ρώην διοικητής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Ιταλίας, επιφορτισμένος με την αντιμετώπιση του μαφιόζικου εγκλήματος, έφτασε μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επειδή έπεσε θύμα παρακολούθησης, σε υπόθεση με άρωμα μαφίας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με απόφαση που εξέδωσε χθες Πέμπτη 23 Μαΐου, καταδίκασε την Ιταλία καθότι έκρινε ότι η παρακολούθηση σε βάρος του πρώην αναπληρωτή διοικητή της ΕΥΠ, στο βαθμό που ο ίδιος δεν ήταν ύποπτος και άρα δεν μπορούσε να στραφεί δικαστικώς για την προσβολή της τηλεφωνικής του παρακολούθησης, ήταν παράνομη.

Ο Bruno Contrada, Ιταλός υπήκοος που γεννήθηκε το 1931, ζει στο Παλέρμο της Ιταλίας. Έγινε ιδιαίτερα γνωστός παγκοσμίως για τις δικαστικές του περιπέτειες οι οποίες είχαν συγκλονίσει το αστυνομικό κατεστημένο, λόγω της μακράς καριέρας του σε ευαίσθητες έρευνες για ορισμένες από τις πιο διαβόητες δολοφονίες του Παλέρμο.

Κατόπιν ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε το 1996, ο Contrada καταδικάστηκε για υποστήριξη μαφιόζικης οργάνωσης. Η καταδίκη του κατέστη τελεσίδικη στις 8 Ιανουαρίου 2008. Τα εθνικά δικαστήρια διαπίστωσαν, ειδικότερα, ότι μεταξύ 1979 και 1988, ο ίδιος -ως σημαντικό στέλεχος για την αντιμετώπιση των μαφιόζικων οργανώσεων- συνέβαλε συστηματικά στις δραστηριότητες και στην επίτευξη των εγκληματικών στόχων της μαφιόζικης οργάνωσης Cosa Nostra. Επρόκειτο για γεγονότα που, όπως αναμενόταν, είχαν προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στην ιταλική κοινή γνώμη, ενώ χαρακτηριστικό παράδειγμα της εποχής εντοπίζεται σε κείμενο της ιταλικής εφημερίδας  «Corriere Della Sera» η οποία σημείωνε πως είναι πάντα ανησυχητικό να ανακαλύπτεις ότι «ο πιστός φύλακας άγγελός σου είναι στην πραγματικότητα συνεργάτης του διαβόλου».

Η υπόθεση των παρακολουθήσεων

Το 2017, στο πλαίσιο των ποινικών ερευνών για τη δολοφονία ενός αστυνομικού το 1989, η εισαγγελία διέταξε την επείγουσα παρακολούθηση πέντε τηλεφωνικών γραμμών που χρησιμοποιούσε ο Contrada. Οι έρευνες επικεντρώθηκαν σε τρία άτομα -δύο εικαζόμενα μέλη της Cosa Nostra και έναν αστυνομικό- στο πλαίσιο των οποίων ο Contrada δεν ήταν ύποπτος. Σύμφωνα με την εισαγγελία, από την αρχική έρευνα διαπιστώθηκε ότι ο αστυνομικός που δολοφονήθηκε ανήκε σε μονάδα μυστικών υπηρεσιών, η οποία είχε αναλάβει τον εντοπισμό μελών της μαφίας τα οποία, κατόπιν «παροτρύνσεων», κατάφερναν να αποφεύγουν επικείμενες αστυνομικές επιχειρήσεις σε βάρος τους. Ωστόσο, ο αστυνομικός που θεωρήθηκε ύποπτος καθώς και άλλοι αστυνομικοί της εν λόγω μονάδας – συμπεριλαμβανομένου του Contrada, του επίσημου προϊσταμένου τους κατά τον σχετικό χρόνο- φέρονται να είχαν χρηματιστεί από μαφιόζικες οργανώσεις. Οι ύποπτοι για διαφθορά αστυνομικοί είχαν προσπαθήσει να παρεμποδίσουν τις έρευνες και ένας από αυτούς, αφού ανακρίθηκε, επικοινώνησε αμέσως με τον Contrada. Προκειμένου να διευκρινιστούν τα πραγματικά περιστατικά και να εντοπιστούν άλλα μέλη του πυρήνα, ήταν επείγον, σύμφωνα με την εισαγγελία, να παρακολουθηθούν οι κινήσεις των φερόμενων ως διεφθαρμένων αστυνομικών, αφενός, και του προσφεύγοντος, αφετέρου, και να υποκλαπούν οι τηλεφωνικές συνομιλίες για τον σκοπό αυτό.

Ο ανακριτής του Παλέρμο ενέκρινε τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, με την αιτιολογία ότι από τη μία η υποκλοπή των εν λόγω συνομιλιών θα επέτρεπε τη συγκέντρωση νέων στοιχείων χρήσιμων για τις έρευνες και τον εντοπισμό άλλων υπόπτων, ενώ από την άλλη υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία κατά των τριών υπόπτων τα οποία καλλιεργούσαν την εύλογη πεποίθηση ότι είχαν διαπραχθεί τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας και της συμμετοχής σε μαφιόζικη εγκληματική οργάνωση.

Ο Ιταλός δοκιμιογράφος Mario Cervi είχε υποστηρίξει για την συγκεκριμένη υπόθεση ότι «όπως και να τελειώσει, το κύρος και η αξιοπιστία του κράτους θα υπονομευθούν για άλλη μια φορά»

Περαιτέρω, το 2018 η εισαγγελία διέταξε έρευνα στην οικία του προσφεύγοντος και σε δύο άλλα ακίνητα που επίσης χρησιμοποιούσε, καθότι από τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις αποκαλύφθηκε ότι ο προσφεύγων αποθήκευε έγγραφα τα οποία δεν είχαν μέχρι στιγμής ερευνηθεί. Οι εν λόγω έρευνες πραγματοποιήθηκαν στις 29 Ιουνίου 2018. Την ημέρα των ερευνών, ο προσφεύγων -διαβάζοντας το ένταλμα έρευνας- πληροφορήθηκε ότι είχαν υποκλαπεί οι τηλεφωνικές του επικοινωνίες και είχαν καταγραφεί οι συνομιλίες του.

Ο Contrada προσέφυγε στο ΕΔΔΑ με το επιχείρημα ότι η υποκλοπή των τηλεφωνικών του συνομιλιών αποτελούσε αδικαιολόγητη παρέμβαση στην υποχρέωση σεβασμού της ιδιωτικής του ζωής, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της Σύμβασης. Κατά την άποψη της Κυβέρνησης, ο προσφεύγων δεν είχε πέσει θύμα παραβίασης του δικαιώματός του για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας του, και αυτό διότι όλες οι αποφάσεις που ελήφθησαν από την ιταλική Δικαιοσύνη ήταν επαρκώς αιτιολογημένες και απολύτως νόμιμες.

Η απόφαση του Ευρωδικαστηρίου

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, μολονότι ο προσφεύγων δεν είχε ενημερωθεί για το γεγονός ότι είχαν πραγματοποιηθεί υποκλοπές σε βάρος του, έλαβε γνώση του μέτρου έμμεσα από την ανάγνωση του εντάλματος έρευνας της κατοικίας του.

Τονίστηκε μάλιστα ότι, μόλις έμαθε πως οι επικοινωνίες του είχαν υποκλαπεί, ο προσφεύγων θα μπορούσε να ζητήσει αντίγραφο των σχετικών δικαστικών αποφάσεων και να λάβει πληροφορίες σχετικά με τους λόγους παρακολούθησής του. Ωστόσο, όπως έκρινε το Δικαστήριο, ένας τρίτος στην ποινική διαδικασία, σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, ακόμη και αν αντιληφθεί ότι τελεί υπό παρακολούθηση, δεν διαθέτει κανένα μέσο προσφυγής προκειμένου να προσβάλει δικαστικώς τις παρακολουθήσεις που διατάχθηκαν σε βάρος του. Υπό την έννοια αυτή, το ιταλικό δίκαιο δεν παρέχει επαρκείς και αποτελεσματικές εγγυήσεις για την προστασία των προσώπων που υπόκεινται στο μέτρο της παρακολούθησης απέναντι σε καταχρηστικές ενέργειες και τα οποία, χωρίς να είναι ύποπτα για συμμετοχή σε αδίκημα ή να κατηγορούνται για αδίκημα, αδυνατούν να προσφύγουν σε δικαστική αρχή για την προσβολή του μέτρου της παρακολούθησης.

Συμπερασματικά, αφού τονίστηκε ότι το μια τέτοια παρέμβαση εγείρει ζητήματα ανασφάλειας δικαίου και δεν μπορεί να γίνει ανεκτή σε μια δημοκρατική κοινωνία, το Δικαστήριο του Στρασβούργου καταδίκασε την Ιταλία, επιδικάζοντας στον προσφεύγοντα το ποσό των 9.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Δείτε την απόφαση στη QualexΕΔΔΑ προσφ. 2507/19, απόφ. της 23.5.2024, υπόθ. Contrada κατά Ιταλίας

 

Πηγή: Νομική Βιβλιοθήκη