*Γράφει ο Λέανδρος Τ. Ρακιντζής, Αρεοπαγίτης ε.τ.
Ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη δήλωσε ότι με νομοθετική ρύθμιση οι τηλεφωνικές και ψηφιακές απάτες σε βάρος των ηλικιωμένων θα θεωρούνται κακουργήματα ανεξάρτητα του ποσού της ζημίας. Φυσικά η νομοθετική πρωτοβουλία, που απαιτεί τροπολογία του ΠΚ και ΚΠΔ, πρέπει να προέλθει από το αρμόδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης με το οποίο ασφαλώς ο ΥΠΠ θα είχε συνεννοηθεί για να προβεί στην παραπάνω δήλωση.
Δεν έχει δοθεί ακόμα σε δημοσιότητα το σχέδιο της νέας ρύθμισης και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατός ο σχολιασμός της. Νομίζω όμως, ότι η ρύθμιση πρέπει να είναι γενική για όλες τις απάτες που γίνονται τηλεφωνικά ή ψηφιακά ανεξάρτητα ποσού της ζημίας και της ηλικίας του θύματος, γιατί σε αντίθετη περίπτωση πρέπει να καθοριστεί με νόμο ποιος θεωρείται ηλικιωμένος, εξάλλου θύματα της παραπάνω απάτης μπορεί να είναι και οι βιολογικά γερασμένοι, οι μοναχικοί άνθρωποι, οι ανήμποροι και όσοι ανεξαρτήτως ηλικίας δεν έχουν κοινωνική πείρα και έτσι πέφτουν εύκολα θύματα της απάτης.
Από τις συλλήψεις που έχουν γίνει μέχρι τώρα (όχι πολλές) ενώ τα θύματα είναι πολλαπλάσια (σχεδόν καθημερινά δημοσιοποιείται μια τέτοια απάτη κυρίως στην περιφέρεια) προκύπτει ότι δράστες είναι κατά κανόνα Ρομά, αλλά κατά την προσωπική μου γνώμη είναι απλώς εκτελεστικά όργανα, ενώ άλλοι υπεράνω υποψίας από τον ευρύτερο οικονομικό-νομικό κύκλο σχεδιάζουν και κατευθύνουν τη δράση τους, γιατί κάποιες απάτες, ιδιαίτερα οι ψηφιακές, απαιτούν γνώσεις και δεξιότητες, που οι Ρομά κατά κανόνα δεν έχουν και αν όμως κάποιοι τις απέκτησαν μπορεί εύκολα να εντοπιστούν από την Αστυνομία.
Σαφώς το νομοσχέδιο, αν ποτέ θεσπιστεί, έχει σκοπό να προστατεύσει τα ευάλωτα θύματα από τις παραπάνω απάτες και δεν έχει ρατσιστικό σκοπό, όπως πολλοί θα ισχυριστούν. Το σχετικό νομοσχέδιο, όταν τεθεί προς διαβούλευση, θα συναντήσει πολλές αντιδράσεις κυρίως συνταγματικής φύσεως, όπως ότι αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας απάτες με ζημία μικροποσών να θεωρούνται κακούργημα και άλλους ισχυρισμούς από τους αυτούς, που συνήθως αντιδρούν στην αυστηροποίηση των ποινών και υπερασπίζονται μόνο τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και όχι των θυμάτων και μάλιστα ασθενέστερων προσώπων, που χρειάζονται ιδιαίτερη προστασία από την Πολιτεία.
Πιστεύω ότι τελικά μετά από τους σχετικούς συμβιβασμούς θα θεσπιστεί ένα νομοσχέδιο που θα αντιμετωπίζει τις παραπάνω απάτες με τη γενική και ειδική πρόληψη της ποινής, διατηρώ όμως κάποιες επιφυλάξεις ως προς την αποτελεσματικότητα του νόμου για την αποτροπή τέλεσης παρομοίων εγκλημάτων από τους Ρομά, για τους οποίους πρέπει να ληφθούν ιδιαίτερα κοινωνικά και επαγγελματικής αποκατάστασης μέτρα. Σε κάθε περίπτωση θα είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για την αντιμετώπιση της μάστιγας των τηλεφωνικών και ψηφιακών απατών τόσο κατά την ειδική πρόληψη, γιατί θα εξουδετερώσει τον επαγγελματία δράστη απατών όσο κατά τη γενική πρόληψη λόγω της αυστηρότητας των ποινών, αν επιβάλλονται χωρίς τις συνήθεις εκπτώσεις από τα δικαστήρια.
Σε γενικές γραμμές, αν θεσπιστεί η παραπάνω ρύθμιση σε συνδυασμό με κάποιες άλλες ρυθμίσεις στον ΠΚ και ΚΠΔ θα αντιμετωπιστούν πιο αποτελεσματικά οι τηλεφωνικές και ψηφιακές απάτες σε βάρος ευάλωτων πολιτών, γιατί όταν συλλαμβάνεται ο δράστης θα κρατείται προσωρινά μέχρι τη δίκη του, ενώ τώρα σε απάτες σε βαθμό πλημμελήματος αφήνεται ελεύθερος και συνεχίζει τη δράση του, σε περίπτωση καταδίκης ή έφεση δεν θα έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, ούτε η απόφαση θα μετατρέπεται σε χρηματική, που συνήθως πληρώνεται από τα χρήματα της απάτης, αλλά θα πρέπει να ενεργοποιηθεί ο θεσμός της κοινωφελούς εργασίας για την έκτιση των ποινών.
Νομίζω όμως και με δεδομένο ότι μόνο μία στις δέκα από τις παραπάνω απάτες εξιχνιάζεται από την Αστυνομία, δεν πρέπει να ισχύσει ως προς τους κατά τα παραπάνω επαγγελματίες απατεώνες η διάταξη του άρθρου 405παρ.2ΠΚ, κατά την οποία αν ο δράστης της απάτης αποζημιώσει με δική του θέληση τον ζημιωθέντα, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται, γιατί τότε θα ικανοποιεί αμέσως τον συγκεκριμένο ζημιωθέντα με χρήματα από άλλες απάτες, θα αφήνεται ελεύθερος και θα συνεχίζει τη δράση του.
Νομίζω ότι με την ενημέρωση ου κοινού πως να αποφεύγει τις απάτες, τη θέσπιση της παραπάνω ρύθμισης, την εντατικοποίηση των αστυνομικών ελέγχων κυρίως των κλεπταποδόχων, στους οποίους διοχετεύουν τα κλοπιμαία, με τη συνεργασία των τηλεφωνικών εταιρειών για τον έλεγχο των πακιστανικών τηλεφώνων, που χρησιμοποιούνται από τους απατεώνες, η με την τρέχουσα τεχνολογία τηλεφωνική και ψηφιακή απάτη μπορεί να αντιμετωπιστεί. Φοβάμαι όμως για την επόμενη φάση της απάτης με τη χρήση της Τεχνικής Νοημοσύνης, γι’ αυτό η Αστυνομία πρέπει να εξουδετερώσει έγκαιρα τα διευθυντικά κέντρα της απάτης και όχι μόνο τα εκτελεστικά όργανα, που είναι αναλώσιμα.

















