Με νέα απόφαση το Εφετείο Πειραιά κάνει δεκτή ανακοπή ερημοδικίας λόγω ανωτέρας βίας και, ειδικότερα, λόγω αιφνίδιας ασθένειας της πληρεξουσίας δικηγόρου του διαδίκου (ΤρΕφΠειρ 175/2026).
Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, η πληρεξούσια δικηγόρος του ανακόπτοντος ασθένησε αιφνίδια και σοβαρά το πρωϊνό της δικασίμου, καθώς ξύπνησε με ίλιγγο, πυρετό, συνεχή επεισόδια εμέτων και διάρροια, με συνέπεια να βρεθεί σε αδυναμία να μεταβεί στο Εφετείο Πειραιά και να αναταποκριθεί στα καθήκοντά της. Λόγω δε της προχωρημένης ώρας, δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει ούτε με συνάδελφό της για να ζητήσει για λογαριασμό της αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, αλλά ούτε και με τον εντολέα της προκειμενου να ζητήσει την αντικατάστασή της από έτερο δικηγόρο.
Κατά το σκεπτικό του δικαστηρίου, γεγονός ανωτέρας βίας είναι δυνατό να συνιστά η απρόβλεπτη, αιφνίδια και βαριά σωματική ή πνευματική νόσος του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, λόγω της οποίας αυτός δεν μπόρεσε να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή να ειδοποιήσει τον εντολέα του ή άλλο Δικηγόρο για την αντικατάστασή του, εφόσον το γεγονός αυτό συνέβαλε στην επέλευση της ερημοδικίας. Στην έννοια της ανώτερης βίας, εκτός από την ασθένεια, εμπίπτει και κάθε άλλο περιστατικό που καθιστά παντελώς αδύνατη, όχι απλώς δυσχερή ή δαπανηρή, την αυτοπρόσωπη ή με πληρεξούσιο Δικηγόρο επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, όπως επίσης αδύνατη θα πρέπει να καθίσταται η παράσταση του Δικηγόρου στο Δικαστήριο ή η ειδοποίηση του εντολέα, για να προβεί εγκαίρως στην αντικατάσταση του, όταν πρόκειται για αιφνίδια και βαριά ασθένεια του πληρεξουσίου Δικηγόρου.
Το δικαστήριο επεσήμανε, μάλιστα, ότι όταν η ανωτέρα βία αφορά στο πρόσωπο του πληρεξουσίου Δικηγόρου του διαδίκου, για να διαπιστωθεί εάν το σχετικό γεγονός συνιστά ανώτερη βία, πρέπει να χρησιμοποιηθούν όχι μόνον υποκειμενικά κριτήρια, όπως είναι εύλογο για τον διάδικο, αλλά αντικειμενικά κριτήρια, αφού το λειτούργημα που ο δικηγόρος ασκεί, απαιτεί την προσήκουσα εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεων του ακόμη και από τον μέσο νομικό παραστάτη
Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι, πράγματι, κατά την ορισθείσα δικάσιμο η πληρεξούσια δικηγόρος του διαδίκου δεν παραστάθηκε, εξαιτίας της αιφνίδιας ασθένειάς της κατά τα ανωτέρω, με συνέπεια να βρεθεί σε πλήρη αδυναμία να ασκήσει τα καθήκοντά της. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι, λόγω της προχωρημένης ώρας, δεν μπορούσε να αναθέσει σε έτερο δικηγόρο την εκπροσώπηση του εντολέως της, με σκοπό την υποβολή αιτήματος αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, καθόσον οι ερωτηθέντες συνάδελφοί της αδυνατούσαν λόγω έτερης απασχόλησής τους να μεταβούν στο Εφετείο Πειραιώς και να γνωστοποιήσουν στο δικαστήριο το πρόβλημα υγείας της πληρεξουσίας δικηγόρου, ούτε ήταν εφικτό να ειδοποιηθεί ο εντολέας της προκειμένου να διορίσει έτερο δικηγόρο στη θέσης της.
Κατόπιν των ανωτέρω, έκρινε ότι συντρέχει εν προκειμένω ανωτέρω βία κατά την έννοια του άρθρου 501 ΚΠολΔ, αφού στην έννοια αυτής εμπίπτει κάθε περιστατικό που καθιστά παντελώς αδύνατη την παράσταση του δικηγόρου στο δικαστήριο ή την ειδοποίηση του εντολέα του για να προβεί εγκαίρως στην αντικατάσταση του κατά τα αναφερόμενα στη προεκτιθέμενη μείζονα σκέψη, κάνοντας δεκτή την ανακοπή ερημοδικίας.
Απόσπασμα απόφασης
Ο λόγος αυτός, ο οποίος είναι νόμιμος ερειδόμενος στην διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ ́ουσίαν καθόσον από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το ανακόπτον ίδρυμα άσκησε την με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς ………../2023 και με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς ……………/2023 έφεση την οποία υπέγραψε η δικηγόρος ………….., η οποία στη συνέχεια την κατέθεσε στο Πρωτοδικείο Πειραιώς και ζήτησε τον προσδιορισμό της στο Εφετείο Πειραιως. Δικάσιμος ορίστηκε η 21-3-2024 κατά την οποία το εκκαλούν ίδρυμα δεν παραστάθηκε, ενώ παραστάθηκε ο εφεσίβλητος Δήμος Πειραιά με επακόλουθο την απόρριψη της εφέσεως με την υπ ́αριθμόν 392/2024 αποφάση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Αιτία της ερημοδικίας αποτέλεσε η αιφνίδια ασθένεια της ανωτέρω πληρεξουσίας δικηγόρου του εκκαλούντος ιδρύματος, η οποία τις πρωϊνές ώρες της 21-3-2024 παρουσίασε αφυδάτωση με πολλαπλά επεισόδια εμέτων και διάρροιας με συνέπεια να βρεθεί σε πλήρη αδυναμία να ασκήσει τα καθήκοντά της ως πληρεξούσια δικηγόρος (βλ με ημερομηνία 21-3-2024 ιατρικά σημειώματα του Γενικού Οικογενειακού Ιατρού, ……………..). Εξάλλου, λόγω της προχωρημένης ώρας δεν μπορούσε ν ́ αναθέσει σε έτερο δικηγόρο την εκπροσώπηση του εκκαλούντος στο Δικαστήριο με σκοπό την υποβολή αιτήματος αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης καθόσον οι ερωτηθέντες συνάδελφοί της αδυνατούσαν λόγω έτερης απασχόλησής τους να μεταβούν στο Εφετείο Πειραιώς και να γνωστοποιήσουν στο Δικαστήριο το πρόβλημα υγείας της πληρεξουσίας δικηγόρου του εκκαλούντος ιδρύματος, ούτε ήταν εφικτό να ειδοποιηθεί ο εντολέας της προκειμένου να διορίσει έτερο δικηγόρο στη θέσης της. Κατόπιν αυτών συντρέχει ανωτέρω βία κατά την έννοια του άρθρου 501ΚΠολΔ αφού στην έννοια της ανωτέρας βίας εμπίπτει κάθε περιστατικό που καθιστά παντελώς αδύνατη την παράσταση του δικηγόρου στο δικαστήριο ή την ειδοποίηση του εντολέα του για να προβεί εγκαίρως στην αντικατάσταση του κατά τα αναφερόμενα στη προεκτιθέμενη μείζονα σκέψη. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή ερημοδικίας ως βάσιμη και κατ ́ουσίαν και να εξαφανιστεί η ανακοπτομένη υπ ́αριθμόν 392/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Κατόπιν αυτού, πρέπει να επιστραφεί στο ανακόπτον ίδρυμα το κατατεθέν παράβολο και να ερευνηθεί περαιτέρω η διαφορά επανερχομένων των διαδίκων στην κατάσταση που υπήρχε πρίν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Δικαστικά έξοδα σε βάρος των καθ ́ων η ανακοπή ερημοδικίας δεν πρέπει να επιβληθούν καθόσον δεν προκάλεσαν με την στάση τους την άσκηση της ένδικης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 177 ΚΠολΔ).
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο efeteio-peir.gr.

















