Γράφει η Μαρία Παναγιώτου
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Η αλματώδης εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης και ιδίως η δυνατότητα δημιουργίας ψεύτικου οπτικοακουστικού υλικού μέσω τεχνικών deepfake μεταβάλλει ριζικά τα θεμέλια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το βίντεο, η ηχογράφηση και τα στιγμιότυπα οθόνης (screenshots) τα οποία επί δεκαετίες θεωρούνταν κατ’ αρχήν ισχυρά και πειστικά αποδεικτικά μέσα, δεν απολαμβάνουν πλέον αυτονόητου τεκμηρίου γνησιότητας.
Η τεχνολογική δυνατότητα κατασκευής συνθετικών εικόνων και ήχων που προσομοιάζουν με απόλυτη πιστότητα την πραγματικότητα, εισάγει ένα νέο είδος αποδεικτικής αβεβαιότητας, ικανό να κλονίσει όχι μόνον τη δικανική κρίση, αλλά και την ίδια την εμπιστοσύνη του κοινού στη λειτουργία της δικαιοσύνης.
Η παραδοσιακή αποδεικτική θεωρία στηρίζεται στη διάκριση μεταξύ αυθεντικού και πλαστού αλλοιωμένου τεκμηρίου. Η αμφισβήτηση της γνησιότητας προϋπέθετε συγκεκριμένες ενδείξεις παραποίησης, ενώ το βάρος απόδειξης έφερε εκείνος που επικαλείτο την πλαστότητα.
Στο νέο τεχνολογικό περιβάλλον, η δυνατότητα δημιουργίας απολύτως πειστικού συνθετικού υλικού, καθιστά την απλή επίκληση της τεχνικής δυνατότητας παραποίησης και πλαστότητας, σε ένα δυνητικά αποτελεσματικό αμυντικό επιχείρημα στο δικαστήριο.
Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «μέρισμα του ψεύτη» (Liar’s Dividend) επιτρέπει στον κατηγορούμενο να αποδομήσει ακόμη και αυθεντικά αποδεικτικά μέσα, επικαλούμενος τη γενικευμένη τεχνολογική δυσπιστία.
Η αποδεικτική διαδικασία καλείται, συνεπώς, να επανακαθορίσει τα κριτήρια αυθεντικοποίησης. Η γνησιότητα ενός ψηφιακού αρχείου δεν μπορεί να συναχθεί αποκλειστικώς από το περιεχόμενό του. Απαιτείται ανάλυση μεταδεδομένων, έλεγχος της αλυσίδας διατήρησης, τεχνική πραγματογνωμοσύνη και, όπου είναι δυνατόν, χρήση μεθόδων πιστοποίησης ακεραιότητας και αυθεντικότητας.
Η αξιολόγηση των ψηφιακών αποδεικτικών μέσων προϋποθέτει πλέον διεπιστημονική προσέγγιση, στην οποία η νομική κρίση συμπλέκεται με εξειδικευμένη τεχνολογική γνώση.
Το ζήτημα του βάρους αμφισβήτησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Κατά τη θεμελιώδη αρχή της απόδειξης, το βάρος φέρει εκείνος που επικαλείται το αποδεικτικό μέσο προς θεμελίωση του ισχυρισμού του. Εντούτοις, όταν προβάλλεται συγκεκριμένη και τεχνικώς τεκμηριωμένη ένσταση περί αλλοίωσης ή τεχνητής κατασκευής, το δικαστήριο οφείλει να ενεργοποιήσει αυξημένο έλεγχο γνησιότητας.
Η απλή και αφηρημένη επίκληση της ύπαρξης τεχνολογίας deepfake δεν αρκεί για να ανατραπεί η αποδεικτική αξία ενός στοιχείου. Αντιθέτως, απαιτείται συγκεκριμένη αμφισβήτηση, ικανή να δημιουργήσει εύλογη αμφιβολία περί της αυθεντικότητας.
Παράλληλα, ανακύπτει κρίσιμο ζήτημα ισότητας των όπλων. Η πρόσβαση σε προηγμένα εργαλεία ανίχνευσης και τεχνικής ανάλυσης ενδέχεται να μην είναι ισόρροπη μεταξύ κατηγορούσας αρχής και υπεράσπισης. Εάν η διαπίστωση γνησιότητας βασίζεται σε αλγοριθμικά συστήματα των οποίων η λειτουργία δεν είναι διαφανής ή επαληθεύσιμη, υπονομεύεται η αντιμωλία της διαδικασίας και εγείρονται ερωτήματα ως προς τη δίκαιη δίκη. Τα συστήματα ανίχνευσης οφείλουν να αντιμετωπίζονται ως επιστημονικά αποδεικτικά μέσα και να πληρούν κριτήρια αξιοπιστίας, διαφάνειας και εξηγησιμότητας.
Η πρόκληση δεν είναι μόνον τεχνική αλλά και βαθύτατα θεσμική. Η αμφισβήτηση της αυθεντικότητας δεν πλήττει απλώς την αποδεικτική αξιολόγηση ενός μεμονωμένου στοιχείου, αλλά δύναται να διαβρώσει την ίδια την εμπιστοσύνη στη δυνατότητα της δικαιοσύνης να διαγνώσει την αλήθεια.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η γενικευμένη δυσπιστία έναντι κάθε ψηφιακού τεκμηρίου, ούτε η άκριτη αποδοχή του. Απαιτείται θεσμοθέτηση σαφών κανόνων αυθεντικοποίησης, ενίσχυση της τεχνικής κατάρτισης των δικαστικών λειτουργών και κατοχύρωση πραγματικής δυνατότητας της υπεράσπισης να προσφεύγει σε εξειδικευμένους τεχνικούς συμβούλους.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν ανατρέπει τις θεμελιώδεις αρχές της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά τις δοκιμάζει στα όριά τους. Σε ένα περιβάλλον όπου η εικόνα και ο ήχος δεν αποτελούν πλέον αδιάσειστα τεκμήρια πραγματικότητας, η δικαιοσύνη οφείλει να μεταβεί από την αυθόρμητη εμπιστοσύνη στην τεχνολογικά τεκμηριωμένη βεβαιότητα. Μόνον έτσι θα διασφαλισθεί ότι η αποδεικτική διαδικασία θα παραμείνει αξιόπιστη και ότι η ψηφιακή εποχή δεν θα μετατραπεί σε εποχή αποδεικτικής σύγχυσης.

















