Από την Αρετή Παναγούλα, προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ
Ως εταιρική αγωγή ορίζεται η ατομική αξίωση ουσιαστικής και δικονομικής φύσεως κάθε εταίρου κατά κάθε συν – εταίρου του, με περιεχόμενο την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εταιρική σύμβαση, είτε όσο διαρκεί η σύμβαση είτε στο μεταγενέστερο στάδιο της εκκαθάρισης. Ως συλλογικό δικαίωμα ασκείται από τους εταίρους, τα αποτελέσματα όμως καρπώνεται η εταιρεία. Ειδικότερα, η δικαστική της επιδίωξη μπορεί να οδηγήσει στην εκπλήρωση εταιρικών υποχρεώσεων που προκύπτουν από την εταιρική σύμβαση, τις αποφάσεις των εταίρων ή την δευτερογενή υποχρέωση αποζημίωσης ως αποτέλεσμα μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης των κρίσιμων υποχρεώσεων. Παρόλο που το μόρφωμα της εταιρικής αγωγής αναγνωρίζεται στο δίκαιο των προσωπικών εταιρειών ενυπάρχει μεγάλη ασάφεια και αμφισβήτηση γύρω από το ζήτημα της δογματικής της θεμελίωσης.
Σύμφωνα με την αμιγώς και κρατούσα ενοχική θεμελίωση, στη βάση επιδίωξης του κοινού σκοπού όπως επιτάσσει το άρθρο 741 ΑΚ και 249 παρ. 1 Ν. 4072/2012, οι εταίροι αναλαμβάνουν με τη σύναψη της σύμβασης την υποχρέωση εκπλήρωσης των εταιρικών υποχρεώσεων. Η υποχρέωση αυτή γίνεται δεκτό ότι υφίσταται τόσο έναντι του νομικού προσώπου όσο και των λοιπών εταίρων. Αυτό είναι αποτέλεσμα ερμηνείας της εταιρικής σύμβασης με βάση την υποθετική βούληση των μερών, όπως ορίζει το άρθρο 200 ΑΚ.
Σύμφωνα με την άποψη του οργανωτικού χαρακτήρα της εταιρικής σύμβασης, η εταιρική αγωγή προκύπτει από την ίδια την εταιρική συμμετοχή ως γενικό δικαίωμα κάθε εταίρου. Με τον τρόπο αυτό, επιτυγχάνεται ο απαιτούμενος έλεγχος των διαχειριστικών οργάνων και η προστασία της μειοψηφίας. Έτσι, η άποψη αυτή καταλήγει στη θεμελίωση εξαιρετικής νομιμοποίησης του εταίρου ως μη δικαιούχου διαδίκου κατά τρόπο ώστε ουσιαστικός φορέας του δικαιώματος εξαναγκασμού να παραμένει η εταιρεία και όχι ο εταίρος που προβαίνει στην άσκηση της εταιρικής αγωγής. Η νομική αυτή θεμελίωση της actio pro socio φαίνεται να ανταποκρίνεται με πιο σύγχρονο τρόπο στην ανάγκη συμμόρφωσης του εταίρου εκείνου που δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του, όταν υφίστανται σχετικά εσωτερικά κωλύματα κινητοποίησης των διαχειριστών–εταίρων που εκ του νόμου νομιμοποιούνται να ασκούν τις εταιρικές αγωγές. Υπό την έννοια αυτή λειτουργεί ως μηχανισμός αναπλήρωσης της αδυναμίας της εταιρείας να ανταποκριθεί στην ορθή λειτουργία της, λόγω της εσωτερικής σύγκρουσης συμφερόντων. Έτσι λοιπόν, η εταιρική αγωγή δεν συνιστά κάποια επιπλέον αξίωση ουσιαστικού δικαίου, αλλά οδηγεί σε διεύρυνση των προσώπων που νομιμοποιούνται ενεργητικά να ασκήσουν τα δικαιώματα της εταιρείας υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Με λίγα λόγια, πρόκειται για λύση ανάγκης ώστε να αντιμετωπισθεί ενδεχόμενη αδράνεια των διαχειριστικών οργάνων της εταιρείας. Το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται στο πρόσωπο του εταίρου με σκοπό να προστατευθούν πρωταρχικά τα εταιρικά συμφέροντα και αυτονόητα τα προσωπικά συμφέροντα του κάθε εταίρου δια μέσου αυτού.
ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ
Κατά κανόνα, οι αξιώσεις από την εταιρική σχέση που δημιουργούνται ανάμεσα στους εταίρους και στο νομικό πρόσωπο, νομιμοποιούν ενεργητικά καταρχήν μόνο το ίδιο το νομικό πρόσωπο και ασκούνται μέσω των διαχειριστών εταίρων, διότι θεωρούνται τμήμα της εταιρικής περιουσίας. Όταν όμως δεν υπάρχει διαχειριστής ή αυτός αδρανεί ή ακόμα συντρέχει περίπτωση εναντίωσης, ασκούμενο μεταξύ των διαχειριστών κατά το άρθρο 254 § 2 του Ν. 4072/2012, τότε κρίνεται δυνατή η άσκηση της εταιρικής αγωγής από κάθε εταίρο μη διαχειριστή στο όνομα του (ως μη δικαιούχος διάδικος) αλλά για λογαριασμό της εταιρείας. Ως εκ τούτου η άσκηση της αγωγής από μη διαχειριστή εταίρο έχει επικουρικό ρόλο.
Η εταιρική ιδιότητα είναι αυτή που παρέχει τόσο την ενεργητική νομιμοποίηση για την έγερση της actio pro socio όσο και την παθητική νομιμοποίηση στη δίκη αυτή. Επομένως, ο εταίρος – διάδικος πρέπει κατά τον χρόνο άσκησης της actio pro socio να έχει την εταιρική ιδιότητα. Έτσι, παθητικό υποκείμενο μπορεί να είναι τόσο εταίρος, διαχειριστής ή μη, όσο και εκκαθαριστής προς εκπλήρωση των αντίστοιχων υποχρεώσεων διαχείρισης και εκπροσώπησης που κατά κανόνα απορρέουν από την εταιρική σύμβαση.
ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ACTIOPROSOCIO
Αρχικά προϋποτίθεται η μη εκπλήρωση ή η πλημμελής εκπλήρωση των εταιρικών υποχρεώσεων του παθητικά νομιμοποιημένου εταίρου. Ενδεικτικά αναφέρονται η υποχρέωση επιδίωξης του κοινού σκοπού ( 741ΑΚ ), καταβολής εισφοράς, πίστης, διαχείρισης και εκπροσώπησης, συμμετοχής στις ζημίες καθώς και κάθε άλλη υποχρέωση που έχει συμφωνηθεί ρητά και έχει συμπεριληφθεί στην εταιρική σύμβαση.
Ταυτόχρονα απαιτείται αδράνεια του διαχειριστή εταίρου που έχει καταρχήν την εξουσία άσκησης της εταιρικής αγωγής. Ωστόσο, η άσκηση της εταιρικής αγωγής από τον διαχειριστή με τρόπο πλημμελή ή καταχρηστικό δεν πρέπει να αποκλείει τον εταίρο από την actio pro socio. Αυτό επιτάσσει μία πιο συσταλτική ερμηνεία της έννοιας της δικαστικής επιδίωξης εκπλήρωσης των εταιρικών υποχρεώσεων από τον διαχειριστή. Αντίστοιχα, η προσχηματική άσκηση της κατά τρόπο που ο διαχειριστής μετά την άσκηση της αδρανεί, οδηγεί σε μία διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της αδράνειας με αποτέλεσμα το δικαίωμα του εταίρου να αναβιώνει σε τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις. Ωστόσο, αναμφίβολα αν η εταιρεία με απόφαση των εταίρων παραιτηθεί από την άσκηση αγωγής ή επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά, η άσκηση της actio pro socio από εταίρο ατομικά αποκλείεται.
Τα ατομικά δικαιώματα των εταίρων δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο της actio pro socio διότι στοχεύουν στην εκπλήρωση απευθείας στο πρόσωπο του εταίρου και όχι στην εταιρεία. Πολύ περισσότερο, οι εξωεταιρικές συμφωνίες μεταξύ των εταίρων, όπως για παράδειγμα η συνεννόηση για τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος ψήφου, δεν μπορεί να στηρίξει την εταιρική αγωγή. Αναφορικά με τις αξιώσεις της εταιρείας κατά τρίτων προσώπων γίνεται δεκτό ότι άσκηση εταιρικής αγωγής από εταίρο είναι απαράδεκτη διότι αυτές μπορούν να ασκηθούν αποκλειστικά από τα διαχειριστικά όργανα της εταιρείας για λόγους ασφάλειας των συναλλαγών.
ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ
Το ερώτημα που ανακύπτει στο σημείο αυτό είναι, αν ο αληθής δικαιούχος της απαίτησης (δηλαδή η εταιρεία που βρίσκεται εκτός δίκης) καταλαμβάνεται από το ουσιαστικό δεδικασμένο τυχόν τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Επί του ζητήματος αυτού έχουν υποστηριχθεί οι εξής απόψεις:
- Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, η εταιρεία θεωρείται τρίτο πρόσωπο ως προς την επίδικη έννομη σχέση για αυτό και δεν δύναται να δεσμεύεται από το δεδικασμένο. Η θέση αυτή στηρίζεται στην τυπική – δικονομική έννοια του διαδίκου. Εν προκειμένω, υφίσταται η δυνατότητα μόνο ανακοίνωσης της δίκης (άρθρο 91 ΚΠολΔ) και κατόπιν τούτου άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ( άρθρο 92 ΚΠολΔ) από την εταιρεία με σκοπό την απόκτηση της ιδιότητας διαδίκου και την δέσμευση από το δεδικασμένο. Σε κάθε περίπτωση η εταιρεία μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της απόφασης που εκδόθηκε σε βάρος της.
- Σύμφωνα με την δεύτερη άποψη, η επέκταση ή μη του δεδικασμένου θα εξαρτηθεί από το είδος της νομιμοποίησης. Αν δημιουργείται αποκλειστική νομιμοποίηση τότε ο αληθής δικαιούχος καλύπτεται από τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου, ενώ αν δημιουργείται σωρευτική/παράλληλη δεν καλύπτεται. Στην υπό εξέταση περίπτωση δηλαδή στην actio pro socio προαναφέρθηκε ότι δημιουργείται σωρευτική νομιμοποίηση και άρα η άποψη αυτή υποστηρίζει ότι η εταιρεία δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο.
- Μία τρίτη άποψη, τίθεται υπέρ της θέσης ότι η εταιρεία δεσμεύεται μόνο από το ευνοϊκό δεδικασμένο για τα συμφέροντα της το οποίο δεν μπορεί να αποκρούσει διότι δεν είναι βλαπτικό για αυτή. Αυτό βρίσκεται σε μεγαλύτερη συνάρτηση με τον ρόλο της actio pro socio ως επικουρικής όταν η εταιρεία επιθυμεί να ασκήσει την ίδια αξίωση μετά τον εταίρο και βρίσκει έρεισμα στο θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα ακροάσεως του άρθρου 20 Σ υποστηρίζοντας ότι κανείς δεν μπορεί να δεσμεύεται από μία δικαστική απόφαση πριν την έκδοση της οποίας δεν κλήθηκε να ακουστεί. Πάντως και σε κάθε περίπτωση αν η εταιρεία ασκήσει την ίδια αξίωση μετά την τελεσίδικη απόρριψη της αξίωσης του εταίρου δημιουργείται εκτενής επιβάρυνση του εναγομένου, το οποίο όμως μπορεί να κριθεί ανεκτό αν αναλογιστεί κανείς ότι και ο ίδιος υπόκειται στη δέσμευση της εταιρικής σύμβασης και άρα η προστασία του εταιρικού συμφέροντος δεν του είναι ξένη.
- Κατά μία τέταρτη άποψη, η εταιρεία ως αληθής δικαιούχος της απαίτησης δεσμεύεται σε κάθε περίπτωση τόσο από το ευνοϊκό όσο και από το δυσμενές δεδικασμένο. Σε κάθε περίπτωση διατηρεί το δικαίωμα άσκησης παρέμβασης σε κάθε στάση της δίκης αλλά και τριτανακοπής στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες δεν μετείχε κατά οποιονδήποτε τρόπο στη δίκη.
- Τέλος, μία άλλη άποψη δέχεται ότι η εταιρεία δύναται να ασκήσει κύρια παρέμβαση στη δίκη της actio pro socio. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνει αντιποίηση του αντικειμένου της δίκης με σκοπό την άρση του θεμελίου της επικουρικότητας της actio pro socio. Ειδικότερα, η αντιποίηση του αντικειμένου της δίκης μπορεί να συνίσταται στην αμφισβήτηση της ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος εταίρου είτε στην αμφισβήτηση αδράνειας των διαχειριστικών οργάνων της εταιρείας.
Η επέκταση της δεσμευτικής ενέργειας του ουσιαστικού δεδικασμένου τυχόν τελεσίδικης δικαστικής απόφασης στην αληθή δικαιούχο εταιρεία, αποτελεί ένα ζήτημα διχογνωμίας στη θεωρία, ενώ λύση δεν έχει δοθεί ούτε από τη σχετική νομολογία.
ΕΚΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑ
Όπως και στο πεδίο του δεδικασμένου έτσι και εδώ έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις. Η πρώτη άποψη εκκινεί από την τυπική έννοια του διαδίκου και δεν αποδέχεται την ταύτιση του μη δικαιούχου και του αληθούς δικαιούχου, με δεδομένο ότι διάδικοι είναι το πρόσωπο που ζητάει την έννομη προστασία και το πρόσωπο κατά του οποίου αυτή ζητείται. Επομένως, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν δημιουργείται εκκρεμοδικία στην υπό εξέταση περίπτωση. Η άποψη αυτή φαίνεται να είναι και η κρατούσα.
Αντίθετα, άλλη άποψη αποδέχεται τη θεμελίωση εκκρεμοδικίας με τον εξής συλλογισμό: οι θεσμοί του δεδικασμένου και της εκκρεμοδικίας βρίσκονται σε λειτουργική αλληλεξάρτηση προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και η πιθανότητα και μόνο επέκτασης του δεδικασμένου αρκεί για την θεμελίωση εκκρεμοδικίας. Παρατηρείται έτσι ότι τόσο ο σκοπός όσο και η προσδοκώμενη προστασία εκ των δύο αγωγών συμπίπτει με αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις άμεσα ωφελούμενη να είναι η εταιρεία στην περιουσία της οποίας ανήκει και η αξίωση από την εταιρική αγωγή. Ακολουθώντας την παραπάνω συλλογιστική, γίνεται δεκτό ότι αν η εταιρεία ασκήσει την εταιρική αγωγή σε χρονικό σημείο στο οποίο η actio pro socio είναι επίδικη, θεμελιώνεται εκκρεμοδικία και αναστέλλεται η επιδίκαση της αγωγής της εταιρείας ως την περάτωση της δίκης της actio pro socio. Αντίστοιχα, η εκκρεμοδικία θα εμποδίζει και τυχόν ασκηθείσα αγωγή άλλου συνεταίρου που αφορά το ίδιο αντικείμενο.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Συμπερασματικά, η οργάνωση των προσωπικών εταιρειών στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και συνεργασία των εταίρων. Παράλληλα οι διατάξεις του νόμου, συνδυαστικά με το καταστατικό φροντίζουν για την εύρυθμη και ομαλή λειτουργία τους, όμως αυτά υπό κάποιες συνθήκες δεν επαρκούν. Ένα σύνολο κανόνων που απορρέουν από την εταιρική πίστη και την υποχρέωση διαφύλαξης των συμφερόντων της εταιρείας και των εταίρων της, οδηγεί στον κρίσιμο μηχανισμό προστασίας της εταιρικής περιουσίας και αποκατάστασης ζημιών που προκαλούνται από παραβάσεις των διαχειριστών ή εταίρων. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό είναι που αποκτά ιδιαίτερη σημασία η εταιρική αγωγή (actio pro socio).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Ψυχομάνης Σ. , Δίκαιο Εμπορικών Εταιρειών 4η έκδ., 2020, Σάκκουλας
- Παναγιώτου Π., Το Νέο Δίκαιο της Ομόρρυθμης και Ετερόρρυθμης Εταιρείας, Τα Νομοθετικά και ερμηνευτικά προβλήματα της αναθεώρησης με το Ν. 4072/12
- Γκρίτζαλης Γ., Η actio pro socio στις προσωπικές εταιρείες, ΧρΙΔ 2005
- Γιοβαννόπουλος Ρ. σε Τέλλης Ν./ Αντωνόπουλος Β., Προσωπικές Εμπορικές Εταιρείες, Άσκηση εταιρικών αξιώσεων – εταιρική αγωγή
- Τριανταφυλλάκης Γ., σε Δίκαιο Προσωπικών Εταιρειών Επιμέλεια Μαρίνος Θ./ Τριανταφυλλάκης Γ., Ερμηνεία κατ’ άρθρον ( άρθρ. 249 – 294 Ν. 4072/2012), Η actio pro socio
- Ρόκας Ν., Εμπορικές Εταιρείες 9η έκδοση 2019., Σάκκουλας
- Ψαρουδάκης Γ. σε Τέλλης Ν./ Αντωνόπουλος Β. Προσωπικές Εμπορικές Εταιρείες 2024, Ενοχική και οργανωτική σύμβαση
- Ν. Νίκας, Πολιτική δικονομία, τόμ. 3, 2η έκδ., 2022, Σάκκουλας
- Πλεύρη Α., Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη, 2014, Σάκκουλας
















