Γράφει ο Δημήτριος Α. Λυρίτσης
Σύμβουλος Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών
Η ΚΥΑ για τον επαναπροσδιορισμό των εκκρεμών Ανακοπών αποτελεί το εκτελεστικό στάδιο μιας συγκεκριμένης πολιτικής επιλογής, η οποία θεσπίστηκε με τα άρθρα 128–142 του ν. 5221/2025, επεκτάθηκε με τον ν. 5264/2025 και τροποποιήθηκε ξανά με το άρθρο 60 του ν. 5326/2026, μόλις επτά ημέρες πριν από τη δημοσίευση της ΚΥΑ.
Ο πυρήνας της ρύθμισης είναι πολιτικός, οι ανακοπές με δικασίμους μετά τις 16 Σεπτεμβρίου 2027 λογίζονται αυτοδικαίως αποσυρθείσες και μπορούν να διατηρηθούν μόνο εάν ο ανακόπτων και ο δικηγόρος του ολοκληρώσουν εμπρόθεσμα μια νέα, αποκλειστικά ηλεκτρονική διαδικασία επαναπροσδιορισμού. Η ίδια η επιβίωση μιας ήδη ανοιχτής δίκης τίθεται εκ νέου υπό αίρεση.
—-
1. Η κυβέρνηση μετακυλίει στον πολίτη την ευθύνη της δικής της αποτυχίας.
Οι ανακοπές έχουν ασκηθεί νόμιμα και έχουν λάβει δικασίμους έως το 2039. Την καθυστέρηση δεν τη δημιούργησαν οι διάδικοι, αλλά η υποστελέχωση και η οργανωτική αδυναμία της Δικαιοσύνης. Αν στόχος ήταν η επιτάχυνση, η λύση θα ήταν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός και η εξατομικευμένη ενημέρωση, όπως έχει γίνει και στο παρελθόν. Αντί γι’ αυτό, επαναλαμβάνεται το μοντέλο του ν. 3869/2010, όπου ο πολίτης υποχρεώνεται να διασώσει με νέα αίτηση μια ήδη εκκρεμή υπόθεση, αναλαμβάνοντας κόστος και κινδύνους ακόμη και για περιστάσεις έξω από τη σφαίρα επιρροής του. Η κυβέρνηση δεν θεραπεύει την κρατική δυσλειτουργία αλλά τη μεταφέρει στον πολίτη και βαφτίζει «εκκαθάριση» την ενδεχόμενη απώλεια ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων του.
—-
2. Η συνέπεια του νόμου είναι η απώλεια δικαιωμάτων και όχι η επιτάχυνση της δικαιοσύνης.
Αν δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα η αίτηση επαναπροσδιορισμού, η αρχική ανακοπή λογίζεται ως μηδέποτε ασκηθείσα και η προσωρινή διαταγή ή η αναστολή εκτέλεσης καταργείται αυτοδικαίως. Δεν προηγείται νέα δικαστική κρίση. Δεν εξετάζεται αν υπήρξε πραγματική ενημέρωση, τεχνικό πρόβλημα, ελλιπής κρατική καταχώριση, αλλαγή πληρεξουσίου ή άλλη δικαιολογημένη αιτία. Δεν σταθμίζεται ο κίνδυνος για την κατοικία ή την περιουσία του ανακόπτοντος. Μία διαδικαστική παράλειψη αρκεί για να εξαφανιστεί αναδρομικά ένα ήδη ασκημένο ένδικο βοήθημα και να αρθεί προστασία που είχε ήδη χορηγήσει δικαστικά. Η κύρωση είναι προφανώς βαρύτερη από τον οργανωτικό σκοπό που υποτίθεται ότι υπηρετεί ο νόμος και εγείρει σοβαρό ζήτημα αναλογικότητας και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Η πολιτεία δεν μπορεί να βαφτίζει «επιτάχυνση» την αυτοδίκαιη κατάργηση μιας δίκης πριν αυτή δικαστεί.
—-
3. Τα τέσσερα αποκλειστικά παράθυρα είναι επιλογή του Υπουργείου.
Η ΚΥΑ δεν έδωσε μια κοινή προθεσμία επαναπροσδιορισμού μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου. Δημιούργησε τέσσερα διαφορετικά αποκλειστικά παράθυρα: τον Σεπτέμβριο για δικασίμους έως το 2029, τον Οκτώβριο για τα έτη 2030–2032, τον Νοέμβριο για τα έτη 2033–2035 και τον Δεκέμβριο για τα έτη 2036–2039. Ο κατακερματισμός αυτός αποτελεί κανονιστική επιλογή του Υπουργείου, που αθέτησε τη δημόσια δέσμευση του προς τους Δικηγορικούς Συλλόγους για ενιαία προθεσμία έως 31.12.2026. Η ΚΥΑ δημοσιεύθηκε στις 11 Αυγούστου και το πρώτο αποκλειστικό παράθυρο ανοίγει την 1η Σεπτεμβρίου, μέσα στις δικαστικές διακοπές. Η κυβέρνηση νομοθετεί και τροποποιεί το πλαίσιο στο παρά πέντε, αλλά απαιτεί από πολίτες και δικηγόρους απόλυτη ακρίβεια, με κύρωση την εξαφάνιση της ανακοπής.
—-
4. Προσχηματική η προηγούμενη ενημέρωση του πληρεξούσιου δικηγόρου.
Για μια τόσο βαριά συνέπεια θα έπρεπε να αποτελεί απαράβατη προϋπόθεση η αποδεδειγμένη, εξατομικευμένη ενημέρωση κάθε ανακόπτοντος. Αντί γι’ αυτό, το σύστημα στηρίζεται σε ανακοίνωση στην ηλεκτρονική πύλη και σε email προς διευθύνσεις που αντλούνται από τα μητρώα των δικηγόρων. Όμως πρόκειται για υποθέσεις πολλών ετών. Η επαγγελματική σχέση μπορεί να έχει λήξει, ο αρχικός πληρεξούσιος να έχει αλλάξει ή τα στοιχεία επικοινωνίας να μην ανταποκρίνονται πλέον στην πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, ο νόμος δεν εξαρτά την απώλεια της ανακοπής από αποδεδειγμένη προσωπική γνώση του διαδίκου. Μια μαζική ανακοίνωση και ένα ηλεκτρονικό μήνυμα δεν μπορούν να έχουν μεγαλύτερη δικονομική ισχύ από ένα νομίμως κατατεθειμένο δικόγραφο. Όσο βαρύτερη είναι η κύρωση, τόσο ασφαλέστερη οφείλει να είναι η ενημέρωση.
—-
5. Ο δικηγόρος μετατρέπεται σε άμισθο εκκαθαριστή του κρατικού αρχείου.
Εάν η ανακοπή δεν εμφανίζεται στην πλατφόρμα, ο δικηγόρος πρέπει να απευθυνθεί στη γραμματεία, να αναζητήσει τα στοιχεία και, υπό προϋποθέσεις, να δημιουργήσει χειροκίνητα την αίτηση, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την ορθότητα των καταχωρίσεων. Εάν παρουσιαστεί τεχνικό σφάλμα, η προβλεπόμενη «λύση» είναι να επιχειρήσει εκ νέου. Δεν προβλέπεται σαφής εναλλακτικός τρόπος εμπρόθεσμης κατάθεσης, αυτόματη κατοχύρωση του χρόνου μιας αποτυχημένης προσπάθειας ή ρητή παράταση όταν ευθύνεται η πλατφόρμα ή το κρατικό αρχείο. Το κράτος διαθέτει τον δικαστικό φάκελο αλλά ζητά από τον δικηγόρο να τον ανασυστήσει ψηφιακά και να αναλάβει επαγγελματική ευθύνη για ελλείψεις που δεν δημιούργησε. Ο δικηγόρος δεν είναι ούτε υπάλληλος του Υπουργείου ούτε η τεχνική υποστήριξη της πλατφόρμας. Είναι συλλειτουργός της Δικαιοσύνης και υπερασπιστής του εντολέα του.
—-
6. Ο ισχυρισμός ότι «τα δικαιώματα παραμένουν ως έχουν» διαψεύδεται από τον νόμο.
Το Υπουργείο διαβεβαιώνει ότι η διαδικασία εφαρμόζεται «χωρίς απολύτως κανέναν περιορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων». Το ίδιο το νομοθετικό κείμενο το διαψεύδει. Μετά την αίτηση ακολουθούν νέα επίδοση εντός 30 ημερών, προθεσμίες για προτάσεις και αποδεικτικό υλικό, ιδιαίτερη προθεσμία για πρόσθετους λόγους και νέα απαράδεκτα. Κατά κανόνα δεν εξετάζονται μάρτυρες, δεν επιτρέπεται αναβολή και η υπόθεση μπορεί να συζητηθεί χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των δικηγόρων τους. Δεν αλλάζει, λοιπόν, μόνο η ημερομηνία εκδίκασης. Αλλάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κριθεί η ανακοπή, περιορίζεται η προφορικότητα και δημιουργείται μια αλληλουχία προθεσμιών και κυρώσεων. Ένα δικαίωμα που διατηρείται μόνο εφόσον ο πολίτης και ο δικηγόρος του ξεπεράσει διαδοχικές παγίδες δεν «παραμένει ως έχει».
—-
7. Η πρόβλεψη του Υπουργείου για επαναπροσδιορισμό μόνο 35%–40% των εκκρεμών υποθέσεων.
Το Υπουργείο αναφέρει περίπου 36.500 εκκρεμείς ανακοπές, από τις οποίες σχεδόν 33.000 βρίσκονται στο Πρωτοδικείο Αθηνών, και «πιθανολογεί» ότι θα επαναπροσδιοριστεί και θα συζητηθεί μόνο το 35%–40%. Δηλαδή περίπου 13.000 – 15.000 υποθέσεις. Τι ακριβώς υπολογίζεται ότι θα συμβεί στις υπόλοιπες 22.000 – έως 24.000; Πόσες έχουν ήδη κριθεί ή είναι πράγματι ανενεργές; Πόσες θεωρεί το Υπουργείο ότι δεν θα επιβιώσουν των νέων προθεσμιών; Με ποια στοιχεία και ποια μεθοδολογία προέκυψε αυτό το ποσοστό; Η κυβερνητική ανάλυση συνεπειών μιλά για «στατιστικώς εκκρεμείς», ανενεργές υποθέσεις και «πλασματική» εικόνα φόρτου, χωρίς να τις ποσοτικοποιεί. Χωρίς δημοσιοποίηση των δεδομένων, το 35%–40% δεν αποτελεί δείκτη ταχύτερης απονομής δικαιοσύνης. Αποτελεί ανεξήγητη πρόβλεψη δραστικής μείωσης του αριθμού των υποθέσεων που θα φτάσουν σε δικαστή. Αν η επιτυχία μετρηθεί με βάση το πόσες δίκες εξαφανίστηκαν από το πινάκιο και όχι με βάση το πόσες κρίθηκαν ταχύτερα επί της ουσίας, τότε δεν μιλάμε για δικαστική μεταρρύθμιση αλλά για λογιστική τακτοποίηση.
—-
8. Η κυβερνητική πρωτοβουλία είναι κοινωνικά και πολιτικά μεροληπτική.
Η ίδια η Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης δηλώνει ως μακροπρόθεσμο στόχο τη στήριξη της αποτελεσματικής λειτουργίας του τραπεζικού και επενδυτικού πλαισίου, ιδίως στο πεδίο των πλειστηριασμών. Αυτό αποτελεί διακηρυγμένος κυβερνητικός στόχος και όχι αυθαίρετη πολιτική ερμηνεία. Όταν, λοιπόν, μια ανακοπή λογίζεται ως μηδέποτε ασκηθείσα και η αναστολή καταργείται, οι συνέπειες δεν κατανέμονται ισότιμα. Ο ανακόπτων χάνει τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου και την προσωρινή προστασία του. Ο επισπεύδων πιστωτής —συχνά τράπεζα, fund ή εταιρεία διαχείρισης— απαλλάσσεται από την εκκρεμή αμφισβήτηση και διατηρεί ανοικτό τον δρόμο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Πίσω από την ουδέτερη γλώσσα της «εκκαθάρισης» εκκρεμών υποθέσεων βρίσκεται μια καθαρή μετατόπιση του κινδύνου υπέρ του πιστωτικού και επενδυτικού συστήματος και σε βάρος εκείνου που ζητά δικαστική προστασία.
—-
9. Οι δικάσιμοι φτάνουν στο 2039 — το 2028 δεν στηρίζεται σε σχέδιο.
Το ίδιο το Υπουργείο παραδέχεται ότι οι εκκρεμείς ανακοπές έχουν δικασίμους έως το 2039, ενώ εκφράζει την «ελπίδα» να εκδικαστούν έως το 2028. Αν τα δικαστήρια μπορούν να απορροφήσουν 36.500 υποθέσεις μέσα σε δύο χρόνια, γιατί οι δικάσιμοι φτάνουν σήμερα δεκατρία χρόνια μπροστά; Και αν δεν μπορούν, με ποιους πρόσθετους δικαστές, υπαλλήλους και ειδικά τμήματα θα επιτευχθεί ο στόχος; Κανένα συγκεκριμένο σχέδιο στελέχωσης και κατανομής του φόρτου δεν έχει δημοσιοποιηθεί. Αντίθετα, ο νόμος προβλέπει ότι, μόλις συμπληρωθεί η χρέωση κάθε δικαστή, ο προσδιορισμός θα γίνεται στον αόριστο «απολύτως αναγκαίο χρόνο», χωρίς ανώτατο όριο. Το ίδιο συνέβη με τον ν. 3869/2010, η κυβέρνηση εξήγγειλε εκκαθάριση έως το τέλος του 2021, αλλά τότε μόλις το 32% των αιτήσεων είχε λάβει νέα δικάσιμο. Έως και σήμερα εκδίδονται ακόμη πρωτόδικες αποφάσεις. Η προηγούμενη εξαγγελία διαψεύστηκε από την πραγματική δυνατότητα των δικαστηρίων.
—-
10. Η θεσμική απάντηση οφείλει να περάσει από την ενημέρωση στη διεκδίκηση.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΣΑ έχει εγκαίρως επισημάνει τον κίνδυνο απώλειας των δικαιωμάτων χιλιάδων διαδίκων. Η ενημέρωση των συναδέλφων για τη λειτουργία της πλατφόρμας είναι αναγκαία, αλλά ο ΔΣΑ δεν πρέπει να μετατραπεί από θεσμικό αντίβαρο σε κέντρο εκπαίδευσης για την εφαρμογή κυβερνητικών τετελεσμένων.
Ο ΔΣΑ οφείλει να αξιοποιήσει κάθε θεσμικό, δικαστικό και συνδικαλιστικό μέσο έως ότου αλλάξει η ρύθμιση και να απαιτήσει άμεση νομοθετική παρέμβαση με σκοπό:
1. Την κατάργηση της κύρωσης της «μηδέποτε ασκηθείσας» ανακοπής και της αυτοδίκαιης άρσης των προσωρινών διαταγών και των αναστολών εκτέλεσης.
2. Τη θέσπιση ενιαίας και επαρκούς προθεσμίας επαναπροσδιορισμού, τουλάχιστον έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
3. Τη διασφάλιση αποδεδειγμένης και εξατομικευμένης ενημέρωσης κάθε ανακόπτοντος, πριν από την ενεργοποίηση οποιασδήποτε κύρωσης.
4. Την πρόβλεψη δυνατότητας θεραπείας των παραλείψεων και ρητής προστασίας σε περίπτωση τεχνικού σφάλματος, ελλιπούς κρατικής καταχώρισης, ανωτέρας βίας ή υπαιτιότητας τρίτου.
5. Την καθιέρωση εναλλακτικού τρόπου εμπρόθεσμης κατάθεσης και την απαλλαγή του δικηγόρου από την ευθύνη για σφάλματα των κρατικών αρχείων ή της πλατφόρμας.
6. Τη δημοσιοποίηση της μεθοδολογίας βάσει της οποίας προέκυψε το ποσοστό 35%–40% και την κατάρτιση συγκεκριμένου σχεδίου δικαστικής χωρητικότητας, με επαρκή αριθμό δικαστών, ειδικά τμήματα, γραμματειακή υποστήριξη και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα.
Η Δικαιοσύνη επιταχύνεται όταν δικάζει — όχι όταν διαγράφει υποθέσεις από τα πινάκια.

















