Μαρία Εμμ. Παναγιώτου
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Η δημόσια συζήτηση που έχει ανακύψει γύρω από τη στάση της κυρίας Ζωής Κωνσταντοπούλου κατά την άσκηση των δικηγορικών της καθηκόντων δεν μπορεί και ούτε επιτρέπεται να αντιμετωπίζεται με όρους εντυπώσεων ή προσωπικών τους αξιολογήσεων, αλλά οφείλει να τεθεί στο ορθό θεσμικό της πλαίσιο. Η ένταση, η σύγκρουση και η επιμονή εντός της δικαστικής αίθουσας δεν συνιστούν εκτροπή per se, αλλά αποτελούν, υπό προϋποθέσεις, εκδηλώσεις του ίδιου του δικαιώματος υπεράσπισης.
Ο δικηγόρος δεν είναι απλός παρατηρητής της διαδικασίας, ούτε διακοσμητικό στοιχείο της δίκης και ούτε κοιμώμενο φυτό. Είναι θεσμικός παράγοντας με ενεργό ρόλο, ο οποίος έχει όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να εξαντλεί κάθε νόμιμο μέσο για την προάσπιση των συμφερόντων του εντολέα του.
Στο πλαίσιο αυτό, η οξύτητα του λόγου, η επιμονή σε διαδικαστικές ενστάσεις και η αμφισβήτηση δικαστικών επιλογών δεν αποτελούν παρεκτροπές, αλλά εκφάνσεις μιας μαχητικής και ουσιαστικής υπεράσπισης.
Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει επανειλημμένως αναγνωρίσει ότι η ελευθερία έκφρασης των δικηγόρων, ιδίως όταν ενεργούν στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας, χρήζει αυξημένης προστασίας. Η προστασία αυτή δεν περιορίζεται σε ήπιες και «ευγενικές» διατυπώσεις, αλλά εκτείνεται και σε λόγο αιχμηρό, ενοχλητικό ή ακόμη και προκλητικό, εφόσον αυτός συνδέεται λειτουργικά με την υπεράσπιση του εντολέα και δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στην προσβολή του κύρους της δικαιοσύνης.
Υπό το πρίσμα αυτό, η συλλήβδην καταδίκη μιας έντονης δικηγορικής στάσης εγκυμονεί τον κίνδυνο διολίσθησης σε ένα πρότυπο «πειθαρχημένης» δικηγορίας, το οποίο αποδυναμώνει τον πυρήνα του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Η δικαιοσύνη δεν προστατεύεται με τη σιωπή και την αποστειρωμένη διαδικασία, αλλά με την ανεκτικότητα απέναντι στη σύγκρουση επιχειρημάτων και στη δυναμική υπεράσπιση.
Ασφαλώς, η δικηγορική ελευθερία δεν είναι απεριόριστη. Τα όρια τίθενται εκεί όπου η συμπεριφορά παύει να εξυπηρετεί την υπεράσπιση και μετατρέπεται σε πραγματική παρεμπόδιση της διαδικασίας ή σε κατάχρηση δικαιώματος. Η διάκριση αυτή, όμως, πρέπει να γίνεται με αυστηρά νομικά κριτήρια και όχι με βάση την ένταση ή το ύφος της παρουσίας του συνηγόρου.
Η παρέμβαση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων εντάσσεται σε μια ευρύτερη θεσμική ανησυχία για τη λειτουργία της δίκης. Ωστόσο, η απαίτηση για «ομόθυμη καταδίκη» του νομικού κόσμου δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς το κατά πόσο αφήνεται χώρος για την αναγκαία πολυφωνία και την ανεξαρτησία της δικηγορικής λειτουργίας.
Σε ένα κράτος δικαίου, η ισορροπία μεταξύ της εύρυθμης διεξαγωγής της δίκης και της αποτελεσματικής υπεράσπισης είναι λεπτή και απαιτεί θεσμική ψυχραιμία.
Η υπεράσπιση δεν μπορεί να περιορίζεται στο μέτρο που δεν ενοχλεί τους Δικαστές. Αντιθέτως, η δυνατότητα του δικηγόρου να πιέζει, να αμφισβητεί και να επιμένει αποτελεί ουσιώδη εγγύηση για την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης.
Υπό αυτή την έννοια, η στήριξη σε μια μαχητική δικηγορική στάση δεν συνιστά επιδοκιμασία της έντασης ως αυτοσκοπού, αλλά υπεράσπιση της ίδιας της λειτουργίας της υπεράσπισης. Και τελικώς, η ποιότητα της δικαιοσύνης δεν κρίνεται από την απουσία σύγκρουσης, αλλά από την ικανότητά της να τη διαχειρίζεται εντός θεσμικών ορίων.

















