Οριστικά, σε δικαστικό επίπεδο, τοποθετήθηκε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας στο ζήτημα της επαναφοράς των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους, με την υπ’ αριθ. 1201/2026 απόφασή της.
Η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι η επιλογή του νομοθέτη να μην επαναφέρει τα επιδόματα, τα οποία είχαν καταργηθεί ολοσχερώς με τον ν. 4093/2012, δεν παραβιάζει ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η υπόθεση έφθασε στην Ολομέλεια στο πλαίσιο πρότυπης δίκης και είχε ως αφετηρία αγωγή δημοσίου υπαλλήλου ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, υπέρ του οποίου είχε παρέμβει η ΑΔΕΔΥ. Ο ενάγων ζητούσε αποζημίωση αντίστοιχη προς τα επιδόματα εορτών και αδείας για τα έτη 2023 και 2024, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι η παράλειψη του νομοθέτη να τα επαναφέρει ήταν αντίθετη προς υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες.
Δεν υπάρχει συνταγματική υποχρέωση επαναφοράς
Κεντρικό σημείο της απόφασης αποτελεί η κρίση ότι η συνεχιζόμενη μη καταβολή των επιδομάτων δεν συνιστά αντισυνταγματική παράλειψη του νομοθέτη.
Το Δικαστήριο εξέτασε τη σημερινή οικονομική και μισθολογική πραγματικότητα και έκρινε ότι από τη μη επαναφορά των συγκεκριμένων παροχών δεν προκύπτει ότι τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων.
Παράλληλα, έλαβε υπόψη τις συνέπειες που θα είχε για τα δημόσια οικονομικά η οριζόντια επαναφορά δύο πρόσθετων μισθών στο σύνολο των υπαλλήλων του Δημοσίου. Στο πλαίσιο αυτό αναγνωρίζεται στον νομοθέτη ευρύ περιθώριο εκτίμησης κατά τη διαμόρφωση της μισθολογικής και δημοσιονομικής πολιτικής, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται τα συνταγματικά όρια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επομένως ότι το ΣτΕ δεν αντιμετωπίζει την κατάργηση των επιδομάτων αποκλειστικά ως ένα μέτρο της περιόδου της οικονομικής κρίσης. Εξετάζει εάν, υπό τις σημερινές συνθήκες, υφίσταται συνταγματική υποχρέωση του νομοθέτη να τα επαναφέρει και απαντά αρνητικά.
Η διάσταση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η Ολομέλεια εξέτασε επίσης εάν διαφορετικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να προκύψει από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα από την Οδηγία (ΕΕ) 2022/2041 για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στο πλαίσιο αυτό συνεκτιμήθηκε και η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τα όρια της αρμοδιότητας της Ένωσης στον καθορισμό των αποδοχών.
Το ΣτΕ κατέληξε ότι ούτε από το ενωσιακό δίκαιο μπορεί να συναχθεί υποχρέωση της ελληνικής Πολιτείας να επαναφέρει τον 13ο και τον 14ο μισθό στους δημοσίους υπαλλήλους. Η ρύθμιση των αποδοχών εξακολουθεί, κατά βάση, να βρίσκεται στο πεδίο αρμοδιότητας του εθνικού νομοθέτη.
Το ζήτημα περνά πλέον στον νομοθέτη
Η απόφαση 1201/2026 έχει ευρύτερη σημασία, καθώς ουσιαστικά διαχωρίζει το νομικό από το πολιτικό και δημοσιονομικό σκέλος της συζήτησης.
Το ΣτΕ δεν κρίνει εάν θα ήταν κοινωνικά ή οικονομικά σκόπιμη η επαναφορά των επιδομάτων. Κρίνει εάν το Σύνταγμα ή το ευρωπαϊκό δίκαιο υποχρεώνουν τον νομοθέτη να προχωρήσει σε αυτήν.
Η απάντηση της Ολομέλειας είναι αρνητική. Κατά συνέπεια, μετά την απόφαση 1201/2026, η ενδεχόμενη επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο παραμένει πρωτίστως ζήτημα νομοθετικής και δημοσιονομικής πολιτικής και όχι συνταγματική ή ενωσιακή υποχρέωση του κράτους.

















