Γράφει η Μαρία Παναγιώτου
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Από την 1η Ιουλίου 2026 η Ευρωπαϊκή Ένωση εισέρχεται σε μία νέα φάση ρύθμισης του ηλεκτρονικού εμπορίου.
Ο Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) 2026/1200 προσαρμόζει το τελωνειακό πλαίσιο στην κατάργηση της απαλλαγής από δασμούς για εισαγόμενα εμπορεύματα χαμηλής αξίας και στη θέσπιση προσωρινού δασμού 3 ευρώ για αποστολές έως 150 ευρώ.
Η μεταβολή αυτή αποτελεί μία πολιτική επιλογή με σημαντικές οικονομικές, εμπορικές και κοινωνικές προεκτάσεις, διότι επηρεάζει εκατομμύρια Ευρωπαίους καταναλωτές που πραγματοποιούν καθημερινά αγορές από πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου εγκατεστημένες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα τελευταία χρόνια η ευρωπαϊκή αγορά κατακλύστηκε από τεράστιο όγκο μικροδεμάτων προερχόμενων κυρίως από ασιατικές χώρες.
Προϊόντα εξαιρετικά χαμηλού κόστους κατέφθαναν καθημερινά στους Ευρωπαίους καταναλωτές μέσω διεθνών ηλεκτρονικών πλατφορμών. Το φαινόμενο αυτό δημιούργησε νέα καταναλωτικά πρότυπα, και ταυτόχρονα προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τον ανταγωνισμό, την είσπραξη δημοσίων εσόδων και την αποτελεσματικότητα των τελωνειακών ελέγχων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει ότι το προηγούμενο καθεστώς παρείχε ουσιαστικό πλεονέκτημα σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών εις βάρος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Ενώ ένας Ευρωπαίος έμπορος επιβαρύνεται με πλήθος κανονιστικών, φορολογικών και διοικητικών υποχρεώσεων, πολλές εισαγόμενες αποστολές χαμηλής αξίας επωφελούνταν από ευνοϊκές ρυθμίσεις οι οποίες περιόριζαν το πραγματικό κόστος εισαγωγής τους.
Υπό το πρίσμα αυτό, η Ένωση προχώρησε στην κατάργηση της τελωνειακής απαλλαγής για τα δέματα χαμηλής αξίας και εισήγαγε τον προσωρινό δασμό των 3 ευρώ. Παράλληλα, ενίσχυσε τους μηχανισμούς τελωνειακού ελέγχου ώστε να αποτρέπεται η τεχνητή κατάτμηση ή ομαδοποίηση αποστολών με σκοπό την αποφυγή επιβαρύνσεων. Οι τελωνειακές αρχές αποκτούν πλέον ευρύτερη δυνατότητα να εξετάζουν την πραγματική οικονομική φύση κάθε συναλλαγής και να αξιολογούν χωριστά τις επιμέρους εξ αποστάσεως πωλήσεις.
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει και η πρόβλεψη ότι, όταν δεν χρησιμοποιείται το ειδικό καθεστώς εισαγωγών, αρμόδιο για τη θέση των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία καθίσταται το τελωνείο του κράτους μέλους προορισμού. Με τη νέα διάταξη, όταν δεν χρησιμοποιείται το ειδικό καθεστώς IOSS (Import One Stop Shop), το αρμόδιο τελωνείο για την εισαγωγή πρέπει να βρίσκεται στο κράτος μέλος όπου καταλήγει το προϊόν.
Η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στην αποτελεσματικότερη είσπραξη των επιβαρύνσεων και στη βελτίωση της εποπτείας των διασυνοριακών συναλλαγών.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό. Ποιος θα επωμισθεί τελικά το κόστος της νέας πολιτικής;
Στην πράξη, ο τελικός αποδέκτης της επιβάρυνσης είναι συνήθως ο καταναλωτής. Ένα προϊόν μικρής αξίας που μέχρι σήμερα μπορούσε να αγοραστεί σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή, θα επιβαρύνεται πλέον με πρόσθετο κόστος. Για αγορές μικρού οικονομικού αντικειμένου, η επιβάρυνση αυτή ενδέχεται να αντιστοιχεί σε σημαντικό ποσοστό της τελικής τιμής.
Από την άλλη πλευρά, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αναμένεται να αποκτήσουν ανταγωνιστικότερο περιβάλλον λειτουργίας. Η εξίσωση των τελωνειακών βαρών μεταξύ ευρωπαϊκών και εξωενωσιακών προμηθευτών δύναται να περιορίσει στρεβλώσεις που επί σειρά ετών επηρέαζαν την αγορά λιανικής πώλησης.
Η συζήτηση υπερβαίνει τα όρια του τελωνειακού κώδικα και αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής και αναδεικνύει ένα θεμελιώδες δίλημμα της εποχής μας. Μέχρι ποιο σημείο μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να προστατεύει την εσωτερική αγορά της χωρίς να αυξάνει το οικονομικό βάρος των πολιτών της;
Η απάντηση θα δοθεί τους επόμενους μήνες, όταν οι καταναλωτές θα διαπιστώσουν στην πράξη εάν ο νέος δασμός αποτελεί εργαλείο εξισορρόπησης του ανταγωνισμού ή ακόμη μία επιβάρυνση που μετακυλίεται τελικώς στο πορτοφόλι τους. Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν βέβαιο ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο στην Ευρώπη εισέρχεται σε μία νέα κανονιστική πραγματικότητα, της οποίας οι συνέπειες θα αποτυπωθούν τόσο στην αγορά όσο και στην καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών.

















