Γράφει η Κωνσταντίνα Λεκκάκου, Δικηγόρος – Τραπεζική Διαμεσολαβήτρια
Δικηγορικά γραφεία «Λεκκάκου & Συνεργάτες»
Με αφορμή πρόσφατη περίπτωση επιτυχούς αίτησης αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης, αναλύεται η συνδυασμένη επίκληση των άρθρων 626, 628, 632 και 633 ΚΠολΔ ως προς την έγγραφη απόδειξη της ενεργητικής νομιμοποίησης του αιτούντος και των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, ως προς την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, με κεντρικό συμπέρασμα την ανάδειξη της διαπραγμάτευσης σε αυτοτελές δικαστικά προστατευόμενο αγαθό.
1. Εισαγωγή
Η διμερής διαπραγμάτευση μεταξύ οφειλέτη και εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων δεν συνιστά απλή προδικαστική δυνατότητα διευθέτησης, αλλά αυτοτελές έννομο αγαθό με αυξημένη προστατευτική λειτουργία. Η αξία της δεν εξαντλείται στο αποτέλεσμα της εξωδικαστικής συμφωνίας· εκτείνεται και στην ίδια τη διαδικασία, η οποία, εφόσον διεξάγεται καλόπιστα και με μετρήσιμη πρόοδο, παράγει εύλογη εμπιστοσύνη του οφειλέτη ότι δεν θα αιφνιδιαστεί από μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης. Στην πράξη, η ελληνική δικαιοσύνη διαμορφώνει σταδιακώς ένα ερμηνευτικό πλαίσιο, κατά το οποίο η μονομερής εγκατάλειψη ενεργών διαπραγματεύσεων από τον δικαιούχο και η ταυτόχρονη προσφυγή σε διαταγή πληρωμής ή πλειστηριασμό αξιολογείται υπό το πρίσμα των άρθρων 281 και 288 ΑΚ ως καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, η δε αναστολή εκτελέσεως αναδεικνύεται σε λειτουργικό όχημα δικαστικής θωράκισης της εν εξελίξει διαπραγμάτευσης. Η ανάλυση που ακολουθεί, με αφορμή πρόσφατη περίπτωση αναστολής εκτελέσεως διαταγής πληρωμής ποσού 167.000 ευρώ, καταδεικνύει πώς η συνδυασμένη επίκληση τυπικών δικονομικών πλημμελειών και ουσιαστικής κατάχρησης δικαιώματος μετατρέπει τη διαπραγμάτευση σε δικαστικά προστατευόμενο αγαθό.
2. Η εξεταζόμενη υπόθεση του Μον. Πρωτοδικείου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)
Στην επίδικη περίπτωση, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων του Ν. 4354/2015 πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής ποσού 167.000 ευρώ κατά οφειλετών, παρά το γεγονός ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, διεξάγονταν ηλεκτρονικά τεκμηριωμένες διαπραγματεύσεις μεταξύ της ιδίας και των πληρεξουσίων διαμεσολαβητών των οφειλετών για τη ρύθμιση της οφειλής. Από τα προσκομισθέντα, ενώπιον του δικαστή, έγγραφα δεν προέκυπτε με σαφήνεια η αλυσίδα διαδοχής της απαίτησης: η μεταβίβαση από το αρχικό πιστωτικό ίδρυμα προς εταιρεία ειδικού σκοπού, φερόμενη ως πραγματοποιηθείσα το 2020, δεν τεκμηριωνόταν εγγράφως κατά τον χρόνο εκδόσεως της διαταγής το 2025, ενώ διαπιστωνόταν παράλληλα σύγχυση ως προς το πρόσωπο του εκάστοτε διαχειριστή. Κατόπιν ασκήσεως ανακοπής και αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως, το δικαστήριο πιθανολόγησε την ευδοκίμηση της ανακοπής και χορήγησε την αιτηθείσα αναστολή.
3. Πρώτος λόγος θεμελίωσης: Η δικονομική πλημμέλεια ως δίαυλος ανάδειξης της κακής πίστης
Κατά τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, η αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής οφείλει να συνοδεύεται από το σύνολο των εγγράφων που τεκμηριώνουν την απαίτηση, το πρόσωπο του δικαιούχου και του οφειλέτη και, σε περίπτωση ειδικής διαδοχής, τα οικεία νομιμοποιητικά έγγραφα. Η μη προσκόμισή τους επιφέρει, κατ’ άρθρο 628 παρ. 1 α’ ΚΠολΔ, την υποχρεωτική απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης· τυχόν εκδοθείσα διαταγή ακυρώνεται κατόπιν ανακοπής, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου.
Για τις εταιρείες διαχείρισης του Ν. 4354/2015, η ενεργητική νομιμοποίηση προϋποθέτει σωρευτικώς την προσκόμιση της σύμβασης μεταβίβασης της απαίτησης, της σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης και των οικείων δημοσιεύσεων -καταχωρίσεων κατά τον Ν. 3156/2003 ή τον Ν. 4354/2015. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, η αδυναμία πλήρους τεκμηρίωσης της αλυσίδας τιτλοποίησης δεν συνιστά απλώς τυπική παράλειψη: λειτουργεί ως ένδειξη μιας ευρύτερης αμέλειας ή προχειρότητας, η οποία, σε συνδυασμό με τη γνώση της παράλληλης διαπραγμάτευσης, ενισχύει την αξιολογική κρίση ότι ο αιτών επιδίωξε την αιφνιδιαστική απόκτηση εκτελεστού τίτλου χωρίς ουσιαστικό έλεγχο της νομιμοποιητικής βάσης του. Η δικονομική πλημμέλεια, ως εκ τούτου, δεν αρκεί απλώς για την ευδοκίμηση της ανακοπής· αποτελεί και ερμηνευτικό κλειδί για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς υπό το πρίσμα του άρθρου 281 ΑΚ.
4. Δεύτερος λόγος θεμελίωσης: Η κατάχρηση δικαιώματος ως ουσιαστικό υπόβαθρο της αναστολής
Η αξία της εξεταζόμενης δικαστικής κρίσης εντοπίζεται στη συνεκτίμηση της ηλεκτρονικά τεκμηριωμένης ροής επικοινωνιών μεταξύ διαμεσολαβητών και εταιρείας διαχείρισης. Η συνεκτίμηση αυτή υπερβαίνει τη στενή δικονομική εξέταση και εισάγει στο δικανικό συλλογισμό την ουσιαστική στάση των μερών. Όταν ο πιστωτής συμμετέχει ενεργά σε διαπραγμάτευση, ανταλλάσσει προτάσεις, αξιολογεί οικονομικά στοιχεία του οφειλέτη και διαμορφώνει σχήμα ρύθμισης, παράγει αντικειμενικά στον τελευταίο εύλογη εμπιστοσύνη, ότι η οδός της συναινετικής διευθέτησης παραμένει ανοιχτή.
Η αιφνίδια προσφυγή του ίδιου πιστωτή σε διαταγή πληρωμής, χωρίς προηγούμενη ρητή και αιτιολογημένη διακοπή των διαπραγματεύσεων, αντιβαίνει στις αρχές των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, καθώς συνιστά συμπεριφορά αντιφατική (venire contra factumproprium) και προδήλως δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η πιθανολόγηση ευδοκίμησης της ανακοπής, στην οποία στηρίχθηκε η αναστολή, ενσωματώνει εμμέσως πλην σαφώς αυτή την αξιολογική κρίση: το δικαστήριο δεν περιορίστηκε στον έλεγχο της νομιμοποίησης, αλλά αναγνώρισε ότι η ανεπανόρθωτη βλάβη του οφειλέτη συνίσταται και στη ματαίωση μιας ευρισκομένης σε προχωρημένο στάδιο ρύθμισης, η οποία, εφόσον ολοκληρωθεί, διασφαλίζει αμοιβαία επωφελή έκβαση.
5. Τρίτος λόγος θεμελίωσης: Η δομική ασυμβατότητα κινήτρων μεταξύ servicers και βιώσιμης ρύθμισης
Η εξεταζόμενη υπόθεση φωτίζει μια δομική ιδιαιτερότητα της αγοράς διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων: οι εταιρείες διαχείρισης λειτουργούν υπό συμβατικά καθορισμένους στόχους ανάκτησης έναντι των επενδυτών των εταιρειών ειδικού σκοπού, με χρονικούς ορίζοντες και ελάχιστες αποδόσεις, που συχνά δεν συνάδουν με τη βραδύτητα μιας πραγματικά βιώσιμης ρύθμισης. Το γεγονός αυτό δεν απαλλάσσει τους διαχειριστές από τις υποχρεώσεις καλής πίστης, ούτε αναιρεί την εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013· αντιθέτως, καθιστά την επαγρύπνηση των δικαστηρίων ακόμη πιο αναγκαία.
Η αναστολή εκτελέσεως, υπό το φως αυτό, δεν λειτουργεί ως απλή δικονομική προστασία του οφειλέτη, αλλά ως μηχανισμός αντιστάθμισης της δομικής ασυμμετρίας: αναγκάζει τον διαχειριστή να επιστρέψει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης και επανακαθιστά συνθήκες ισορροπημένης συνομιλίας μεταξύ μερών με αντικειμενικά άνισες δυνατότητες πίεσης.
6. Συμπεράσματα
Η εξεταζόμενη περίπτωση επιβεβαιώνει, ότι η δικαστική προστασία της διαπραγμάτευσης δεν αποτελεί θεωρητική κατασκευή, αλλά ενεργό ερμηνευτική πρακτική. Η συνδυασμένη επίκληση των άρθρων 626 έως 633 ΚΠολΔ και 281, 288 ΑΚ επιτρέπει στον δικαστή να διασφαλίσει την ολοκλήρωση μιας εν εξελίξει ρύθμισης, ακυρώνοντας τις αιφνιδιαστικές κινήσεις αναγκαστικής εκτέλεσης που τη ματαιώνουν. Η αναγνώριση της διαπραγμάτευσης ως αυτοτελούς προστατευτέου αγαθού αναμορφώνει τη σχέση μεταξύ τυπικού και ουσιαστικού ελέγχου: η δικονομική πλημμέλεια δεν αξιολογείται απομονωμένα, αλλά ως στοιχείο ευρύτερης αξιολογικής εικόνας, που συνεκτιμά την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Στο μέτρο που η νομολογία θα παγιώσει αυτή την προσέγγιση, η διαπραγμάτευση θα παύσει να είναι ένα στάδιο που εύκολα παρακάμπτεται και θα καταστεί δικονομικά οχυρωμένη φάση, με συνέπειες τόσο για τη στρατηγική των εταιρειών διαχείρισης όσο και για την ποιότητα των ρυθμίσεων, οι οποίες εν τέλει επιτυγχάνονται.
www.bankingnews.gr

















