Από την Δάφνη Θεοδωροπούλου, προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ


Η αρχή της ανθρώπινης ζωής στοιχειοθετείται με τη γέννηση ενός παιδιού, εφόσον αυτό γεννηθεί ζωντανό, και ο θάνατος είναι αυτός που κρατάει τα ηνία της λήξης της. Με τον ερχομό του το βρέφος αυτομάτως αποτελεί μέλος της πρώτης και σημαντικότερης κοινωνικής ομάδας, στο πλαίσιο των διαπροσωπικών του σχέσεων, την οικογένειά του, δημιουργώντας ισχυρούς δεσμούς συγγένειας με τα μέλη της και θέτοντας στο επίκεντρο, κατά βάση, τις σχέσεις του με τους γονείς του. Πώς, όμως, η γέννηση ενός παιδιού είναι σε θέση να προκαλέσει διχογνωμίες και αμφισβητήσεις στο νομικό και κοινωνικό κόσμο; Προκειμένου να τεθούν οι προβληματικές γύρω από το ζήτημα, πρέπει να τονιστεί ότι η συνεχής και ραγδαία ανάπτυξη τόσο της τεχνολογίας όσο και των επιστημών, έχει δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες και προϋποθέσεις προκειμένου να είναι δυνατή η γονιμοποίηση της γυναίκας και με μη βιολογικούς τρόπους, όπως για παράδειγμα με την τεκνοποίηση διά παρένθετης μητέρας.

Πριν την περαιτέρω ανάλυση, διευκρινίζεται ότι ο σκοπός του παρόντος κειμένου είναι αφενός να εξηγήσει τους λόγους που η μέθοδος γονιμοποίησης μέσω παρένθετης μητέρας προκαλεί ενίοτε σύγχυση στο νομικό κόσμο, καθώς και σε ποιες περιπτώσεις προκύπτουν αμφισβητήσεις, και αφετέρου να θέσει την οπτική και τους λόγους άμυνας της κοινωνίας, και δη της Εκκλησίας, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.

Τι ακριβώς είναι η διαδικασία απόκτησης τέκνου με τη βοήθεια παρένθετης μητέρας; Δύναται οποιοδήποτε ζευγάρι να καταφύγει στην αναφερόμενη μέθοδο ή υπάρχουν συγκεκριμένες συνθήκες που οδηγούν στην τήρηση των απαιτούμενων κριτηρίων; Πρόκειται για δύο ζητήματα που χρήζουν αποσαφήνισης και ανάλυσης σε πρώτο επίπεδο. Δυστυχώς, δεν είναι λίγες οι γυναίκες που καλούνται, κατά τη διάρκεια της ζωής τους, να αντιμετωπίσουν χρόνια νοσήματα ή που έχουν υποβληθεί ανεπιτυχώς σε αλλεπάλληλες εξωσωματικές επεμβάσεις, προκειμένου να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους για μητρότητα. Δε θα γινόταν το εθνικό δίκαιο και ο ίδιος ο νομοθέτης να μην έχει μεριμνήσει για την προστασία αυτών των γυναικών, αναγνωρίζοντας την ύψιστη σημασία που έχει ο ερχομός ενός παιδιού στη ζωή τόσο για το ίδιο το ζευγάρι όσο και για την ίδια την κοινωνία, το μέλλον της και την εξέλιξη και διατήρηση του θεμελιώδους θεσμού της οικογένειας. Η παρένθετη μητρότητα έρχεται να δώσει μία «ανάσα» αισιοδοξίας σε όσες γυναίκες, μετά τη γονιμοποίηση, έρχονται αντιμέτωπες με συνθήκες αποβολής, δεδομένου ότι οι ίδιες παρέχουν το γενετικό τους υλικό, τα απαραίτητα ωάρια, σε μία άλλη γυναίκα, το σώμα της οποίας είναι σε θέση να «φιλοξενήσει» προσωρινά το μελλοντικό τους παιδάκι. Καταλαβαίνουμε όλοι, λοιπόν, ότι για μία μερίδα γυναικών, η παροχή αυτής της δυνατότητας, τόσο από το νόμο όσο και από τις επιστήμες, ίσως και να αποτελεί το μοναδικό «εισιτήριο» προς τη δική τους ευτυχία.

Λαμβάνοντας ως αφορμή την πρώτη προαναφερθείσα ανάλυση των εννοιολογικών στοιχείων της μεθόδου, αναπόφευκτη είναι η αναφορά όλων εκείνων των προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί ένα ζευγάρι, προκειμένου να προστατεύεται και να «καλύπτεται» από το νόμο. Ο νομοθέτης σε όλες τις περιπτώσεις που αποφασίζει να παράσχει κάποιες ελευθερίες και δικαιώματα στους πολίτες μίας χώρας, πρέπει να μεριμνά και για την αποφυγή καταχρηστικής άσκησής τους και αποφυγής καταπάτησης τόσο του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα όσο και του άρθρου 25 του Συντάγματος. Έτσι και εν προκειμένω, όπως και σε όλες τις μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, προβλέπεται μία σειρά κριτηρίων, απαραιτήτως πληρουμένων. Συνδυαστικά των άρθρων ΑΚ 1455 και ΑΚ 1459 προκύπτει ότι πρέπει να υφίσταται είτε σημαντική ιατρική αναγκαιότητα, για παράδειγμα αποφυγή μετάδοσης ασθένειας στο έμβρυο, είτε αδυναμία σύλληψης, να τηρούνται τα ηλικιακά όρια, δηλαδή η γυναίκα να δύναται να γονιμοποιήσει, και σε κάθε περίπτωση να έχει παρέλθει μία σειρά από ιατρικές εξετάσεις, που θα έχουν αποδεικτικό κυρίως χαρακτήρα της αναγκαιότητας ή της αδυναμίας σύλληψης. Όσον αφορά τώρα, στη συγκεκριμένη μέθοδο της δια παρενθέτου γονιμοποίησης, ο νόμος στο άρθρο 1458 του Αστικού κώδικα προβλέπει και τρεις επιπλέον πιο ειδικές προϋποθέσεις. Οι δύο γυναίκες πρέπει να έχουν συμφωνήσει για την εν λόγω διαδικασία, χωρίς αντάλλαγμα, ενώ, αν είναι έγγαμες, απαιτείται και η συναίνεση των συζύγων. Ολοκληρώνοντας, πιο κρίσιμη προϋπόθεση αποτελεί η χορήγηση δικαστικής άδειας. Η τελευταία θα αποτελέσει το εφαλτήριο και το έρεισμα για την παράθεση της επόμενης προβληματικής, που επρόκειτο να αναλυθεί στη συνέχεια, δηλαδή το γιατί αυτή η μέθοδος γονιμοποίησης ενίοτε προκαλεί εντάσεις στο νομικό κόσμο.

Πώς είναι δυνατόν να ανακύπτουν νομικά ζητήματα και προβληματικές τη στιγμή που ο ίδιος ο νόμος έχει επιτρέψει την μέθοδο της παρένθετης μητρότητας και τη στιγμή που έχει παράσχει και θέσει πολλές δικλίδες ασφαλείας προκειμένου να αποφευχθούν οι αυθαιρεσίες των πολιτών; Χρήσιμη θα ήταν μία ματιά στο άρθρο 1464 του Αστικού Κώδικα. Η συγκεκριμένη διάταξη έρχεται να δημιουργήσει και να αποτελέσει τη μοναδική πιθανότητα αμφισβήτησης του προσώπου που φέρει την ιδιότητα της μητέρας και τη μοναδική περίπτωση χορήγησης της δυνατότητας σε έναν άνθρωπο να ασκήσει αγωγή με αίτημα της προσβολή της μητρότητας. «Σε περίπτωση τεχνητής γονιμοποίησης, αν η κυοφορία έγινε από άλλη γυναίκα, υπό τους όρους του ΑΚ1458, μητέρα του τέκνου τεκμαίρεται η γυναίκα στην οποία δόθηκε η σχετική άδεια. Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται, με αγωγή προσβολής της μητρότητας, που ασκείται μέσα σε 6 μήνες από τον τοκετό, είτε από την τεκμαιρόμενη ως μητέρα, είτε από την κυοφόρο γυναίκα, εφόσον αποδειχθεί ότι το τέκνο κατάγεται βιολογικά από την τελευταία».

Πρόκειται για το γράμμα του νόμου που μας παρέχει τα εξής δεδομένα: Μόλις το δικαστήριο παράσχει την απαραίτητη δικαστική άδεια στη γυναίκα, που παρέχει το απαραίτητο για τη γονιμοποίηση γενετικό υλικό, αυτή αυτόματα θεωρείται μητέρα του τέκνου που πρόκειται να γεννηθεί, ακόμα και αν αυτό θα μεγαλώσει στο σώμα μίας άλλης γυναίκας. Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις που το τέκνο, εν τέλει, βιολογικά ανήκει στην κυοφόρο γυναίκα, συνήθως όταν εκείνη είχε ήδη μείνει έγκυος, πριν τη χορήγηση στο σώμα της του ξένου γενετικού υλικού, ή αν στην πορεία γονιμοποιήθηκε εκ νέου και απέβαλε το αρχικώς χορηγηθέν ωάριο. Σε τέτοιες περιστάσεις, όπως είναι φυσικό, υπάρχει αμφισβήτηση ως προς την πραγματική ταυτότητα της μητέρας του τέκνου και θα πρέπει να χορηγηθούν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία, για την επίλυση της προβληματικής.

Προβληματισμοί, ωστόσο, δεν αναδύονται μόνο από το νομικό κόσμο αλλά και από τον κοινωνικό χώρο, κυρίως από την πλευρά της Εκκλησίας. Είναι ευρέως γνωστό ότι το δίκαιο και η θρησκεία πολλάκις έρχονται σε ρήξη και διάσταση απόψεων, προσεγγίζοντας από τελείως διαφορετική σκοπιά και οπτική ορισμένες καταστάσεις ή παρεχόμενα δικαιώματα. Μία τέτοια περίπτωση είναι και η τεκνοποίηση με τη βοήθεια της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, που έχει προκαλέσει σημαντικές αντιδράσεις, ανά περιόδους, σε θρησκευτικό επίπεδο. Την αποδοκιμασία της, η Εκκλησία, στηρίζει στην υποβάθμιση τόσο του μυστηρίου του γάμου με την εμπλοκή τρίτου προσώπου, όσο και των εννοιών της μητρότητας και της πατρότητας. Ακόμα, η στιγμή της σύλληψης σηματοδοτεί την αρχή της ζωής, για αυτό τα γονιμοποιημένα ωάρια θεωρούνται άνθρωποι και η κρυοσυντήρησή τους, ο πειραματισμός πάνω σε αυτά και η καταστροφή τους αποτελεί φόνο. Η Εκκλησία τονίζει ότι η υπογονιμότητα αποτελεί θέλημα Θεού, δεν είναι ασθένεια ή αναπηρία, και σε κάθε περίπτωση το ζευγάρι μπορεί να οδηγηθεί στη μέθοδο της υιοθεσίας. Τέλος, η Ορθόδοξη Χριστιανική εκκλησία αντίκειται σαφώς στην τεκνοποίηση άγαμων ή υπερήλικων γυναικών. Αντίθετη άποψη, όμως, υποστηρίζει ότι η σημερινή κοινωνία αντιμετωπίζει ευνοϊκά τις μονογονεϊκές οικογένειες, κυρίως επειδή μία άγαμη γυναίκα με δυσκολία θα προσφύγει στη μέθοδο της παρένθετης μητρότητας, αλλά και επειδή έχει επηρεαστεί από την εξίσου αποδοχή τους σε διεθνές επίπεδο.

Έχοντας φτάσει στο τέλος του παρόντος κειμένου θεωρείται σκόπιμο να ολοκληρωθεί αυτό με μία προσωπική θέση: Ο όρος «μητέρα» παραμένει αδιάσειστος και άρρηκτος με όποιον τρόπο ή μέθοδο και αν έχει θεμελιωθεί, και αυτό γιατί ο βασικότερος πυλώνας του οικογενειακού δικαίου ήταν, είναι και θα είναι η άμεση και πρόσφορη προστασία και φροντίδα του παιδιού, κάτι που, σε πρώτο επίπεδο, μπορεί να του το προσφέρει μία γυναίκα που θα είναι αφοσιωμένη στη σωστή ανατροφή του και στην αγάπη της για εκείνο. Αυτά είναι, στην πραγματικότητα, τα απολύτως απαραίτητα για να προσδιοριστεί ως πραγματική «μητέρα» και σαφώς το δίκαιο οφείλει να της το αναγνωρίζει και να της το παρέχει, ως υπέρτατο δικαίωμά της. Η μητρότητα, από όποιον γενεσιουργό παράγοντα και αν προκύπτει, πάντοτε θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ευλογία και ως μέγιστη δύναμη ψυχής.

Είναι απολύτως σεβαστό, επιμέρους κοινωνικοί τομείς να αποδοκιμάζουν τέτοιες ρυθμίσεις, ωστόσο ο -οποιοσδήποτε- Νόμος δε θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να καθορίζεται στο σύνολό του από θρησκευτικές οπτικές και αυτό γιατί σκοπός της ύπαρξης του, εν γένει, είναι να προστατεύει τους πολίτες, σε εθνικό ή υπερεθνικό επίπεδο, και συνεπώς, δε χωράνε υποκειμενικότητες και συναισθηματικές προσεγγίσεις του εκάστοτε νομοθέτη. Ο κάθε άνθρωπος έχει την ευχέρεια στη ζωή του να υποστηρίζει και να «κινεί τα νήματα» του εαυτού του όπως επιθυμεί, αλλά το Δίκαιο οφείλει να «συμπεριφέρεται» αντικειμενικά, αδέσμευτα και ανεπηρέαστα από εξωτερικά ερεθίσματα!

Πηγή: https://nomikospalmos.wordpress.com