά, με τρόπο άτακτο και με δημοσιονομική στόχευση, αθρόας κατάργησης οργανικών θέσεων και υποχρεωτικών μετατάξεων. Η ανθεκτικότητά της επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ιδίως την απόφαση 3354/2013), η οποία ανέδειξε με σαφήνεια τα βασικά της προαπαιτούμενα. Την οργανικότητα των θέσεων που πρέπει να είναι νομοθετημένες και να εξυπηρετούν την ορθολογική οργάνωση των υπηρεσιών του κράτους και την ανάδειξη κριτηρίων που συνδέονται με τα προσόντα, τις ικανότητες και την εν γένει υπηρεσιακή απόδοση του κάθε υπαλλήλου. Τα προαπαιτούμενα αυτά αποτελούν δεσμεύσεις για τον κοινό νομοθέτη, προτρέποντας, με την αξιοποίηση και ενός νομοθετικού κεκτημένου που διαμορφώθηκε κατά την περίοδο αυτή, σε μια αλλαγή παραδείγματος στον τρόπο αντιμετώπισης του διοικητικού φαινομένου από την πολιτική εξουσία.

Επιλογή του αναθεωρητικού νομοθέτη δεν πρέπει, συνεπώς, να είναι ο περιορισμός ή πόσω μάλλον η άρση του θεσμού της μονιμότητας, αλλά, αφενός μεν, η αποκατάσταση και η περαιτέρω ενίσχυσή του, εστιάζοντας πρωτίστως σε ελλείμματα που διαχρονικά ο κοινός νομοθέτης δεν κατάφερε ή δεν θέλησε να υπερβεί, όπως το θέμα της αξιολόγησης, κατά προτεραιότητα των δομών, της τήρησης της αρχής της αξιοκρατίας κατά την επιλογή των μετακλητών υπαλλήλων και των οργάνων διοίκησης πληθώρας φορέων της καθ’ ύλην αυτοδιοίκησης, του τρόπου συγκρότησης των υπηρεσιακών συμβουλίων και της μη πρόωρης λήξης της θητείας των μελών τους, της σύνδεσης του μισθολογίου με τα προσόντα και την απόδοση του υπαλλήλου κ.λπ., αφετέρου δε, η αποσαφήνιση του καθεστώτος του προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και των θέσεων που μπορεί να καταλαμβάνει, με ανάλογες πάντως προς τους μονίμους εγγυήσεις ως προς τους όρους πρόσληψης και απόλυσής του.

*Δημοσιεύθηκε στο Βήμα της Κυριακής 18 Ιανουαρίου 2026