Σημαντική δικαστική απόφαση για την προστασία των επιχειρήσεων από τις ηλεκτρονικές απάτες εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (υπ’ αριθ. 9179/2026). Η απόφαση δικαιώνει πλήρως εταιρεία που έπεσε θύμα phishing, υποχρεώνοντας την τράπεζα να αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία της, παρότι προηγουμένως αρνούνταν εγγράφως να την αποζημιώσει.

Η υπόθεση αφορούσε ηλεκτρονική απάτη όπου, μέσω παραπλανητικής επικοινωνίας και ιστοσελίδας που μιμούταν εκείνη της τράπεζας, τρίτοι απέκτησαν πρόσβαση στο e-banking και πραγματοποίησαν δεκατρείς διαδοχικές μεταφορές συνολικού ύψους 100.300 ευρώ από τον εταιρικό λογαριασμό.

Κεντρικό νομικό ζήτημα υπήρξε η εφαρμογή του ν. 4537/2018 για τις υπηρεσίες πληρωμών και τους κανόνες γύρω από τις μη εγκεκριμένες συναλλαγές, το βάρος απόδειξης και τη βαριά αμέλεια. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απλή καταγραφή της χρήσης ενός μέσου πληρωμής δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι η συναλλαγή εγκρίθηκε από τον πληρωτή ή ότι αυτός ενήργησε με δόλο ή βαριά αμέλεια.

Όπως επεσήμανε το Δικαστήριο, η τράπεζα έφερε το βάρος να αποδείξει συγκεκριμένη συμπεριφορά του χρήστη που να υπερβαίνει την απλή αμέλεια. Παρά το γεγονός ότι ο εξουσιοδοτημένος χρήστης της εταιρείας συνέβαλε στην απάτη, η συμπεριφορά του δεν κρίθηκε ως βαριά αμέλεια, λαμβάνοντας υπόψη τον ιδιαίτερα παραπλανητικό χαρακτήρα της μεθόδου phishing ο οποίος είναι γνωστός στις Τράπεζες και οφείλουν να λαμβάνουν συγκεκριμένα αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία των πελατών τους.

Παράλληλα, η απόφαση στάθηκε στις αυξημένες υποχρεώσεις ασφαλείας της τράπεζας. Σημειώθηκε ότι το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα οφείλει να διαθέτει αποτελεσματικούς μηχανισμούς εντοπισμού ύποπτων συναλλαγών, αξιολογώντας αρνητικά το γεγονός ότι μέσα σε περίπου είκοσι λεπτά εκτελέστηκαν δεκατρείς διαδοχικές μεταφορές σημαντικών ποσών χωρίς να ενεργοποιηθεί μηχανισμός αποτροπής ή έγκαιρης ειδοποίησης.

Το Δικαστήριο υποχρέωσε την τράπεζα να καλύψει ολόκληρη την περιουσιακή ζημία, αφαιρώντας μόνο το ποσό των 50 ευρώ που προβλέπει ο νόμος για τον πληρωτή, επιδικάζοντας στην εταιρεία 100.250 ευρώ με νόμιμο τόκο από τις 23 Ιανουαρίου 2023 (ημερομηνία της εξώδικης όχλησης) έως την εξόφληση. Επιπλέον, αναγνωρίζοντας ότι η παράνομη συμπεριφορά της τράπεζας έπληξε την επαγγελματική πίστη, τη φήμη και το κύρος του νομικού προσώπου, επιδίκασε επιπλέον 4.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η σημασία της απόφασης έγκειται στο ότι η προστασία από μη εγκεκριμένες ηλεκτρονικές συναλλαγές εφαρμόζεται και υπέρ εταιρικού λογαριασμού, με το Δικαστήριο να μην αρκείται στην εξ ελαφράς αμέλειας παράδοση των κωδικών και των OTP για να απαλλάξει την τράπεζα, αλλά να εξετάζει ουσιαστικά τόσο τη συμπεριφορά του χρήστη όσο και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών ασφαλείας της.

Την υπόθεση χειρίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών παρ’ Εφέταις, Τέλλος Ν. Αγαπηνός, εταίρος της δικηγορικής εταιρείας «Ν. Τ. ΑΓΑΠΗΝΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ».

Πηγή lawnet.gr