Γράφει ο Λεωνίδας Χρ. Στάμος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Γιατί η Κύπρος πλήρωσε τη διάσωση των τραπεζών της με κούρεμα
καταθέσεων και η Ελλάδα με εγγυήσεις και δημόσιο χρήμα; Η βολική
απάντηση μιλά για ένα δόγμα που άλλαξε το 2013.
Η πραγματική είναι
σκληρότερη: στην Ελλάδα δεν είχε απομείνει τίποτε ιδιωτικό να κουρευτεί.
Οι πιστωτές που θα πλήρωναν είχαν προλάβει να φύγουν — και τη θέση τους
είχε πάρει, αθόρυβα, ο φορολογούμενος.
Τα στοιχεία είναι της ίδιας της Τραπέζης της Ελλάδος. Από το 2001 έως το
2008 η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα υπερτριπλασιάστηκε, από 74,6 σε
249,3 δισ. ευρώ, με το ιδιωτικό χρέος να φθάνει το 107% του ΑΕΠ. Η
τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων εκτινάχθηκε από το 34% στο
57% του ΑΕΠ και η καταναλωτική πίστη από το 5% στο 16%. Και το
κρισιμότερο: τον Οκτώβριο του 2008, με τη Lehman Brothers να έχει ήδη
καταρρεύσει, οι τράπεζες δάνειζαν τις επιχειρήσεις με ρυθμό +24% ετησίως.
Τον ίδιο μήνα ψηφιζόταν ο ν. 3723/2008, το «πακέτο των 28 δισ.»: το Δημόσιο
εγγυόταν ένα σύστημα την ώρα που εκείνο ακόμη φούσκωνε τη φούσκα.
Η υπερεπέκταση αυτή δεν χρηματοδοτήθηκε από αποταμιεύσεις αλλά από
διεθνή διατραπεζικό δανεισμό, με τον δείκτη δανείων προς καταθέσεις πάνω
από το 100%. Όταν το 2009 η χονδρική χρηματοδότηση στέρεψε, στήθηκε το
κύκλωμα υποκατάστασης: οι τράπεζες εξέδιδαν ομόλογα στον εαυτό τους, το
Δημόσιο τα εγγυόταν, και οι τίτλοι αυτοί — χωρίς αγοραστή, χωρίς αγοραία
τιμή, με μόνη υπόσταση την κρατική υπογραφή — ενεχυριάζονταν στην ΕΚΤ
και στον ELA για πραγματική ρευστότητα.
Κανένας κανόνας δεν το εμπόδιζε:
επί Βασιλείας ΙΙ δεσμευτικοί δείκτες ρευστότητας δεν υπήρχαν.
Ο μόνος περιορισμός ήταν να βρίσκεις χορηγό — και χορηγός έγινε το κράτος.
Παράλληλα, οι καταθέτες έφευγαν. Από το ιστορικό υψηλό των 237,5 δισ.
(αρχές 2010), οι καταθέσεις κατρακύλησαν στα 150 δισ. το 2012 και στα 120,8
δισ. τον Ιούλιο του 2015. Πρώτα έφυγαν τα μεγάλα, ανασφάλιστα κεφάλαια —
η μόνη μάζα που θα μπορούσε νόμιμα να κουρευτεί. Ό,τι έμεινε ήταν κατά
συντριπτικό ποσοστό μικρές, εγγυημένες καταθέσεις, εκτός κουρέματος εξ
ορισμού. Κάθε ευρώ που έφευγε αντικαθίστατο από ευρώ του
Ευρωσυστήματος: τον Ιούνιο του 2015 ο ELA άγγιζε τα 90 δισ. και η συνολική
χρηματοδότηση του Ευρωσυστήματος τα 130 δισ. — περισσότερα από
ολόκληρη την καταθετική βάση. Ο μεγαλύτερος «καταθέτης» των ελληνικών
τραπεζών ήταν πλέον η ίδια η κεντρική τράπεζα.
Η σύγκριση με την Κύπρο φωτίζει το ίδιο σημείο από την ανάποδη. Εκεί, τον
Μάρτιο του 2013, ο τραπεζικός τομέας ήταν πολλαπλάσιος του ΑΕΠ και το
ΔΝΤ, επικαλούμενο τη βιωσιμότητα του χρέους, δεν δεχόταν δάνειο
μεγαλύτερο των 10 δισ. Το κενό έπρεπε να καλυφθεί εσωτερικά — και
εσωτερικά υπήρχε ακόμη τι να κοπεί: ένα τεράστιο, εν πολλοίς αλλοδαπό,
ανασφάλιστο καταθετικό απόθεμα που δεν είχε προλάβει να φύγει.
Η Κύπρος κουρεύτηκε επειδή τη στιγμή μηδέν διέθετε ιδιώτες πιστωτές. Στην Ελλάδα, το
αντίστοιχο απόθεμα είχε ήδη εξαϋλωθεί σε δύο κύματα φυγής.
Ιδού λοιπόν η απάντηση. Το bail-in δεν αποφεύχθηκε από ευσπλαχνία, αλλά
επειδή ο πιστωτής που θα έπρεπε να κουρευτεί ήταν το ίδιο το Ευρωσύστημα
— και η ΕΚΤ δεν κουρεύει τον εαυτό της. Εξοφλείται. Η Ελλάδα «διασώθηκε»
επειδή τους ιδιώτες πιστωτές της τους είχε ήδη αποχαιρετήσει.
Το αφήγημα, βεβαίως, χρειαζόταν και ηθική βάση, και τη βρήκε στο PSI: οι
τράπεζες παρουσιάστηκαν ως θύματα του κράτους που κούρεψε τα ομόλογά
του, με ζημίες 37,7 δισ. κατά την έκθεση της ΤτΕ του 2012. Αληθές — αλλά
μισό. Η ίδια έκθεση κατέγραφε χωριστά και τις αναμενόμενες ζημίες
πιστωτικού κινδύνου από τα δανειακά χαρτοφυλάκια, το δεύτερο σκέλος της
τ ρ ύπα ς — όχ ι κ ρ α τ ι κ ή ς πρ ο έ λ ε υ σ η ς , α λ λά ωρ ί μ α ν σ η τ η ς
υπερχρηματοδότησης του 2001–2008, με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να
εκτοξεύονται από το 5% το 2008 στο 21,5% το 2012 και κοντά στο 50% το
2016. Το PSI λειτούργησε ως λογιστικό άλλοθι: απορρόφησε αφηγηματικά όλη
την ευθύνη, ώστε η αυτοπροκληθείσα ζημία να μην καταλογιστεί ποτέ σε
κανέναν.
Γι’ αυτό και η αποκαλυπτική βιασύνη του Νοεμβρίου 2015: η
ανακεφαλαιοποίηση έκλεισε εσπευσμένα πριν από την 1.1.2016, ημερομηνία
πλήρους ενεργοποίησης του bail-in της οδηγίας BRRD — διαφορετικά θα
κουρεύονταν υποχρεωτικά ομολογιούχοι και, ενδεχομένως, ό,τι ανασφάλιστο
είχε απομείνει. Η προθεσμία δεν προστάτευε τον καταθέτη, που είτε είχε φύγει
είτε ήταν εγγυημένος. Προστάτευε τη σειρά κατάταξης του επίσημου τομέα και
του ΤΧΣ.
Και ο λογαριασμός δεν σταμάτησε εκεί. Κατά το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό
Συνέδριο, ως το τέλος του 2016 το Δημόσιο είχε διαθέσει στις τράπεζες
κεφάλαια 45,4 δισ., με ανακτήσιμα, στην καλύτερη περίπτωση, 8,9 δισ.
Κρατική έγινε και η κεφαλαιακή επάρκεια: με τον αναβαλλόμενο φόρο (DTC),
μελλοντικές απαιτήσεις κατά του Δημοσίου μετατράπηκαν σε εποπτικά
κεφάλαια, που ως σήμερα στηρίζουν τον πυρήνα των συστημικών τραπεζών.
Ρευστότητα με κρατική εγγύηση, κεφάλαια με κρατική υπόσχεση, και στο τέλος
τιτλοποιήσεις με εγγύηση «Ηρακλή» για να εισπράξουν ιδιώτες τα δάνεια που
το ίδιο σύστημα χορήγησε με ανοιχτά μάτια.
Το ελληνικό bail-out δεν ήταν το αντίθετο του bail-in. Ήταν το bail-in του
Δημοσίου — σε δόσεις, χωρίς νόμο εξυγίανσης, χωρίς ψηφοφορία, με τον
λογαριασμό σε εκείνους που δεν ρωτήθηκαν ποτέ: τους φορολογούμενους.
Και μια τελευταία, ενοχλητική αλήθεια. Οι καταθέσεις που «επέστρεψαν» στα
χαρτιά δεν επέστρεψαν στην ουσία: σε πραγματικούς όρους υπολείπονται των
προ κρίσης επιπέδων, ενώ ο πυρήνας των εποπτικών κεφαλαίων παραμένει
κρατική υπόσχεση. Ένα σύστημα του οποίου κύριος χρηματοδότης, εγγυητής
και κεφαλαιοδότης είναι το ίδιο το Δημόσιο δεν πρόκειται ποτέ να υποστεί bailin
— θα υποστεί, ξανά, bail-out. Όσο δεν υπάρχουν ριζοσπαστικές αλλαγές
πολιτικής που θα κόψουν αυτόν τον ομφάλιο λώρο, το επόμενο τραπεζικό
ατύχημα έχει προδιαγεγραμμένη λύση: νέο μνημόνιο. Ο τελευταίος που
έμεινε στο τραπέζι δεν πληρώνει απλώς τον λογαριασμό. Έχει ήδη κρατημένη
θέση και για τον επόμενο.

















