Γράφει η Ελένη Τσιάβο


Η εικόνα ενός 89χρονου άνδρα να διασχίζει ανενόχλητος τα κατώφλια της Δικαιοσύνης, κρατώντας στα χέρια του μια καραμπίνα, δεν είναι απλώς σοκαριστική· είναι αποκαλυπτική. Αποκαλυπτική για ένα σύστημα ασφαλείας που υπάρχει περισσότερο στα χαρτιά παρά στην πράξη. Από το Πρωτοδικείο Αθηνών μέχρι τις υπηρεσίες του ΕΦΚΑ, η πραγματικότητα που ήρθε στο φως δεν αφήνει περιθώρια για αυταπάτες… οι άκρως «ευαίσθητοι» χώροι του κράτους αποδεικνύονται ευάλωτοι.

Το ζήτημα εδώ δεν είναι μόνο επιχειρησιακό. Είναι βαθιά θεσμικό. Διότι όταν ένας υπερήλικας, χωρίς ιδιαίτερη φυσική δυνατότητα ή εκπαίδευση, καταφέρνει να περάσει οπλισμένος από χώρους που θεωρούνται «υψηλής επιτήρησης», τότε το πρόβλημα δεν είναι η εξαίρεση — είναι ο κανόνας που δεν λειτουργεί.

Η ασφάλεια στα ελληνικά δικαστήρια και σε κρίσιμες δημόσιες υπηρεσίες παραμένει, σε μεγάλο βαθμό, τυπική. Μηχανήματα ελέγχου που είτε δεν λειτουργούν είτε υπολειτουργούν, ελλιπές προσωπικό, φύλακες χωρίς επαρκή εκπαίδευση, και –ίσως το σημαντικότερο– μια κουλτούρα χαλαρότητας που αντιμετωπίζει τον έλεγχο ως αγγαρεία και όχι ως αποστολή. Σε αυτό το περιβάλλον, η έννοια της πρόληψης απουσιάζει σχεδόν πλήρως.

Και όμως, οι χώροι αυτοί δεν είναι «τυχαίοι». Στα δικαστήρια συγκεντρώνεται καθημερινά ένταση, οργή, απόγνωση. Πολίτες που χάνουν περιουσίες, οικογένειες σε σύγκρουση, υποθέσεις με βαρύ συναισθηματικό φορτίο. Αντίστοιχα, υπηρεσίες όπως ο ΕΦΚΑ αποτελούν σημείο επαφής με ένα κράτος που συχνά βιώνεται ως άδικο ή αδιάφορο. Όταν αυτά τα συναισθήματα συναντούν την απουσία ελέγχου, το αποτέλεσμα μπορεί να γίνει εκρηκτικό.

Το περιστατικό αναδεικνύει και κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: Την πλήρη έλλειψη αξιολόγησης κινδύνου. Δεν υπάρχουν ουσιαστικά πρωτόκολλα για τον εντοπισμό ύποπτης συμπεριφοράς, ούτε διαδικασίες για την αποτροπή πριν το περιστατικό φτάσει στο σημείο μηδέν. Η ασφάλεια περιορίζεται στον έλεγχο αντικειμένων — όχι ανθρώπων και προθέσεων.

Τι θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο σε ένα σύγχρονο κράτος;

Πρώτον, καθολικός και ουσιαστικός έλεγχος εισόδου με λειτουργικά συστήματα ανίχνευσης και υποχρεωτική τήρηση διαδικασιών χωρίς “εξαιρέσεις”.
Δεύτερον, εκπαιδευμένο προσωπικό ασφαλείας με σαφείς αρμοδιότητες και διαρκή αξιολόγηση.
Τρίτον, ενίσχυση της παρουσίας της Ελληνικής Αστυνομίας σε κρίσιμους χώρους, όχι μόνο κατασταλτικά αλλά αποτρεπτικά.
Τέταρτον, ενσωμάτωση τεχνολογιών επιτήρησης και ανάλυσης συμπεριφοράς, όπως εφαρμόζονται ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Και, τέλος, μια συνολική αλλαγή νοοτροπίας: η ασφάλεια δεν είναι διακοσμητική διαδικασία – είναι βασική λειτουργία του κράτους.

Το πιο επικίνδυνο σε τέτοιες υποθέσεις είναι επίσης και η γρήγορη λήθη. Η μετατροπή ενός σοκ σε «ακόμη ένα περιστατικό».

Η αδράνεια πρέπει επιτέλους να εξαφανιστεί στην Ελλάδα.