Σύμφωνα με νέα έκθεση που δημοσιεύει το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ), το ταμείο της ΕΕ για την ανάκαμψη από την πανδημία, ο λεγόμενος μηχανισμός ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), προοριζόταν να λειτουργήσει ως μετασχηματιστικός μοχλός για την ψηφιακή μετάβαση της ΕΕ, όμως η ευκαιρία αυτή δεν αξιοποιήθηκε στο έπακρο. Ο ΜΑΑ, που αποτελεί το μεγαλύτερο χρηματοδοτικό μέσο για την ψηφιοποίηση της ΕΕ, διαθέτει για τον σκοπό αυτό σχεδόν 150 δισ. ευρώ —τα δύο τρίτα περίπου του συνολικού προϋπολογισμού της ΕΕ για τον ψηφιακό τομέα την περίοδο 20212027 ύψους 235 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το ΕΕΣ επισημαίνει ότι οι δαπάνες του ΜΑΑ στον τομέα αυτό δεν ήταν πάντοτε αποτελεσματικές, καθώς τα κράτη μέλη δεν ήταν υποχρεωμένα να χρηματοδοτούν κατά προτεραιότητα μέτρα που αντιμετώπιζαν τις βασικές ψηφιακές ανάγκες τους.

Δεδομένου ότι ένας από τους βασικούς στόχους του ΜΑΑ είναι η στήριξη της ψηφιακής μετάβασης —η οποία συντελείται παράλληλα με την πράσινη μετάβαση—, οι χώρες της ΕΕ οφείλουν να διαθέσουν τουλάχιστον το 20 % του συνολικού προϋπολογισμού των εθνικών τους σχεδίων ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΣΑΑ) σε ψηφιακές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις.

Το ΕΕΣ επικρίνει τον κανονισμό ΜΑΑ για εννοιολογική ασάφεια, εξαιτίας της οποίας δεν κατέστη δυνατή η στοχευμένη χρήση των κονδυλίων στα κράτη μέλη. Παρόλο που στον κανονισμό η «ψηφιακή μετάβαση» προσδιορίζεται ως βασικός στόχος και επισημαίνονται σχετικοί τομείς παρέμβασης, ο συγκεκριμένος όρος δεν ορίζεται με σαφήνεια. Ως εκ τούτου, οι εθνικές κυβερνήσεις μπόρεσαν να συμπεριλάβουν στα ΣΑΑ τους ευρύ φάσμα μέτρων, εφόσον θεωρούσαν ότι τα μέτρα αυτά ανταποκρίνονταν στη συγκεκριμένη απαίτηση. Ωστόσο, η επένδυση αποκλειστικά σε ψηφιακά μέτρα δεν συνεπάγεται αυτόματα ουσιαστική πρόοδο ως προς την ψηφιακή μετάβαση.

«Αν και όλα τα κράτη μέλη πέτυχαν ή και υπερέβησαν το κατώτατο όριο του 20 % για τη διάθεση κονδυλίων του ΜΑΑ σε ψηφιακά μέτρα, δεν υπήρχε στρατηγική εστίαση», δήλωσε η Ildikó Gáll-Pelcz, Μέλος του ΕΕΣ και αρμόδια για τον έλεγχο. «Τα κράτη μέλη δεν ήταν υποχρεωμένα να δώσουν προτεραιότητα στις βασικές ψηφιακές ανάγκες τους. Ως εκ τούτου, ορισμένες χώρες χρησιμοποίησαν τη χρηματοδότηση για να ενισχύσουν τομείς στους οποίους οι επιδόσεις τους ήταν ήδη καλές, αντί να εστιάσουν στα πλέον αδύναμα σημεία τους. Θεωρούμε ότι πρόκειται για χαμένη ευκαιρία, καθώς δεν αξιοποιούνται οι δυνατότητες που έχει ο ΜΑΑ να δώσει ώθηση στην ψηφιακή μετάβαση».

Το ΕΕΣ επισήμανε επίσης ότι οι καθυστερήσεις στην υλοποίηση ήταν περισσότερες από ό,τι ανέφερε η Επιτροπή. Έως τις αρχές του 2024, τα κράτη μέλη ανέφεραν ότι είχαν πετύχει το 31 % των ψηφιακών ορόσημων και τιμών-στόχου, ποσοστό που είναι κατά έξι εκατοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το προβλεπόμενο στο αρχικό ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα. Από τη λεπτομερή αξιολόγηση των πέντε χωρών της ΕΕ που υποβάλαμε σε έλεγχο προκύπτει ότι υπήρχαν καθυστερήσεις για τα μισά περίπου ορόσημα και τιμές-στόχο που εξετάσαμε: τον Οκτώβριο του 2024, η επίτευξη 31 εκ των 67 ορόσημων και τιμών-στόχου είχε καθυστερήσει διότι ορισμένα από αυτά είχαν τροποποιηθεί ή αντικατασταθεί από νέα ή η επίτευξή τους είχε αναβληθεί.

Ελάχιστα αξιοποιήθηκε και η δυνατότητα υλοποίησης μακροπρόθεσμων πολυκρατικών έργων. Τέτοια διασυνοριακά έργα θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καίριο ρόλο για την προώθηση των ψηφιακών τεχνολογιών και ικανοτήτων της ΕΕ. Ωστόσο, το ΕΕΣ διαπίστωσε ότι από τα περισσότερα από 1 000 ψηφιακά μέτρα που περιλαμβάνονταν στα ΣΑΑ των χωρών της ΕΕ, μόλις τα 60 ήταν πολυκρατικά, με την αξία τους να ανέρχεται σε σχεδόν 5 δισ. ευρώ (ή στο 3,3 % της χρηματοδότησης του ΜΑΑ για τον ψηφιακό τομέα). Η εν λόγω περιορισμένη εστίαση σε πολυκρατικές πρωτοβουλίες αναδεικνύει τη λεπτή ισορροπία μεταξύ της σύντομης περιόδου εφαρμογής του ΜΑΑ και του μακροπρόθεσμου περιθωρίου υλοποίησης που απαιτείται γενικά για τέτοια σύνθετα έργα.

Τέλος, το πλαίσιο επιδόσεων του ΜΑΑ δεν είναι κατάλληλο για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και του αντικτύπου της ενωσιακής χρηματοδότησης όσον αφορά την επίτευξη της ψηφιακής μετάβασης. Οι δείκτες που χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση της προόδου προς την επίτευξη του στόχου αυτού ήταν υπερβολικά γενικοί, εστίαζαν κυρίως στις εκροές και δεν ήταν επαρκώς ευθυγραμμισμένοι με τους δείκτες στο πλαίσιο της υφιστάμενης ψηφιακής στρατηγικής της ΕΕ. Επιπλέον, τα κράτη μέλη δεν χρησιμοποίησαν κατάλληλους κοινούς δείκτες —ή χρησιμοποίησαν στοιχεία που στερούνταν συνέπειας και ακρίβειας— για την αναφορά στοιχείων σχετικά με το 60 % περίπου των επενδυτικών μέτρων που ελέγξαμε. Περιορίζεται έτσι σημαντικά η ικανότητα να μετρηθεί με ακρίβεια η συμβολή των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων του ΜΑΑ στην ψηφιακή μετάβαση. Ως εκ τούτου, οι δυνατότητες του ΜΑΑ να λειτουργήσει ως μετασχηματιστικός μοχλός της ψηφιακής μετάβασης της ΕΕ ενδέχεται να μην αξιοποιηθούν πλήρως.

Γενικές πληροφορίες

Τον Φεβρουάριο του 2021, η ΕΕ θέσπισε τον ΜΑΑ, ο οποίος διέθετε αρχικό προϋπολογισμό ύψους έως 724 δισ. ευρώ. Στόχος ήταν να μετριαστούν οι οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19 και να καταστούν οι οικονομίες των κρατών μελών βιωσιμότερες, ανθεκτικότερες και καλύτερα προετοιμασμένες για τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης. Μέχρι το τέλος του 2024, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε δεσμεύσει 650 δισ. ευρώ (359 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και 291 δισ. ευρώ σε δάνεια).

Στο πλαίσιο του ελέγχου καλύφθηκε η περίοδος από τον Φεβρουάριο του 2021 έως τον Μάρτιο του 2024, ενώ αναλύσαμε και το διάστημα μέχρι το τέλος του 2024. Μας δόθηκε έτσι η δυνατότητα να αξιολογήσουμε τον σχεδιασμό των ψηφιακών συνιστωσών των εθνικών σχεδίων ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και, όπου ήταν δυνατόν, την υλοποίησή τους.

Εξετάσαμε κατά πόσον όλα τα κράτη μέλη εκπλήρωσαν την απαίτηση να διαθέσουν το 20 % της χρηματοδότησής τους από τον ΜΑΑ σε ψηφιακά μέτρα και πραγματοποιήσαμε επισκέψεις σε πέντε κράτη μέλη (Δανία, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Ρουμανία), στο πλαίσιο των οποίων εξετάσαμε 27 επιλεγμένα ψηφιακά μέτρα από τα εθνικά τους σχέδια. Επιλέξαμε τα μέτρα αυτά με βάση τη συνάφειά τους ως προς την ψηφιακή μετάβαση, τη σημαντικότητα, την κάλυψη διαφόρων τομέων ψηφιακής πολιτικής και την κατάσταση εφαρμογής τους.