Γράφει η Μαρία – Ιωάννα Δημητροπούλου, ασκούμενη δικηγόρος Αθηνών


 

Μία ενδιαφέρουσα απόφαση που απασχόλησε τον Άρειο Πάγο αποτελεί η υπ’ αριθ. 714/2022. Ο Χ απασχολήθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασία αορίστου χρόνου ως λογιστής σε ξενοδοχείο ανώνυμης εταιρείας. Η ένδικη διαφορά ξεκίνησε με την από 05.07.2017 αγωγή του Χ που στρεφόταν κατά της ανώνυμης εταιρείας με την οποία ζητούσε την επιδίκαση μη καταβληθεισών διαφορών αποδοχών από την εργασία του. Το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή και ακολούθως η ανώνυμη εταιρεία άσκησε αναίρεση κατά της τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου. Τελικά, ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης. Στην παρούσα μελέτη θα εξεταστούν τα νομικά ζητήματα που ανέκυψαν αναφορικά με τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο Χ και την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Εφαρμοστέοι κανόνες δικαίου και ερμηνεία

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι οι πληροφορίες που αφορούν την υπόσταση του προσώπου (φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, κλπ)1. Το δικαίωμα στη προστασία των προσωπικών δεδομένων κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα στο άρθρο 9Α2. Ακόμη, το δικαίωμα στη προστασία των προσωπικών δεδομένων κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 16 της ΣΛΕΕ.

Κατά το Σ 9Α προστατεύεται οποιοσδήποτε από οποιαδήποτε αθέμιτη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων από φορείς του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα3. Η κανονιστική εμβέλεια του άρθρου δεν περιορίζεται μόνο στην ηλεκτρονική αυτοματοποιημένη επεξεργασία αλλά περιλαμβάνεται και η μη αυτοματοποιημένη χειρόγραφη επεξεργασία4. Το δικαίωμα προστασίας προσωπικών δεδομένων ή το δικαίωμα πληροφοριακού αυτοκαθορισμού είναι το δικαίωμα του καθενός να αποφασίζει ο ίδιος ποιος, τι και για ποιον λόγο θα γνωρίζει πληροφορίες για αυτόν5. Βέβαια, οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν από τη ραγδαία χρήση νέων τεχνολογιών αυξάνεται όσο αυξάνονται και οι κατηγορίες δεδομένων που επεξεργάζονται (πχ. βιομετρικά δεδομένα)6. Στον πυρήνα του δικαιώματος περιλαμβάνεται η νομιμότητα της επεξεργασίας των δεδομένων με τη συγκατάθεση του υποκειμένου του δικαιώματος, ο σκοπός και η αναγκαιότητα της επεξεργασίας7.

Η ραγδαία αύξηση της συλλογής και διαβίβασης δεδομένων οδήγησε στην έκδοση του Κανονισμού 679/2016 με τον τίτλο «Γενικός Κανονισμός Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων» (ΓΚΠΔ). Βασικός σκοπός ήταν η ενίσχυση της προστασίας της ιδιωτικότητας αλλά και η εξασφάλιση της ορθής λειτουργίας της κοινής αγοράς8. Στην Ελλάδα ψηφίστηκε ο νόμος 4624/2019 κατ’ εφαρμογή του ΓΚΠΔ.

Στο άρθρο 25 του ν. 4624/2019 ρυθμίζεται η επεξεργασία δεδομένων για σκοπό άλλον από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεγεί9. Τίθεται όμως ως προϋπόθεση η επεξεργασία αυτή να είναι «απαραίτητη για την αποτροπή απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας ασφάλειας κατόπιν αιτήματος δημόσιου φορέα ή για τη δίωξη ποινικών αδικημάτων ή για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων, εκτός και αν υπερτερεί το συμφέρον του υποκειμένου των δεδομένων να μη τύχουν επεξεργασίας τα δεδομένα αυτά».

Ακόμη, στο άρθρο 38 του ν. 4624/2019 προβλέπονται ποινικές κυρώσεις σε όποιον, χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών· β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει (παράγραφος 1 του άρθρου) και σε όποιον χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη (παράγραφος 2 του άρθρου).

Όσον αφορά το εργασιακό περιβάλλον, η σχέση εργασίας βασίζεται σε ένα σημαντικό βαθμό στη συλλογή και χρήση πληροφοριών για τη καταβολή του μισθού, τις άδειες, τον υπολογισμό εισφορών κλπ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η οργάνωση της εργασίας συνεπάγεται την επεξεργασία των πληροφοριών που αφορούν τους εργαζόμενους10. Οι εργαζόμενοι έχουν προσδοκία προστασίας της ιδιωτικής ζωής και του απορρήτου των επικοινωνιών στον εργασιακό χώρο11.

Στο άρθρο 27 του ν. 4624/2019 ρυθμίζεται η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων στον εργασιακό χώρο. Ειδικότερα, επιτρέπεται η επεξεργασία των δεδομένων των εργαζομένων εφόσον αυτή είναι αναγκαία για την απόφαση σύναψης σύμβασης εργασία (συλλογή βιογραφικών) ή μετά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας για την εκτέλεσή της (μισθοδοσία, αξιολόγηση κλπ.)12.

Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων σε δύο αποφάσεις της (43/2019, 44/2019) τόνισε ότι η ύπαρξη θεμελίου επεξεργασίας δεν απαλλάσσει τον υπεύθυνο επεξεργασίας από τη συμμόρφωση του στην τήρηση αρχών θεμιτής επεξεργασίας, όπως αναγκαιότητα, αναλογικότητα και ελαχιστοποίηση δεδομένων13.

Ένα σημαντικό ζήτημα αποτελεί η συγκατάθεση14 του εργαζομένου για την επεξεργασία των δεδομένων του. Η συγκατάθεση κατ’ εξαίρεση θεωρείται έγκυρη εφόσον ήταν απόρροια ελεύθερης επιλογής του εργαζομένου. Πρέπει να παρασχεθεί σε έγγραφη ή ηλεκτρονική μορφή και να είναι διακριτή από τη σύμβαση εργασίας. Ο εργοδότης οφείλει να ενημερώνει τον εργαζόμενο αναφορικά με τον σκοπό της επεξεργασίας των δεδομένων καθώς και για τη δυνατότητα ανάκλησης της δοθείσας συγκατάθεσης. Προς αυτή την κατεύθυνση, είναι νόμιμη η επεξεργασία που γίνεται προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργοδότη (καταβολή μισθών, επιδομάτων, εισφορών), η επεξεργασία που γίνεται προς το συμφέρον του εργαζόμενου (μεταφορά σε νοσοκομείο) ή για το δημόσιο συμφέρον (αναγγελία πρόσληψης ΔΥΠΑ) αλλά και για το συμφέρον του εργοδότη (κάμερες για λόγους ασφαλείας). Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει μέτρα για τη διασφάλιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εργαζόμενου (διαφάνεια επεξεργασίας, σύννομη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα)15.

Έντονος προβληματισμός είχε δημιουργηθεί σχετικά με τη χρήση αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν παράνομα16. Ο Άρειος Πάγος στην υπ’ αριθ. 1/2001 απόφασή του έκρινε ότι η μαγνητοταινία στην οποία αποτυπώθηκε συνομιλία χωρίς τη συγκατάθεση του συνομιλητή δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε πολιτική δίκη. Σε αντίθετη περίπτωση θα περιοριζόταν η ελευθερία της επικοινωνίας καθώς θα επικρατούσε ο φόβος ότι οι συνομιλίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα εναντίον των συν ομιλούντων17.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, στο άρθρο 19 του Συντάγματος κατοχυρώθηκε η απαγόρευση χρήσης αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων Σ 9 και Σ 9Α. Ειδικότερα, απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν κατά παράβαση του απορρήτου επιστολών, ελεύθερης επικοινωνίας, ασύλου κατοικίας, απαραβίαστου ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, προσωπικών δεδομένων18.

Σχετικά με το δικονομικό σκέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 340 ΚΠολΔ το δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψη αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Λαμβάνει επίσης υπ’ όψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους των του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. Ειδικότερα, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα όταν είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη. Τα ανυπόγραφα δημόσια ή ιδιωτικά έγραφα μπορούν να εκτιμώνται ως αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου19.

Επιπροσθέτως, η αναίρεση αποτελεί το έκτακτο ένδικο μέσο με το οποίο προσβάλλεται τελεσίδικη απόφαση και ζητείται η ακύρωση ή η εξαφάνιση της απόφασης λόγω παράβασης κανόνα δικαίου20. Στον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα θεωρούνται εκείνα από τα οποία λείπει κάποια προϋπόθεση του υποστατού τους ή του παραδεκτού της χρήσης τους21. Αναιρετέα είναι η απόφαση στην οποία αξιολογήθηκαν αποδεικτικά μέσα που αποκτήθηκαν παράνομα22.

Ισχυρισμοί αναιρεσείουσας και απάντηση του δικαστηρίου

Αρχικά, η αναιρεσείουσα προσάπτει την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 α’ του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το Εφετείο προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του σχετικά με το ύψος των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών στον Χ έλαβε υπόψη το προσκομιζόμενο ανυπόγραφο ιδιόχειρο σημείωμα της διευθύντριας του ξενοδοχείου χωρίς να διαλαμβάνεται στο εάν πληρούνται ο προϋποθέσεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο έκρινε τον λόγο αυτό αβάσιμο καθώς κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ το έγγραφο που είναι υποστατό λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο ανεξαρτήτως αν είναι ανυπόγραφο. Συνεπώς, το Εφετείο νομίμως το έλαβε υπόψη του και το εκτίμησε ελεύθερα.

Ακόμη, η αναιρεσείουσα με τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Χ δικαιούται τα ποσά για αποδοχές υπερεργασίας, υπερωρίας, εργασίας τις Κυριακές και αποζημίωση μη χορηγηθείσας αναπληρωματικής μέρας ανάπαυσης έλαβε υπόψη αποδείξεις μισθοδοσίας μέρους του προσωπικού και τα ανασυρθέντα έγγραφα από τον Χ από το πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ του Υπουργείου Εργασίας και τα οποία αποτελούν παράνομα αποδεικτικά μέσα καθώς περιέχουν εργασιακά δεδομένα τρίτων εργαζομένων που αποκτήθηκαν κατά παράβαση των κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων, χωρίς την έγκριση της αναιρεσείουσας ως υπευθύνου επεξεργασίας και των τρίτων εργαζομένων.

Πιο συγκεκριμένα, ο Χ προσκόμισε με την προσθήκη – αντίκρουση κατά των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενυπόγραφες αποδείξεις μισθοδοσίας πρώην εργαζομένων (πληρωμής τους με «μαύρα» χρήματα, σειρά νέων εντύπων από το ΕΡΓΑΝΗ που αποδείκνυαν πρόσθετη εργασία του ίδιου του Χ αλλά και τις αντικαταστάτριας του λογίστριας, πίνακα ωραρίου για το Σάββατο 06.08.20216 και καταστάσεις υποβολής από τη λογίστρια στο ΕΡΓΑΝΗ των εντύπων αναγγελιών πρόσληψης προσωπικού, οικειοθελών αποχωρήσεων, καταγγελιών και σύναψης συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου τις Κυριακές και βραδινές ώρες. Το ανώτατο δικαστήριο τόνισε ότι τα δεδομένα αυτά που αφορούν τρίτους εργαζομένους της αναρεσείουσας και συγκεκριμένα τα στοιχεία της ταυτότητας τους, το ύψος της μισθοδοσίας τους, ο χρόνος πρόσληψης και απόλυσής τους, τα φορολογικά τους στοιχεία συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (Σ 9Α) . Ο Χ έλαβε στην κατοχή του τις μισθοδοτικές καταστάσεις από το σύστημα αρχειοθέτησης που τηρούσε η αναρεσείουσα όσο εργαζόταν εκεί ως λογιστής ενώ τα υπόλοιπα έγγραφα τα ανέσυρε από το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ προβαίνοντας σε μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τους.

Το ανώτατο δικαστήριο κατέληξε ότι τα έγγραφα αυτά ως περιέχοντα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και αποκτηθέντα κατά παράβαση των κανόνων προστασίας των προσωπικών δεδομένων είναι παράνομα αποδεικτικά μέσα. Ως απόρροια, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 11 α΄ ΚΠολΔ καθώς έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα. Έκρινε τον λόγο αναίρεσης βάσιμο, αναίρεσε την απόφαση του Μονομελούς Εφετείου και καταδίκασε τον Χ στα δικαστικά έξοδα.

Επίλογος – Προσωπικές Θέσεις

Κατά τη γράφουσα, η απόφαση του Αρείου Πάγου ήταν ορθή. Ο Χ προσκόμισε στο δικαστήριο ως αποδεικτικά μέσα έγγραφα που περιείχαν προσωπικά δεδομένα τρίτων εργαζομένων. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων είναι υψίστης σημασίας και πρέπει να διασφαλίζεται η νόμιμη επεξεργασία τους και διαβίβασης τους. Στον εργασιακό χώρο είναι δεδομένο ότι γίνεται συλλογή και επεξεργασία πολλών δεδομένων των εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να αισθάνονται τον φόβο ότι προσωπικές τους πληροφορίες είναι εύκολα προσβάσιμες και ότι μπορούν να διαδοθούν χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν.

Πηγή: https://nomikospalmos.wordpress.com/