Από την Μαίρη Σπανού, προπτυχιακή φοιτήτρια Νομικής ΔΠΘ και απόφοιτη του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ


Με αφορμή την πολύνεκρη υπόθεση των Τεμπών τέθηκε στο προσκήνιο το ζήτημα των βουλευτικών ασυλιών και κυρίως το ακαταδίωκτο των βουλευτών το οποίο φαίνεται να εμποδίζει την περαιτέρω διερεύνηση των ευθυνών και την απόδοση τους στους ιθύνοντες.

Τι είναι όμως οι βουλευτικές ασυλίες; Πως κατοχυρώνονται συνταγματικά, ποια η δικαιολογητική τους βάση, ποιος ο τρόπος άρσης τους και ποια τα μείζονα νομικά και κυρίως δικαιοκρατικά προβλήματα που ανακύπτουν τα οποία η υπόθεση των Τεμπών ανέσυρε στην επιφάνεια;

Η βουλευτική ασυλία αποτελεί το σημαντικότερο συνταγματικώς κατοχυρωμένο προνόμιο που απολαμβάνουν σήμερα οι βουλευτές αμέσως μετά την ελευθερία λόγου στη Βουλή και την αδέσμευτη άσκηση των καθηκόντων τους, μάλιστα η βουλευτική αυτή ασυλία έρχεται και θωρακίζει ακόμα καλύτερα τα προαναφερθέντα προνόμια τα οποία αν μη τι άλλο έχουν λειτουργικό χαρακτήρα για το θεσμό. Συνεπώς, οι βουλευτές προστατεύονται για οτιδήποτε πουν ή αποφασίσουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και αυτή ακριβώς η ενισχυμένη προστασία του δικαιώματος αυτού εξασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία του θεσμού της εθνικής αντιπροσωπείας.

Πιο συγκεκριμένα, οι βουλευτικές ασυλίες έχουν 2 πτυχές. Η πρώτη είναι το ανεύθυνο των βουλευτών που στο άρθρο 61 Σ ορίζει ότι ο βουλευτής δεν εξετάζεται ούτε διώκεται για ψήφο ή γνώμη που διατύπωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων. Αυτό το προνόμιο εξασφαλίζει την ανεξάρτητη και ελεύθερη άσκηση των καθηκόντων και ισχύει έναντι όλων, συνεπώς όχι μόνο κατά του ηγέτη του κόμματος αλλά και έναντι των ψηφοφόρων που εξέλεξαν τον βουλευτή, συνεπώς μιλάμε για ελεύθερη και όχι επιτακτική εντολή με αποτέλεσμα ο βουλευτής να δικαιούται να λειτουργεί ανεξάρτητα και όχι δεσμευόμενος από το εκλογικό σώμα που τον ανέδειξε.

Η ratio αυτής της συνταγματικής εγγύησης είναι ότι τα πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν το έθνος δικαιούνται και ταυτόχρονα υποχρεούνται να λειτουργούν ανεξάρτητα από πιέσεις, ιδιωτικά συμφέροντα και κάθε είδους σκοπιμότητες( αρ. 51 παρ. 2 και 60 παρ 1). Εξάλλου αυτή ασυλία δεν εξυπηρετεί τα προσωπικά συμφέροντα των βουλευτών αλλά αποτελεί μία θεσμική εγγύηση ιδίως αν λάβουμε υπόψιν πως πρωτοεμφανίστηκε στην Αγγλία ώστε να προστατευθούν τα μέλη του Κοινοβουλίου από τις διώξεις του μονάρχη. Σήμερα αποσκοπεί κυρίως στην αποτροπή της ποινικοποίησης της πολιτικής κονίστρας.

Η δεύτερη πτυχή της βουλευτικής ασυλίας είναι το ακαταδίωκτο του βουλευτή. Με βάση το άρθρο 62Σ όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς την άδεια του Σώματος της Βουλής. Επιπλέον, δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Βουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυση της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής.

Αν δε η Βουλή δεν αποφανθεί εντός τριμήνου αφότου έλαβε το εισαγγελικό αίτημα ο Πρόεδρος της Βουλής, τότε θεωρείται πως η άδεια δεν παρασχέθηκε.

Αυτή η «δικαστική προνομία» αφορά κάθε αξιόποινη πράξη ή παράλειψη του βουλευτή που έλαβε χώρα κατά την άσκηση των καθηκόντων του αλλά και άσχετα από αυτά με εξαίρεση τα αυτόφωρα κακουργήματα. Εάν λοιπόν ο βουλευτής συλληφθεί επ’ αυτοφώρω ενόσω τελεί κάποιο κακούργημα ( προσοχή δεν αρκεί πλημμέλημα), συλλαμβάνεται από τις αρχές χωρίς να απαιτείται προηγούμενη άδεια από το Σώμα της Βουλής. Για οποιαδήποτε άλλη ωστόσο αξιόποινη πράξη απολαμβάνει πλήρως το ακαταδίωκτο και έτσι προστατεύεται τόσο από τη σύλληψη και τη φυλάκιση όσο και από οποιαδήποτε άλλη ανακριτική πράξη. Αυτή η προστασία ανατρέχει σε χρόνο προγενέστερο της έναρξης της βουλευτικής περιόδου για αδικήματα που διέπραξε είτε είχε είτε όχι την ιδιότητα του βουλευτή.

Στη χώρα μας η συναδελφική αλληλεγγύη μεταξύ των βουλευτών οδήγησε στο να αίρεται εξαιρετικά σπανίως η βουλευτική ασυλία με αποτέλεσμα το ακαταδίωκτο των βουλευτών να αποτελεί δεδομένη πλέον κοινοβουλευτική πρακτική για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη και αν διέπραξαν ακόμα και εάν είναι εντελώς άσχετη με τα βουλευτικά καθήκοντα. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές που η χώρα μας καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Παρατηρούμε λοιπόν πως κατά κανόνα οι αιτήσεις για άρση της βουλευτικής ασυλίας στη συντριπτική τους πλειοψηφία απορρίπτονται με αποτέλεσμα δικαίως να δημιουργείται η πεποίθηση στους πολίτες πως οι βουλευτές τελούν σε προνομιακό καθεστώς απέναντι στο νόμο.

Εξετάζοντας φυσικά και την τραγωδία των Τεμπών που στέρησε τη ζωή 57 ανθρώπων και των οικογενειών τους, με τα ερωτήματα να παραμένουν αναπάντητα ένα χρόνο μετά και τις προσπάθειες για απονομή δικαιοσύνης να παραμένουν άκαρπες ακριβώς διότι βρίσκουν ως ανάχωμα στο δρόμο προς τη δικαίωση τον αδιαπέραστο προστατευτικό χιτώνα της «βουλευτικής ασυλίας», ενισχύεται ακόμα περισσότερο αυτή η αίσθηση ατιμωρησίας, ασυδοσίας και καταχρηστικής εκμετάλλευσης της συνταγματικής αυτής προνομίας η οποία φαίνεται πλέον να συγκρούεται με την αρχή της ισότητας απέναντι στο νόμο και κυρίως με την αρχή του κράτους-δικαίου.

Αρκετοί συνταγματολόγοι εδώ και χρόνια τάσσονται υπέρ της Αναθεώρησης του Συντάγματος αποσκοπώντας στον εξορθολογισμό της βουλευτικής ασυλίας του ακαταδίωκτου προτείνοντας την αντιστροφή του κανόνα δηλαδή ο βουλευτής να διώκεται όπως κάθε πολίτης εκτός αν η Βουλή αποφασίζει διαφορετικά.

Σε αυτό το σημείο κρίνω σημαντικό να διακρίνουμε μεταξύ βουλευτικής ασυλίας και υπουργικής ευθύνης. Σύμφωνα με το άρθρο 85 «Τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι Υφυπουργοί είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της Κυβέρνησης και καθένας από αυτούς για τις πράξεις και παραλείψεις της αρμοδιότητας του, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων για την ευθύνη των Υπουργών». Επιπλέον, στο άρθρο 86 του Σ προβλέπεται «Μόνο η Βουλή έχει τη δυνατότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων τελούν ή τέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους». Με τη φράση αυτή και όχι «κατά τη διάρκεια των καθηκόντων τους» η διατύπωση καλύπτει οποιαδήποτε πράξη του Υπουργού. Συνεπώς, προϋποθέτει την άσκηση της ποινικής δίωξης από τη Βουλή. Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά των προσώπων και για τα αδικήματα που αναφέρονται στις διατάξεις του Ν 3126/2003 «ποινική ευθύνη υπουργών» δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη άδεια της Βουλής.

Συνεπώς, αντιλαμβανόμαστε πως η απόδοση ευθυνών εναπόκειται σε κάθε περίπτωση στην κρίση της Βουλής. Πόσο αμερόληπτοι ωστόσο μπορούν να είναι στο τέλος της ημέρας οι εθνικοί αντιπρόσωποι όταν καλούνται να αποφανθούν για τις ευθύνες συναδέλφων τους; Πώς διαφυλάσσεται η δικαιοσύνη και το κράτος δικαίου όταν σοβαρές χρόνιες κυβερνητικές παραλείψεις και σοβαρές παθογένειες του κρατικού μηχανισμού κόστισαν τη ζωή 57 ανθρώπων και ένα χρόνο μετά ακόμα δεν έχει απονεμηθεί δικαιοσύνη. Στο συνοδευτικό κείμενο του ψηφίσματος της Μ. Καρυστιανού μητέρα της Μάρθης Ψαροπούλου που έχασε τη ζωή της στα Τέμπη, με το οποίο απευθύνεται στον ελληνικό λαό ζητώντας την υποστήριξή του αναφέρει «οι Έλληνες πολίτες απαιτούν από την Βουλή, την έναρξη των διαδικασιών, για την αναθεώρηση του Συντάγματος και την ενεργοποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών καθώς και την κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας όταν προκύπτει ποινική ευθύνη πολιτικών προσώπων. Η ατιμωρησία πολιτικών προσώπων δεν συνάδει με την ηθική ούτε με τη δημοκρατία, αρετές για τις οποίες είμαστε περήφανοι!».

Ορμώμενη λοιπόν από την αναφορά της Μαρίας Καρυστιανού στην έννοια της «αρετής» , θα κλείσω με μια αναφορά στα Ηθικά Νικομάχεια όπου ο Αριστοτέλης τονίζει πως η Δικαιοσύνη είναι η ύψιστη αρετή καθώς περιλαμβάνει όλες τις υπόλοιπες αρετές. Προσεγγίζει μάλιστα την έννοια της δικαιοσύνης με βάση τη θεωρία της μεσότητας την οποία και θεωρεί εχέγγυο κάθε αρετής. Αν θεωρήσουμε λοιπόν, πως η δικαιοσύνη δεν είναι παρά μεσότητα μεταξύ δύο άκρων αφενός της ελλείψεως κ αφετέρου της υπερβολής φαίνεται πως πράγματι η άσκηση του προνομίου της βουλευτικής ασυλίας στη χώρα μας αγγίζει παραπάνω από συχνά τα όρια της κατάχρησης και της υπερβολής, μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που φτάνει πλέον να υποτιμά όχι μόνο την νοημοσύνη του σώματος των πολιτών αλλά και κάθε έννοια ηθικής, κάθε έννοια κράτους δικαίου.

 

Πηγή: https://nomikospalmos.wordpress.com