Γράφει  ο Γιάννης Ευαγγελάτος Εφέτης Ναυπλίου


Μία από τις λίγες διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων που δεν έχουν υποστεί καμία ουσιαστική τροποποίηση εδώ και πολλές δεκαετίες είναι η διάταξη περί συνυπηρέτησης των δικαστικών λειτουργών. Στην αρχική του μορφή η διάταξη του άρθρου 50 του νόμου 1756/1988 προέβλεπε στην παράγραφο 3 τα εξής: «Δημόσιοι  υπάλληλοι  και  υπάλληλοι  νομικών  προσώπων  δημόσιου δικαίου  σύζυγοι  δικαστικών λειτουργών μετατίθενται ύστερα από αίτησή τους στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγός τους,  εφ`  όσον  υπάρχει κενή  θέση  σε  αντίστοιχη  υπηρεσία.  Η αποδοχή της αίτησης δεν είναι υποχρεωτική για τη διοίκηση αν δεν έχει παρέλθει έτος από  προηγούμενη μετάθεση». Πολύ γρήγορα στην ως άνω διάταξη προστέθηκε με το άρθρο 8 του νόμου 1868/1989 και η ακόλουθη παράγραφος:

«Δικαστικοί  λειτουργοί  σύζυγοι  δικαστικών λειτουργών μετατίθενται ύστερα από αίτησή  τους  στην  περιφέρεια  που υπηρετεί ο άλλος σύζυγος, εφ` όσον δεν υπάρχει κώλυμα συνυπηρέτησης». Ένιωσε δηλαδή την ανάγκη ο νομοθέτης να κάνει αυτή τη διαφοροποίηση ανάμεσα σε δημόσιο υπάλληλο σύζυγο δικαστικού λειτουργού και σε δικαστικό λειτουργό σύζυγο δικαστικού λειτουργού. Στην πρώτη περίπτωση, όπως ίσχυε τότε ο νόμος, μετατίθεται ο δημόσιος υπάλληλος εφόσον, όμως, υπάρχει κενή θέση στην αντίστοιχη υπηρεσία, ενώ στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι δικαστές η μόνη προϋπόθεση που θέτει ο νομοθέτης  για τη μετάθεση είναι να μην υπάρχει κώλυμα συνυπηρέτησης, ανεξάρτητα από το αν υφίσταται ή όχι κενή θέση στην περιφέρεια που υπηρετούν οι σύζυγοι. Μάλιστα κατά την κρατούσα ερμηνεία, αυτή που υιοθετήθηκε και από τα διοικητικά δικαστήρια (βλ ενδεικτικά την υπ’ αριθμ. 2481/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νόμος *)  η έννοια της περιφέρειας δεν είναι η γεωγραφική διοικητική περιφέρεια, αλλά κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, ως περιφέρεια στην οποία δικαιούται μετάθεσης ο δικαστικός λειτουργός, νοείται η περιφέρεια του δικαστηρίου όπου υπηρετεί ο σύζυγός του δικαστικός λειτουργός, προς διευκόλυνση στην άσκηση των καθηκόντων του. Ενόψει δε του ειδικού της χαρακτήρα και του σκοπού τον οποίο εξυπηρετεί, η ανωτέρω διάταξη υπερισχύει της νεότερης διάταξης του άρθρου 3 του ν. 3852/2010 (πρόγραμμα Καλλικράτης), η οποία ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής προς προσδιορισμό της έννοιας του όρου «περιφέρεια» για τις ανωτέρω μεταθέσεις. Η δικαιολογητική βάση αυτής της ρύθμισης των μεταθέσεων των δημοσίων υπαλλήλων -συζύγων δικαστικών λειτουργών βρίσκεται στην απρόσκοπτη αφοσίωση των δικαστικών λειτουργών στο λειτούργημα της απονομής της Δικαιοσύνης, με τη συνυπηρέτηση των συζύγων (Διοικ. Εφετείο Αθηνών 1785/1997, ΤΝΠ Νόμος **). Η δε διαφοροποίηση, όταν και οι δύο σύζυγοι είναι δικαστικοί λειτουργοί, θεωρείται αυτονόητη και επιβεβλημένη, καθώς ως γνωστόν, ο δικαστικός λειτουργός δεν έχει ωράριο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ούτε γνωρίζει από αργίες ή μειωμένο ωράριο ή κανονικές άδειες, όπως οι δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτή η διαφοροποίηση, που τέθηκε για πρώτη φορά το έτος 1989, δεν άλλαξε ποτέ και παραμένει μέχρι και σήμερα με τη διατύπωση του άρθρου 60 του νόμου 4938/2022 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών) να είναι η εξής : «Δικαστικός λειτουργός σύζυγος δικαστικού λειτουργού ή συνδεόμενος με σύμφωνο συμβίωσης με αυτόν, μετατίθεται ύστερα από αίτησή του στην περιφέρεια που υπηρετεί ο άλλος σύζυγος ή το άλλο μέρος του συμφώνου συμβίωσης, εφόσον δεν υπάρχει κώλυμα συνυπηρέτησης. Δημόσιος υπάλληλος ή υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) ή Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού, καθώς και ο υπηρετών στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας, σύζυγος δικαστικού λειτουργού ή συνδεόμενος με σύμφωνο συμβίωσης με αυτόν μπορεί να μετατίθεται, ύστερα από αίτησή του, στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγός του ή ο συνδεόμενος με σύμφωνο συμβίωσης δικαστικός λειτουργός σε αντίστοιχη υπηρεσία. Αν δεν καθίσταται δυνατή η μετάθεση, ο δημόσιος υπάλληλος ή ο υπάλληλος Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού αποσπάται, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, κατά προτεραιότητα και με βάση τις υπηρεσιακές ανάγκες, σε αντίστοιχη δημόσια υπηρεσία στην περιφέρεια, όπου υπηρετεί ο σύζυγός του ή ο συνδεόμενος με σύμφωνο συμβίωσης με αυτόν δικαστικός λειτουργός και για όσο χρόνο υπηρετεί στην περιφέρεια αυτή. Για τα πρόσωπα του δευτέρου και τρίτου εδαφίου εφαρμόζεται το άρθρο 11 του ν. 4440/2016 (Α’ 224)».

Στην πράξη, ωστόσο, πρόκειται για έναν νόμο αδύναμο, που δεν τηρείται με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχει κενή θέση στα δικαστήρια για να μετατεθεί ο δικαστικός λειτουργός σύζυγος του δικαστικού λειτουργού, δηλαδή με το σκεπτικό που χρησιμοποίησε ο νομοθέτης του έτους 1988 για τους δημοσίους υπαλλήλους και όχι για τους δικαστικούς λειτουργούς. Και μολονότι ήδη με τον νόμο 4440/2016 για το Ενιαίο Σύστηµα Κινητικότητας στη Δηµόσια Διοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση εισήχθη γενικευμένη δυνατότητα συνυπηρέτησης και υφίσταται πρόνοια για : α) συνυπηρέτηση στην περιοχή που υπηρετεί σύζυγος δημόσιος υπάλληλος με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δημόσιας υπηρεσίας, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α. α` και β` βαθμού και Ν.Π.Ι.Δ. (βλ άρθρο 11 του ν. 4440/2016), για να εξυπηρετούνται οικογενειακές/προσωπικές ανάγκες των υπαλλήλων (βλ. αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου), β) συνυπηρέτηση με εργαζόμενο-απασχολούμενο ακόμα και εκτός του δημόσιου τομέα σε κάποιες περιπτώσεις (βλ. άρθρο 11β του ν. 4440/2016, όπως αυτό προστέθηκε πρόσφατα με το άρθρο 117 του ν.5225/2025) και ενώ εφαρμόζεται κατά κανόνα η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 60 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών για τους δημοσίους υπαλλήλους συζύγους των δικαστικών λειτουργών, ΔΕΝ εφαρμόζεται η ανωτέρω διάταξη όταν είναι και οι δύο σύζυγοι δικαστικοί λειτουργοί! Δηλαδή, στην ουσία σε αυτές τις περιπτώσεις συμβαίνει μια αντιστροφή της βούλησης του νομοθέτη και αντί η ως άνω διαφοροποίηση του νόμου να αποβαίνει υπέρ των συζύγων δικαστικών λειτουργών, να λειτουργεί εις βάρος τους και να αντιμετωπίζουν μια άνιση και αδικαιολόγητη μεταχείριση.

Όσο αδυνατεί να εφαρμοστεί ο νόμος, όμως, τόσο δυσκολεύει τις ζωές των δικαστικών λειτουργών, την καθημερινότητά τους και τις ανάγκες της οικογένειάς τους. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε, άλλωστε, ότι λόγω του σύγχρονου τρόπου ζωής, οι πρώτες προαγωγές και μεταθέσεις των δικαστικών λειτουργών θα συμπίπτουν πάντοτε με τέκνα ανήλικα που θα μεγαλώνουν, αναπόφευκτα, χωρίς την παρουσία και των δύο γονέων τους. Εν κατακλείδι, η συνυπηρέτηση των συζύγων δικαστικών λειτουργών δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένα προνόμιο που τους αποδίδεται προς χάριν δικής τους ευκολίας, αλλά ως ένα ειδικό δίκαιο, συνυφασμένο με την προσωπική ανεξαρτησία του δικαστή, που απονέμεται προς όφελος της Δικαιοσύνης και του κάθε πολίτη που επιθυμεί και φαντάζεται τον φυσικό του δικαστή να καταπονείται αδιαλείπτως με τη δικογραφία που του ανατέθηκε στην υπηρεσία του και όχι να μετακινείται διαρκώς για να συναντήσει τους ανθρώπους με τους οποίους δέθηκε στη ζωή του.


*Στην ως άνω υπόθεση  το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των σχετικών διατάξεων απορρίφθηκε η αίτηση μετάθεσης του αιτούντος εκπαιδευτικού από το Ρέθυμνο στα Χανιά, με την αιτιολογία ότι δεν υφίσταται υποχρέωση της υπηρεσίας για μετάθεσή του, αφού ανήκει ήδη στην περιφέρεια όπου υπηρετεί η δικαστική λειτουργός σύζυγός του, ήτοι στο Πρωτοδικείο Χανίων, θεωρουμένης ως τοιαύτης, της περιφέρειας Κρήτης. Δηλαδή έκρινε το Δικαστήριο ότι έπρεπε να μετατεθεί ο εκπαιδευτικός από το Ρέθυμνο στα Χανιά λόγω συνυπηρέτησης με την Πρωτοδίκη Χανίων-σύζυγό του.

** Στη συγκεκριμένη υπόθεση το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να ακυρωθεί η προσβαλλομένη πράξη κατά το μέρος που παρέλειψε το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων να μεταθέσει την αιτούσα εκπαιδευτικό στον τόπο που υπηρετεί ο σύζυγος της – δικαστικός λειτουργός κατά προτεραιότητα, στην περιοχή Α` Θεσσαλονίκης, όπου υπήρχε κενή θέση.