Γράφει η Κωνσταντίνα Λεκκάκου, Δικηγόρος – Τραπεζική Διαμεσολαβήτρια
Δικηγορικά γραφεία «Λεκκάκου & Συνεργάτες»


Κριτική ανάλυση της υπ’ αριθμ. 131/2025 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας
Η απόφαση εδράζεται σε τρεις αυτοτελείς νομικούς λόγους: (α) παραβίαση του συστατικού τύπου δημοσιότητας του αρ. 2 παρ. 2 Ν. 4354/2015, (β) αδυναμία απόδειξης ενεργητικής νομιμοποίησης κατ’ αρ. 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, και (γ) χρονικό κενό στην εξουσία είσπραξης κατά τη μεταβατική περίοδο μεταξύ διαδοχικών τιτλοποιήσεων.
Η ανάλυση αξιολογεί τις συνέπειες της απόφασης στο πλαίσιο της δευτερογενούς αγοράς NPLs και τις υποχρεώσεις δημοσιότητας των εταιρειών διαχείρισης.

I. Εισαγωγή: Το νομικό πλαίσιο και το πραγματικό ζήτημα

Η αυξανόμενη δραστηριοποίηση εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (Servicers) στην ελληνική αγορά μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (Non-Performing Loans – NPLs), σε συνδυασμό με τις διαδοχικές τιτλοποιήσεις δανειακών χαρτοφυλακίων, έχει αναδείξει μια σειρά νομικών ζητημάτων, που αφορούν τόσο τη νομιμοποίηση των φορέων είσπραξης όσο και την τήρηση των υποχρεώσεων δημοσιότητας. Ο Ν. 4354/2015, ως βασικό νομοθετικό εργαλείο ρύθμισης της αγοράς διαχείρισης απαιτήσεων, επιβάλλει αυστηρές τυπικές προϋποθέσεις — συμπεριλαμβανομένου του συστατικού τύπου δημοσιότητας — οι οποίες, σύμφωνα με τη νομολογιακή πρακτική, δεν συγχωρούν ατέλειες.
Η υπ’ αριθμ. 131/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που δημοσιεύθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2025, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση δικαστικού ελέγχου των προϋποθέσεων αυτών. Αφορά αίτηση αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης (πλειστηριασμού ακινήτου), που επισπεύδετο από εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων ενεργούσα για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού (Special Purpose Vehicle – SPV). Οι αιτούντες, κάτοικοι Βοιωτίας, είχαν εγγυηθεί σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού (2005), η οποία μετά από αλλεπάλληλες μεταβιβάσεις κατέληξε σε χαρτοφυλάκιο τιτλοποίησης.

II. Ανάλυση των νομικών ζητημάτων
A. Παραβίαση του συστατικού τύπου δημοσιότητας (Ν. 4354/2015)

Ο πρώτος, και κατά τη γνώμη μας, κεντρικός πυλώνας της απόφασης αφορά τη μη τήρηση των υποχρεώσεων δημοσιότητας, που προβλέπει ο Ν. 4354/2015 για τις συμβάσεις ανάθεσης διαχείρισης. Το αρ. 2 παρ. 2 του νόμου καθιερώνει συστατικό τύπο (ad solemnitatem) δημοσιότητας, επιβάλλοντας τη δημοσίευση περίληψης της σύμβασης στο οικείο Ενεχυροφυλακείο με συγκεκριμένο ελάχιστο περιεχόμενο.
Το Εφετείο διαπίστωσε, ότι οι δημοσιευθείσες περιλήψεις (αφορώσες συμβάσεις των ετών 2019 και 2022) παρουσίαζαν ουσιώδεις ελλείψεις: δεν ανέφεραν διεξοδικά τις προς διαχείριση απαιτήσεις, δεν προσδιόριζαν το στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε επιμέρους απαίτησης, δεν κατονόμαζαν τις συγκεκριμένες πράξεις διαχείρισης που ανατέθηκαν και δεν περιελάμβαναν την αμοιβή διαχείρισης. Αντί αυτών, οι περιλήψεις περιείχαν αόριστη αναφορά σε «λοιπούς ουσιώδεις όρους».
Η κρίση του Δικαστηρίου, ότι η πρακτική αυτή παραβιάζει τον συστατικό τύπο δημοσιότητας, αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό δύο πρίσματα. Αφενός, αποσαφηνίζει ότι η ανάθεση διαχείρισης σε Servicer υπάγεται στον Ν. 4354/2015 ακόμη και όταν η μεταβίβαση της απαίτησης έχει λάβει χώρα μέσω τιτλοποίησης κατά τον Ν. 3156/2003. Αφετέρου, θέτει σαφή ποιοτικά κριτήρια για το ελάχιστο περιεχόμενο των δημοσιευτέων περιλήψεων, αποκλείοντας τη δυνατότητα γενικών και αόριστων αναφορών ως υποκατάστατο της κατ’ είδος απαρίθμησης.

B. Αδυναμία απόδειξης ενεργητικής νομιμοποίησης (αρ. 925 ΚΠολΔ)

Ο δεύτερος λόγος αναστολής αφορά το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης. Κατά τα αρ. 919 και 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο επισπεύδων οφείλει να αποδεικνύει πλήρως την αλυσίδα μεταβιβάσεων, μέσω της οποίας απέκτησε (ή του ανατέθηκε) η εξουσία είσπραξης. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η εταιρεία διαχείρισης δεν κοινοποίησε, ούτε κατέθεσε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τα πλήρη νομιμοποιητικά έγγραφα — δηλαδή τις ολοκληρωμένες συμβάσεις πώλησης και ανάθεσης διαχείρισης — αλλά μόνο τις προαναφερθείσες ελλιπείς περιλήψεις.
Η κρίση αυτή υπογραμμίζει μια κρίσιμη λειτουργική διάσταση: η δυνατότητα ελέγχου εκ μέρους του οφειλέτη (right to verify) αποτελεί θεμελιώδη δικονομική εγγύηση. Η προσκόμιση ελλιπών εγγράφων δεν παρεμποδίζει μόνο τον δικαστικό έλεγχο, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα του οφειλέτη να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα άμυνάς του.

Γ. Χρονικό κενό στην εξουσία είσπραξης

Ο τρίτος λόγος αφορά ένα τεχνικό, αλλά ουσιώδες ζήτημα: το χρονικό κενό στη νομιμοποίηση κατά τη μεταβατική περίοδο μεταξύ διαδοχικών τιτλοποιήσεων. Το Εφετείο πιθανολόγησε, ότι η εξουσία είσπραξης υπέρ της αλλοδαπής SPV ενεργοποιήθηκε τυπικά μόλις τον Νοέμβριο 2023. Κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα — και δη κατά τη δεύτερη τιτλοποίηση — δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη νόμιμης εξουσίας είσπραξης από την προηγούμενη φερόμενη δικαιούχο.
Το εύρημα αυτό αναδεικνύει μια δομική αδυναμία στον μηχανισμό των αλλεπάλληλων τιτλοποιήσεων: εφόσον κάθε τιτλοποίηση δημιουργεί νέα SPV ως φορέα της απαίτησης, απαιτείται αδιάλειπτη αλυσίδα εξουσιοδότησης. Η ύπαρξη «κενών» — ακόμη και βραχυχρόνιων — δύναται να θέσει υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα πράξεων εκτέλεσης, που βασίστηκαν ή εκκίνησαν κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο.

III. Αξιολόγηση και συνέπειες για την αγορά NPLs

Η απόφαση 131/2025, που υποστηρίχθηκε από τον Δικηγορικό Οίκο «LEKAKKOU & ASSOCIATES LAW FIRM» εντάσσεται σε μια ευρύτερη νομολογιακή τάση ενίσχυσης του δικαστικού ελέγχου επί των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδονται από εταιρείες διαχείρισης.
Η σημασία της δεν περιορίζεται στο επίπεδο του ad hoc δικονομικού αποτελέσματος, αλλά εκτείνεται σε τρία ευρύτερα πεδία:
Πρώτον, ως προς την ερμηνεία του Ν. 4354/2015: η απόφαση αποσαφηνίζει, ότι ο συστατικός τύπος δημοσιότητας δεν αποτελεί απλή διοικητική διατύπωση, αλλά ουσιαστική προϋπόθεση εγκυρότητας της ανάθεσης διαχείρισης. Η ελλιπής τήρηση του τύπου αυτού καθιστά τη σύμβαση ανάθεσης ελαττωματική, με άμεση συνέπεια τον κλονισμό της νομιμοποίησης του Servicer.
Δεύτερον, ως προς τη λειτουργία της δευτερογενούς αγοράς: η απαίτηση πλήρους τεκμηρίωσης της αλυσίδας μεταβιβάσεων δημιουργεί κίνητρα για αυξημένη επιμέλεια (due diligence) κατά τη δόμηση συναλλαγών τιτλοποίησης. Οι φορείς διαχείρισης καλούνται να εξασφαλίζουν πλήρη νομιμοποιητική τεκμηρίωση ex ante, αντί να εμπιστεύονται τη δικαστική ανοχή ex post.
Τρίτον, ως προς την προστασία του οφειλέτη: η απόφαση ενισχύει τη δικονομική θέση του εγγυητή-οφειλέτη, υπενθυμίζοντας ότι η ταχύτητα εκκαθάρισης NPLs δεν δύναται να υπερισχύσει των θεμελιωδών δικονομικών εγγυήσεων. Η δυνατότητα πλήρους ελέγχου της νομιμότητας της επίσπευσης αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.
Η απόφαση 131/2025 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας επιβεβαιώνει, ότι η τήρηση του συστατικού τύπου δημοσιότητας, η πλήρης τεκμηρίωση της αλυσίδας μεταβιβάσεων και η αδιάλειπτη εξουσία είσπραξης αποτελούν αμετακίνητες προϋποθέσεις για τη νόμιμη επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης.
Για τους φορείς διαχείρισης NPLs, η απόφαση λειτουργεί ως υπενθύμιση, ότι η τυπική συμμόρφωση δεν αποτελεί γραφειοκρατική επιβάρυνση, αλλά θεμελιώδη νομική υποχρέωση, η παράβαση της οποίας δύναται να ανατρέψει ολόκληρη τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.

www.bankingnews.gr