Ιφιγένεια Καμτσίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.


Συζήτηση με την Γ. Κριεμπάρδη στο libre, με κάποιες απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα που προκύπτουν από το σχέδιο που παρουσίασε η κυβέρνηση.

  • Για το άρθρο 16 και τα πραγματικά ελεύθερα πανεπιστήμια…

Η παράκαμψη του Συντάγματος επιχειρείται μέσα από την αναφορά σε διεθνή κείμενα, όπως η «Γενική Συμφωνία για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (GATS)» Του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και κυρίως μέσω της σύμφωνης με το Ενωσιακό Δίκαιο ερμηνείας του Συντάγματος. Γίνεται, μάλιστα, επίκληση μιας σχετικά πρόσφατης απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ, απόφαση της 6 ης  Οκτωβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, προσφ. C-66/18), η οποία έκρινε ότι τα κράτη- μέρη της Ένωσης έχουν υποχρέωση να τηρούν τις δεσμεύσεις τους που απορρέουν από διεθνείς συνθήκες, όμως με εντελώς διαφορετικό πραγματολογικό υλικό.

Σε αντίθεση με τα πραγματικά περιστατικά της ουγγρικής υπόθεσης, η Ελλάδα, με ρητή δήλωσή της στη στήλη του πίνακα Συγκεκριμένων Υποχρεώσεων της GATS σχετικά με τους «περιορισμούς όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά» για τις υπηρεσίες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που παρέχονται μέσω εμπορικής παρουσίας, έχει ρητά και ειδικά επιφυλαχθεί του δικαιώματός της να επιβάλλει κάθε είδους περιορισμούς, ως προς τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που χορηγούν κρατικά αναγνωρισμένα διπλώματα. Επομένως, δεν τίθεται απολύτως κανένα ζήτημα παραβίασης των υποχρεώσεων της χώρας μας που απορρέουν από την GATS και το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου δεν θα μπορούσε να καταδικάσει την χώρα μας γι’αυτό τον λόγο.

Σε ό,τι αφορά τις κοινοτικές ελευθερίες  ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (άρθρο 14 παρ. 3 του ΧΘΔ), την επιχειρηματική ελευθερία (άρθρο 16 του ΧΘΔ) και την ακαδημαϊκή ελευθερία (άρθρο 13 εδάφιο β΄ του ΧΘΔ), το ζήτημα είναι πιο σύνθετο. Καταρχάς θα πρέπει να επισημανθεί ότι το ενωσιακό δίκαιο δεν υπέρκειται του εθνικού δικαίου γενικά, παρά υπερέχει, ορθότερα εφαρμόζεται κατά προτεραιότητα στα πεδία που ανήκουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης, σε εκείνους τους τομείς, δηλαδή, όπου εκδίδουν πράξεις τα ενωσιακά όργανα. Επομένως και επειδή η ΕΕ είναι αναρμόδια για τα θέματα εκπαίδευσης, για να υπαχθεί και η ανώτατη παιδεία στο ενωσιακό δίκαιο, πρέπει να αναγνωρίζεται και προστατεύεται νομικά ως οικονομική δραστηριότητα.

Έτσι, ενόψει της παραπάνω θεσμικής πραγματικότητας, διατυπώνεται η άποψη, ότι η ενωσιακή ελευθερία  ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ως μια μορφή επιχειρηματικής ελευθερίας εμποδίζει τα κράτη-μέλη να θέτουν περιορισμούς στις οικονομικές οντότητες που επιθυμούν να προσφέρουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση ως εμπορική- επιχειρηματική δραστηριότητα. Πρόκειται για μια επικίνδυνη άποψη, που παραγνωρίζει τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών- μελών της Ε.Ε., που κατοχυρώνουν την ακαδημαϊκή εκπαίδευση ως δημόσια υπηρεσία και θέτει σε διακινδύνευση βιοτικά συμφέροντα όλων των μελών του κοινωνικού συνόλου.

Το ελληνικό Σύνταγμα προβλέπει οι ακαδημαϊκές λειτουργίες να αναπτύσσονται σε πλήρως αυτοδιοικούμενα ν.π.δ.δ., ώστε να διαφυλάσσεται η ανεξαρτησία των φορέων τους από τις επιβουλές της κυβέρνησης ή της αγοράς. Η παραπάνω νομική μορφή αναδεικνύεται και σε εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, την οποία το κράτος οφείλει να προστατεύει, παρεμβαίνοντας νομοθετικά, δηλαδή ρυθμίζοντας την οργανωτική δομή των πανεπιστημίων και τους διαδικαστικούς όρους εκπλήρωσης της αποστολής τους.

Η παραβίαση του άρθρου 16 Συντ. δεν είναι, λοιπόν, ένας απλός ερμηνευτικό νεωτερισμός. Η έννοια της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης αλλοιώνεται και παύει να είναι η διαδικασία που αναπτύσσει την ικανότητα όσων την ολοκληρώνουν να προσεγγίζουν συστηματικά και κριτικά το αντικείμενο ενός επιστημονικού κλάδου, μετεξελισσόμενη σε επιχειρηματική δραστηριότητα, που υπακούει στους αγοραίους κανόνες.

  • Τι σημαίνει στην πράξη μη κερδοσκοπικό πανεπιστήμιο; Πώς θα μπορούσε να γίνει η εισαγωγή σε αυτό; Τι στάση θα κρατήσει η πανεπιστημιακή κοινότητα σ’ αυτή την εξέλιξη; Δίδακτρα-Πώς θα λειτουργούν αυτά τα πανεπιστήμια, εκτιμάτε;

Μη κερδοσκοπική είναι η οικονομική δραστηριότητα, που δεν αποβλέπει στην επίτευξη κέρδους, αλλά σε ένα εν γένει οικονομικό αποτέλεσμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αστική εταιρία και νομικά κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτές οι νομικές μορφές αναπτύσσονται στην ιδιωτική σφαίρα και οι δράσεις τους διέπονται από τους κανόνες που την προστατεύουν.

Με άλλα λόγια, η ίδρυση ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων θα κατοχυρώνει συνταγματικά την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης ως οικονομικής δραστηριότητας. Τούτο σημαίνει ότι το πρόσωπο –φυσικό ή νομικό– που θα συστήσει μη κερδοσκοπικό πανεπιστήμιο, θα αναπτύσσει τις ακαδημαϊκές δραστηριότητες υπό την προστασία που παρέχουν οι οικείες συνταγματικές ελευθερίες, όπως π.χ. η οικονομική ελευθερία (άρθρο 5 παρ. 3 και 1 Συντ.), η ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας και βέβαια οι οικονομικές ελευθερίες της ΕΕ.

Συνεπώς, οι κρατικές ρυθμίσεις στα ιδιωτικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια θα είναι περιορισμένες, καθώς θα πρέπει να σέβονται τα όρια των ελευθεριών που προστατεύουν τις οικονομικές δραστηριότητες. Έτσι, ο νομοθέτης θα διατηρεί την αρμοδιότητα να ορίζει τις ελάχιστες προϋποθέσεις για την εκλογή των μελών ΔΕΠ στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, δεν θα είναι όμως συνταγματικά ανεκτό να στερήσει από τον ιδιοκτήτη την δυνατότητα ελεύθερης επιλογής μεταξύ αυτών που τις διαθέτουν. Στην ίδια κατεύθυνση, μπορεί –και επιβάλλεται– να θέσει όρους για την σύσταση και λειτουργία των ιδιωτικών ΑΕΙ, δεν μπορεί, ωστόσο, να εξασφαλίσει την συμμετοχή των διδασκόντων, των φοιτητών και γενικά του προσωπικού στην διοίκηση του εκπαιδευτηρίου, δεδομένου, ότι αυτή ως στοιχείο της διαχείρισής του αποτελεί απόλυτη εξουσία του ιδιοκτήτη.

Τα ιδιωτικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια θα διοικούνται από πρόσωπα της επιλογής του ιδιοκτήτη και θα λειτουργούν με βάση τις κατευθύνσεις και τους όρους που αυτά θα καθορίζουν.

Το παραπάνω πλαίσιο αφορά και την εισαγωγή των φοιτητών και την επιβολή των διδάκτρων. Τα κριτήρια και η διαδικασία πρόσβασης στο ιδιωτικό πανεπιστήμιο θα καθορίζονται από τον ιδιοκτήτη του και προφανώς θα συμπεριλαμβάνουν την καταβολή διδάκτρων. Αν θα προβλέπεται κάποιας μορφής εξέταση ή απλώς η υποβολή ενός φακέλου ή η γνώση ξένης γλώσσας ή τίποτα από όλα αυτά, θα είναι απόφαση της διοίκησης του εκπαιδευτηρίου. Ακόμη, τα ιδιωτικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια ως επιχειρηματικές οντότητες, πρέπει να είναι οικονομικά βιώσιμες, άρα ο νομοθέτης δεν μπορεί να επιβάλλει όριο στο ύψος των διδάκτρων ή πάντως ελέγχεται δικαστικά αν το επιχειρήσει.

Σε αυτή την περίπτωση, το δικαστήριο θα αξιολογήσει την νομοθετική παρέμβαση πρωτευόντως με βάση την ανάγκη μεσοπρόθεσμης οικονομικής βιωσιμότητας του ιδιωτικού πανεπιστημίου.

  • Θα δούμε αλλαγές στα ήδη υπάρχοντα κολέγια; Όσο για τα δημόσια πανεπιστήμια, θα δούμε κι άλλη υποβάθμιση και υποχρηματοδότηση;

Οι εξαγγελίες της κυβέρνησης αφορούν την ίδρυση νέων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και δεν γίνεται λόγος για αντιμετώπιση της αγοράς ελπίδας που εκμεταλλεύεται στην χώρα μας τις προσδοκίες χιλιάδων νέων ανθρώπων και των οικογενειών τους. Πάντως, εύλογα μπορεί κανείς να υποθέσει, ότι αρκετά από τα κολλέγια θα προσπαθήσουν να επωφεληθούν από τις ρυθμίσεις του νέου νόμου και να μετεξελιχθούν σε πανεπιστήμια των τριών ορόφων.

Η ανάπτυξη ενός ιδιωτικού τομέα ανώτατης εκπαίδευσης θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την σταθερά υποβαθμιζόμενη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πρώτα από όλα, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, καθώς θα συμμετέχουν στην παροχή ανώτατης εκπαίδευσης, θα διεκδικήσουν την οικονομική ενίσχυσή τους από το κράτος, που έχει την συνταγματική υποχρέωση να στηρίζει την ανάπτυξη και την προαγωγή της εκπαίδευσης γενικά. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς με ποιο νομικό ή/και ηθικό επιχείρημα, η εξουσία, που τους παρείχε το δικαίωμα να αναλάβουν μέρος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, θα αρνηθεί την οικονομική επιχορήγησή τους. Ακόμη, η υπαγωγή των δημόσιων πανεπιστημίων στους κανόνες του ανταγωνισμού θα μειώσει την ανεξαρτησία τους και την ανεξαρτησία των καθηγητών τους: υποχρεωμένοι να ανταποκρίνονται στα αγοραία κριτήρια, θα εξαναγκάζονται να συμμορφώνονται στις απαιτήσεις της οικονομικής συγκυρίας, προσαρμόζοντας σε αυτές ιδίως τα ερευνητικά τους ενδιαφέροντα.

  • Οι καθηγητές στα δημόσια θα μπορούν να εργάζονται και στα ιδιωτικά;

Η κυβέρνηση φαίνεται διατεθειμένη να παρέχει αυτή την δυνατότητα, που δεν ταιριάζει στις αρχές ούτε του ιδιωτικού ούτε του δημόσιου δικαίου. Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της καταρράκωσης των αποδοχών των καθηγητών των δημόσιων πανεπιστημίων και της πλημμελούς της συμμόρφωσής της στις αποφάσεις του ΣτΕ, θα επιτρέψει στους καθηγητές να εργάζονται σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, δηλαδή σε ανταγωνιστές του Ιδρύματος, στο οποίο υπηρετούν. Μια συνθήκη διαφθοράς ιδρύεται και το πλήγμα που επέρχεται στο δημόσιο και δημοκρατικό πανεπιστήμιο θα είναι υπαρξιακό.

Οι νέοι ιδίως επιστήμονες θα καλούνται να συμπληρώσουν τον γλίσχρο μισθό τους, απασχολούμενοι σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, μοιράζοντας τον χρόνο τους σε δυο απαιτητικές δραστηριότητες, υποβαθμίζοντας την παρουσία τους στο δημόσιο πανεπιστήμιο και πιθανότατα προσαρμόζοντας τον ερευνητικό προσανατολισμό τους στις επιδιώξεις του εργοδότη τους. Η ελληνική ανώτατη εκπαίδευση θα συνηθίσει την κηδεμονία των ισχυρών και τα επιτεύγματά της θα γίνονται σιγά- σιγά παρελθόν.

Πηγή: https://www.constitutionalism.gr