Της Ελένης Τσιάβου
Ήταν μια «κλασική» ατάκα εκείνες τις στιγμές που, με τρεμάμενα χέρια, θα καλούσα για ακόμη μία φορά τον κ. Αλέξανδρο Αρδαβάνη για να ρωτήσω για τον καρκινοπαθή πατέρα μου.
Σε αυτές τις λίγες γραμμές, όμως, δεν θέλω να μιλήσω για τον καρκίνο.
Θέλω να μιλήσω για τον κ. Αλέκο.
Αν η λέξη «σπάνιος» είχε φωτογραφία δίπλα της σε κάποιο λεξικό, θα έπρεπε — τουλάχιστον — να συνοδεύεται από το πρόσωπό του.
Αμέτρητοι ασθενείς, αμέτρητος πόνος. Ακόμη και να πεις απλώς τη λέξη «νοσοκομείο» — πόσω μάλλον «ογκολογικό» — καταλαβαίνεις πόση δύναμη χρειάζεται να κουβαλά μέσα του ένας γιατρός.
Άνθρωπος και ιατρός.
Μια ήρεμη υπερδύναμη. Ένας άνθρωπος που δεν ξεχνά να σου χαμογελάσει, και ας είναι περιτριγυρισμένος από τρομακτική θλίψη.
Δύο χέρια που κράτησαν τα χέρια του πατέρα μου με τόση φροντίδα.
Τέσσερα χρόνια μιας απίστευτης μάχης, με ασπίδα την τόση αγάπη.
Η μεγαλύτερη γενναιότητα είναι η αγάπη. Μόνο εκείνη έμεινε μέσα σε αυτό το σκοτάδι μου.
Είναι τόσο όμορφο να σε νοιάζεται ένας «ξένος».
Ένας γιατρός που τελικά έγινε σχεδόν οικογένεια.
Που σήκωνε με αγωνία κάθε τηλέφωνο για να καθησυχάσει, που το βλέμμα στοργής του σε «σήκωνε» όταν είχες γονατίσει.
Για όλα αυτά,
ένα ειλικρινές ευχαριστώ.
ΥΓ: Νεαρέ γιατρέ,
προσπάθησε πρώτα να του μοιάσεις ως… άνθρωπος.
«Κύριε Αλέκο, εγώ είμαι πάλι…» αυτή τη φορά σε λίγες γραμμές ενός άρθρου.
*Ο λόγος για τον κ. Αλέξανδρο Αρδαβάνη διευθυντή και επιστημονικά υπεύθυνου της Α΄ Παθολογικής-Ογκολογικής Κλινικής ΓΑΟΝΑ «Άγιος Σάββας»

















