*Λέανδρος Τ. Ρακιντζής, Αρεοπαγίτης ε.τ.
Στο διαδίκτυο δημοσιεύτηκε η είδηση, ότι ο Α.Π. αναίρεσε απόφαση Ποινικού Εφετείου, που απέρριψε ως μη νόμιμο και δεν εξέτασε κατά ουσία τον ισχυρισμό κατηγορούμενου, ότι η έφεσή του κατά καταδικαστικής απόφασης απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, γιατί ασκήθηκε από τον ίδιο μετά την πάροδο της προθεσμίας από την επίδοσή της στον αντίκλητό του, ενώ η άσκησή της ήταν εμπρόθεσμη, γιατί την άσκησε αμέσως μόλις τυχαία πληροφορήθηκε την καταδικαστική απόφαση. Ότι αντίκλητος και δικηγόρος του δεν τον είχε ενημερώσει για την υπόθεση ούτε για την επίδοση σε αυτόν της καταδικαστικής απόφασης, για τον οποίον ο ΑΠ δέχθηκε ότι το δικαστήριο όφειλε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό εξαντλώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία.
Οι πληροφορίες για την υπόθεση προέρχονται από σύντομη αναφορά στο διαδίκτυο, αλλά, εκτός του ότι δεν έχω υπόψη το κείμενο της απόφασης ΑΠ ούτε τον αριθμό της για να την αναζητήσω, από λόγους αρχής δεν σχολιάζω εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις.
Σε κάθε περίπτωση όμως ανέκυψε το ζήτημα για την ισχύ των επιδόσεων δικογράφων στον αντίκλητο των διαδίκων στην ποινική δίκη, γιατί οποιαδήποτε αμφισβήτηση του αποτελέσματος που επιφέρουν μπορεί να έχει επιπτώσεις στην ασφάλεια δικαίου δημιουργώντας αμφιβολία και σύγχυση για την εγκυρότητα δικαστικών πράξεων.
Κατά το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα απορρίπτεται ως απαράδεκτο, δηλαδή δεν ασκήθηκε εντός της προθεσμίας του ορίζει το άρθρο 473 παρ.1 ΚΠΔ από την επίδοση της απόφασης ή την απαγγελία της στο ακροατήριο, όταν παρίσταται ο κατηγορούμενος, όπως συμβαίνει και όταν εκπροσωπείται από δικηγόρο κατά το άρθρο 340 παρ.3 ΚΠΔ, οπότε θεωρείται παρών. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην έκθεση καταθέσεώς του γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή του. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας ή σύνεσης, ενώ ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν μπορεί να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο.
Αντίκλητος είναι το πρόσωπο που ορίζεται νόμιμα για να παραλαμβάνει επίσημα έγγραφα, δικόγραφα ή ειδοποιήσεις για λογαριασμό κάποιου άλλου. Η ρύθμιση του Κ.Πολ.Δ. σύμφωνα με την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος είναι αυτοδίκαια και αντίκλητος εφαρμόζεται και στην ποινική δίκη. Η επίδοση δικογράφων στον αντίκλητο ισοδυναμεί με επίδοση στον ίδιο τον κατηγορούμενο, όπως και η απαγγελία της απόφασης με παρουσία του δικηγόρου του, οπότε θεωρείται και ο κατηγορούμενος παρών και στις δύο περιπτώσεις, τότε αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων. Ο αντίκλητος στην ποινική δίκη δεν έχει από τον Κ.Ποιν.Δ. υποχρέωση να αναζητήσει ή να ενημερώσει προσωπικά τον κατηγορούμενο για τα έγγραφα, που του επιδόθηκαν. Ο ρόλος του συνίσταται μόνο στο να παραλαμβάνει δικόγραφα και λοιπά έγγραφα για λογαριασμό του κατηγορούμενου και αντί αυτού.
Όταν όμως ο αντίκλητος είναι δικηγόρος του κατηγορούμενου για συγκεκριμένη υπόθεση, τότε στην περίπτωση της μη ενημέρωσης του κατηγορούμενου για την επίδοση δικογράφων ή την έκδοση της ποινικής απόφασης μπορεί να ανακύπτουν αστικές ευθύνες για τον αντίκλητο με βάση τη σχέση εντολής, που τους συνδέει. Αυτό όμως ανάγεται στη μεταξύ τους εσωτερική σχέση και δεν επηρεάζει το κύρος της επίδοσης του δικογράφου στον αντίκλητο ούτε μπορεί να αποτελέσει in abstracto λόγο ανώτερης βίας για την εμπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου, γιατί σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος πρέπει να επιδείξει επιμέλεια για να πληροφορηθεί για τη δικαστική πορεία της υπόθεσής του. Σε αντίθετη περίπτωση ανακύπτει το ερώτημα για το εύρος της ερμηνείας και εφαρμογής διατάξεων νόμων από τα δικαστήρια, που πολλές φορές με την ερμηνεία μιας διάταξης ευθέως ή με εφαρμογή αλλοιώνουν το γράμμα και το σκοπό της.
Το πρόβλημα της ερμηνείας των νόμων είναι διαχρονικό σε σημείο, που ο σοφός αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουστινιανός είχε απαγορεύσει με διάταξη στους Πανδέκτες την ερμηνεία των νόμων από τους νομομαθείς με την εγγραφή σχολίων για αυτούς και διατήρησε μόνο για τον ίδιο το δικαίωμα για την ερμηνεία των νόμων.

















