Από την Ελευθερία Κογιού, ασκούμενη δικηγόρο, μεταπτυχιακή φοιτήτρια Δημοσίου Χρηματοπιστωτικού Δικαίου Νομικής Σχολής Αθηνών


Η απόφαση 147/2025 του Αρείου Πάγου, αφορά την αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών βάσει της οποίας οι αναιρεσείοντες θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για χειραγώγηση της αγοράς. Ειδικότερα, με την από 01.10.2012 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος κατήγγειλε πράξεις και παραλείψεις κατάχρησης αγοράς, οι οποίες οδήγησαν στην αγορά εκ μέρους του 1.984.441 μετοχών ονομαστικής αξίας 732.807,41 ευρώ, που μετά από λίγους μήνες από την τελευταία συναλλαγή, τέθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε οριστική αναστολή διαπραγμάτευσης με πλασματική αξία 0,12 ευρώ. Αιτήθηκε α) ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη δε, το ποσό των 732.807,41 ευρώ με ταυτόχρονη μεταβίβαση των μετοχών του, η πραγματική αξία των οποίων είχε εκμηδενιστεί και επικουρικά το ποσό των 494.674,49 ευρώ, β) ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη το ποσό των 100.761,01 ευρώ, γ) ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το ποσό των 300.000 ευρώ, δ) ανατοκισμό των τόκων από την επίδοση της αγωγής και ε) ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης την κράτηση των εναγομένων, νυν αναιρεσείοντων.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα μεταβίβασης των μετοχών και ανατοκισμού, ενώ επιδίκασε το ποσό των 732.807,41 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία, των 100.761,01 ευρώ ως  αποζημίωση για το διαφυγόν κέρδος και των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, απαγγέλοντας ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης προσωπική κράτηση ενός έτους των εναγομένων – αναιρεσείοντων. Κατά της αποφάσεως, ασκήθηκε έφεση και από τα δύο διάδικα μέρη. Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κράτησε και δίκασε την αγωγή. Επιδίκασε δε, το ποσό των 853.568,42 συν τον νόμιμο τόκο, μη διαφοροποιούμενο ως προς το ποσό με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά επιδικάζοντας ρητά τόκους, ενώ ενέκρινε το αίτημα περί της ταυτόχρονης μεταβίβασης των μετοχών στους αναιρεσείοντες, το οποίο είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμο, απήγγειλε προσωπική κράτηση ενός έτους και υποχρέωσε τους εναγομένους στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος. Τέλος, οι εκκαλούντες – εναγόμενοι άσκησαν αίτηση αναιρέσεως και πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της απόφασης του Εφετείου. Εντούτοις, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως για τους κάτωθι αναφερόμενους λόγους.

 II.            ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο πρώτος εναγόμενος και η οικογένειά του είχαν μακροχρόνια επαγγελματική πορεία στο συγκεκριμένο κλάδο, ήταν βασικοί μέτοχοι και ουσιαστικά ελέγχαν μία εταιρεία. Η δεύτερη εναγομένη ήταν μέλος και από το 2006 Πρόεδρος, Διευθύνουσα Σύμβουλος και νόμιμη εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας, η οποία ανακοίνωσε την έναρξη διαπραγματεύσεων διεθνούς συνεργασίας. Οι τελευταίες, εγκρίθηκαν από την Έκτακτη Γενική Συνέλευση της 12/5/2007, χωρίς να μεταβληθεί το κύριο αντικείμενο εργασιών της εταιρείας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν θετικές προσδοκίες για την περαιτέρω πορεία της.

Από τα μέσα του 2006, ο πρώτος εναγόμενος είχε προαποφασίσει και προσυμφωνήσει την πώληση της δραστηριότητας υπαίθριας διαφήμισης της Εταιρείας και όλων των σχετικών περιουσιακών στοιχείων σε αλλοδαπή εταιρεία, αντί τιμήματος ύψους 56,5 εκατομμυρίων ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό, καταρτίστηκε η από 27.5.2006 έγγραφη συμφωνία με την οποία ο πρώτος εναγόμενος, ως εκπρόσωπος της Εταιρείας, δεσμεύτηκε ότι αυτή (ήτοι η εταιρεία του και οι θυγατρικές της) θα μεταβίβαζαν όλες τις υφιστάμενες συμβάσεις μίσθωσης και ότι, σε περίπτωση αδυναμίας ολοκλήρωσης της συμφωνίας για οποιονδήποτε λόγο, θα έβρισκαν κοινή λύση. Ακολούθησε η κατάρτιση χρονοδιαγράμματος που προέβλεπε τη μεταβίβαση της δραστηριότητας σε δύο φάσεις (75% άμεσα και 25% έως τον Ιούνιο 2009), μέσω μερικής μεταβίβασης μετοχών και περιουσιακών στοιχείων, με προκαθορισμένο τίμημα βάσει του EBITDA του οικονομικού έτους 2007/2008, καταβολές με τη μορφή προκαταβολής και με δεσμευμένο τραπεζικό λογαριασμό, καθώς και ρήτρες μη ανταγωνισμού και φορολογικές διευθετήσεις. Όλες οι συμφωνίες δε, αποτυπώθηκαν στις οικονομικές καταστάσεις της ελβετικής εταιρείας για τα έτη 2008 και 2009 και δημοσιεύθηκαν στον αλλοδαπό τύπο (7.8.2008).

Ωστόσο, η δεύτερη εναγομένη, ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας, δεν προέβη σε ανακοινώσεις σχετικά με προνομιακές πληροφορίες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξία και εμπορευσιμότητα των μετοχών της εταιρείας, διατηρώντας τεχνητά την τιμή της μετοχής, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, ο ενάγων να προβεί σε αγορά των μετοχών σε τιμή που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική τους αξία και οι οποίες μετά από λίγους μήνες από την τελευταία συναλλαγή τέθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε οριστική αναστολή διαπραγμάτευσης με πλασματική αξία 0,12 ευρώ.

III.            ΟΙ ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ

Οι αναιρεσείοντες στον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδουν στην απόφαση του εφετείου την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα δικαίου, καθώς κατά τους ισχυρισμούς τους το δικαστήριο δέχτηκε ότι η ζημία του αναιρεσίβλητου γεννήθηκε κατά τον χρόνο απόκτησης των μετοχών. Ειδικότερα, δέχθηκε εσφαλμένα ότι η αξία μίας μετοχής εισηγμένης στο χρηματιστήριο αξιών έχει ονομαστική και πραγματική (εσωτερική) αξία, ενώ κατά τους ίδιους η αξία μίας μετοχής είναι μία, η αγοραία και η πραγματική αξία της είναι μόνο ένα λογιστικό μέτρο. Όμως, το Δικαστήριο απέρριψε, τον παραπάνω λόγο ως αόριστο, καθώς δεν αναφερόταν ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε και η επίδραση του σφάλματος στο διατακτικό της απόφασης.

Για την ίδρυση του υπό κρίση αναιρετικού λόγου, απαιτείται παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Το αν ένας κανόνας είναι ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου δε, κρίνεται με βάση το περιεχόμενο, το αντικείμενο και τον σκοπό του[1]. Για το ορισμένο και κατά συνέπεια παραδεκτό του ανωτέρω λόγου, το Δικαστήριο πράγματι απαιτεί παγίως παράθεση (ενάριθμη και κατά περιεχόμενο) της παραβιαζόμενης διάταξης, της κρίσης της προσβαλλόμενης απόφασης, του σφάλματος στην ερμηνεία ή την υπαγωγή, καθώς και πλήρη και σαφή παράθεση των πραγματικών περιστατικών. Η εν λόγω αξίωση δε, έχει υποστεί κριτική ενώ ορθότερη κρίνεται η απαίτηση επαρκούς εξειδίκευσης του νομικού σφάλματος και η ανεύρεση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε βάσει της αρχής iura novit curia και του άρθρου 562 ΚΠολΔ.[2]

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ

Με τον δεύτερο  λόγο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο δεν εξέτασε τον πρόσθετο λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων αναφορικά με το ζήτημα της προσωπικής κράτησης. Το παρόν, κατά τους ισχυρισμούς τους, συνέχεται αναγκαία με τα κεφάλαια της εφέσεως του κύριου δικογράφου που αφορούν την κακή εκτίμηση αποδείξεων ως προς την στοιχειοθέτηση της αδικοπρακτικής τους ευθύνης και καταβολής του επιδικασθέντος ποσού. Για το λόγο αυτό θεώρησαν ότι υφίστατο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 (και όχι του 559 αρ. 9, όπως αναγράφουν στο δικόγραφό τους), κατά ορθή νομική εκτίμηση. Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον προαναφερθέντα λόγο αναίρεσης κρίνοντας, ορθώς, ότι το εφετείο εξέτασε τον πρόσθετο λόγο έφεσης ενώ η προσωπική κράτηση δεν συνέχεται αναγκαστικώς από την αποζημίωση. Είναι γεγονός δε, ότι στην περίπτωση της προσωπικής κράτησης ο σύνδεσμος με το κεφάλαιο της αποζημίωσης είναι δικονομικός, με αποτέλεσμα να εκλείπει η αναγκαία συνάφεια και να χωρεί η επίκλησή του με άσκηση δικογράφου προσθέτων λόγων.[3]

ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ

Με τον πρώτο λόγο του πρώτου δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης -και τον συναφή τρίτο λόγο του δεύτερου δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης-, κατά το πρώτο σκέλος τους, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλοντας ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 7 του Ν. 3340/2005 και 914, 919 ΑΚ. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι από παραβάσεις του δικαίου της κεφαλαιαγοράς δεν γεννάται αυτοτελής αξίωση αποζημίωσης μεμονωμένου επενδυτή. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων, δεν ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εκδότριας εταιρείας, αλλά απλός μέτοχος, και συνεπώς, δεν μπορούσε να είναι υποκείμενο χειραγώγησης της αγοράς με τη μορφή της διάδοσης ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 3340/2005, ούτε να υπέχει ευθύνη για παράβαση των διατάξεων περί δημοσιοποίησης προνομιακών πληροφοριών. Υποστηρίζουν ακόμη ότι το εφετείο με την απόφασή του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 10 παρ. 1 του Ν. 3340/2005, κρίνοντας ότι οι διαπραγματεύσεις του πρώτου αναιρεσείοντος με τον ελβετικό όμιλο συνιστούσαν προνομιακές πληροφορίες -μολονότι επρόκειτο για άτυπες και μη δεσμευτικές συζητήσεις, χωρίς προηγούμενη εξουσιοδότηση από την εκδότρια εταιρεία και οι οποίες δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις της έννοιας της προνομιακής πληροφορίας. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι προκειμένου να γίνει λόγος περί χειραγώγησης της αγοράς, απαιτείται άμεση αναφορά ή επίδραση στην τιμή του χρηματοπιστωτικού μέσου.

Ακόμη, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν ότι την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ ως προς την έννοια του αιτιώδους συνδέσμου, καθόσον, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η χρονική απόσταση μεταξύ των επίμαχων ανακοινώσεων και των αγορών των μετοχών από τον ενάγοντα, καθώς και η συστηματική επενδυτική του συμπεριφορά και η γνώση των πραγματικών εξελίξεων, αποκλείουν την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ανακοινώσεων αυτών και της επελθούσας ζημίας. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι το εφετείο, δεχόμενο πως η ζημία του ενάγοντος προκλήθηκε ευθέως από τις ανακριβείς και παραπλανητικές ανακοινώσεις, παραβίασε και τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, καθόσον η ζημία θα έπρεπε να υπολογισθεί αποκλειστικά με βάση τη διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης των μετοχών και της τιμής στην οποία αυτές θα μπορούσαν να πωληθούν μετά τη μείωση της χρηματιστηριακής τους αξίας.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι τα άρθρα 3 και 4 του Ν. 3340/2005, ρυθμίζουν την κατάχρηση αγοράς με τη μορφή της εκμετάλλευσης προνομιακής πληροφορίας (insider trading), ενώ το άρθρο 7 ρυθμίζει την κατάχρηση αγοράς με τη μορφή χειραγώγησης (market manipulation). Στην παράγραφο 3 περ. δ` του προαναφερόμενου άρθρου 7, προβλέπεται ειδική μορφή απαγόρευσης χειραγώγησης που αφορά τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ίδιου νόμου, οι εκδότες υποχρεούνται να δημοσιοποιούν προνομιακές πληροφορίες που τους αφορούν. Η υποχρέωση δημοσιοποίησης, εξειδικεύεται περαιτέρω στην υπ’ αριθ. 3/347/2005 Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 6 Ν. 3340/2005 και το άρθρο 21 Ν. 3556/2007, οι προνομιακές πληροφορίες πρέπει να δημοσιοποιούνται από τον εκδότη μέσω έντυπων ή ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, του διαδικτυακού του τόπου ή του Δελτίου του Χρηματιστηρίου Αθηνών, σύμφωνα και με την υπ’ αριθ. 1/434/2007 Απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Όσον αφορά το ζήτημα της επιβολής κυρώσεων αστικής φύσεως, τίθεται ζήτημα εφαρμογής των άρθρων 914 και 919 ΑΚ.[4] Πιο αναλυτικά, για τη στοιχειοθέτηση αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση κατά την ΑΚ 914 απαιτείται η διαπίστωση παρανομίας, υπαιτιότητας, ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου. Οι ποινικές και διοικητικές κυρώσεις συχνά αποδεικνύονται ανεπαρκείς, είτε λόγω δυσχερειών κατά τη διαδικασία της απόδειξης είτε λόγω εγγενών αναποτελεσματικοτήτων. Αντίθετα, μέσω της ύπαρξης αστικής ευθύνης το οικονομικό βάρος μεταφέρεται στον υπαίτιο και ενισχύεται η εμπιστοσύνη στις αγορές[5]. Η αναγνώριση αυτής (ήτοι της αστικής ευθύνης) και συνεπώς του δικαιώματος αποζημίωσης σε περιπτώσεις χειραγώγησης αγοράς κρίνεται αναγκαία, καθώς κατ’ αυτό τον τρόπο δεν προστατεύεται μόνο η αγορά αλλά και η εμπιστοσύνη των επενδυτών. Ιδίως οι μικροεπενδυτές, που στερούνται γνώσεων και πόρων, χρειάζονται αυξημένη προστασία. Αυτό έχει αναγνωριστεί και από την ελληνική νομολογία, η οποία διαφοροποίησε την αντιμετώπιση ανάλογα με το επίπεδο εμπειρίας του επενδυτή[6] ενώ η μη ρητή πρόβλεψη αποζημίωσης στο ενωσιακό δίκαιο δεν αποκλείει την εφαρμογή της σε εθνικό επίπεδο.

Ειδικότερα, η ΕΕ αφήνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεσπίζουν πρόσθετους μηχανισμούς και κανόνες, καθώς μόνο με την αναγνώριση δικαιώματος τυγχάνουν αποτελεσματικής εφαρμογής οι σχετικοί ενωσιακοί κανόνες. Στην περίπτωση χειραγώγησης της αγοράς με τη μορφή διάδοσης ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών δε, η ευθύνη είναι υποκειμενική, απαιτείται δηλαδή δόλος ή αμέλεια ενώ το πρόσωπο που προέβη στις εν λόγω πράξεις θα πρέπει να γνώριζε ή να όφειλε να γνωρίζει τον ψευδή ή παραπλανητικό χαρακτήρα των επίμαχων πληροφοριών ή στοιχείων. Κρίσιμη είναι εν προκειμένω η ιδιότητα του χειραγωγούντος. Αποκαταστατέα ζημία, κατά την ορθότερη και υιοθετούμενη εν προκειμένω από το δικαστήριο θεωρία της διαφοράς, είναι το διαφέρον εμπιστοσύνης.

Το Δικαστήριο εν προκειμένω, έκρινε τους επίμαχους ισχυρισμούς αβάσιμους. Σύμφωνα με την κρίση του, η αναγνώριση δικαιώματος αποζημίωσης των επενδυτών μέσω των ΑΚ 914 και 919 είναι αναγκαία προκειμένου να επιτευχθεί αποτελεσματική εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων στο δίκαιο της κεφαλαιαγοράς. Έκρινε, ακόμη, ότι η παραβιασθείσα διάταξη είναι εκείνη της παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 3340/2007, η οποία απαγορεύει πράξεις χειραγώγησης της αγοράς από οποιονδήποτε και όχι η παρ. 3 του ιδίου άρθρου, η οποία εισάγει ειδική μορφή απαγόρευσης. Επιπλέον, η διάταξη δεν απαιτεί να αναφέρεται η τιμή του χρηματοπιστωτικού μέσου. Σχετικά με τον χαρακτηρισμό των πληροφοριών ως προνομιακών, το δικαστήριο υπογραμμίζει ότι ο προνομιακός χαρακτήρας αιτιολογείται από το γεγονός πως ο αναιρεσείων διοικούσε σκιωδώς την εταιρεία. Ακόμη, ο ισχυρισμός περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφορικά με τη διαπίστωση της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου στο πλαίσιο της ΑΚ 914 και 919, κατά την κρίση του Δικαστηρίου σχετίζεται με την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και όχι με το σφάλμα ερμηνείας ή υπαγωγής. Τέλος, έκρινε ότι το εφετείο, επικαλούμενο τη θεωρία της διαφοράς για τον υπολογισμό της ζημίας του ενάγοντος, ορθά εφάρμοσε την ΑΚ 298 και συνεπώς, δεν υφίσταται η επικαλεσθείσα αναιρετική πλημμέλεια.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ

Οι αναιρεσείοντες, ισχυρίζονται ότι η απόφαση του εφετείου στερείται νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, καθώς αφενός δέχεται ότι η ζημία του ενάγοντος δεν προήλθε από πτώση της χρηματιστηριακής αξίας της μετοχής αλλά από την καταχρηστική συμπεριφορά των εναγομένων, αφετέρου ότι οι τελευταίοι με ψευδείς και παραπλανητικές ανακοινώσεις διατήρησαν τεχνητά την τιμή της μετοχής. Η διαπίστωση χειραγώγησης μέσω σταθεροποίησης της τιμής προϋποθέτει, κατά τους ισχυρισμούς τους, ότι η ζημία θα έπρεπε να συνδέεται με μεταγενέστερη πτώση της τιμής. Το δικαστήριο, όμως απέκλεισε την πτώση της τιμής ως αιτία της ζημίας, γεγονός που, κατά τους αναιρεσείοντες, συνεπάγεται έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Ο Άρειος Πάγος, απέρριψε τον προαναφερόμενο λόγο ως αόριστο και κατ’ επέκταση απαράδεκτο, καθώς δεν προσδιοριζόταν ποια διάταξη ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκε, ποιο συγκεκριμένο νομικό σφάλμα αποδόθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή της, ούτε ποιες επιπλέον αιτιολογίες όφειλε, κατά τους αναιρεσείοντες, να περιλαμβάνει το σκεπτικό της. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο προέβη σε ουσιαστική αξιολόγηση του λόγου και τον απέρριψε ως αβάσιμο, επισημαίνοντας ότι η αιτίαση των αναιρεσείοντων βασιζόταν σε αποσπασματική ανάγνωση της απόφασης. Επιπλέον, τόνισε ότι από το σύνολο των παραδοχών του Εφετείου προέκυψε σαφώς ότι η ζημία δεν συνδεόταν με μεταγενέστερη πτώση της χρηματιστηριακής αξίας, αλλά με το γεγονός ότι, λόγω των ψευδών και παραπλανητικών ανακοινώσεων, οι επενδυτές οδηγήθηκαν σε αγορά μετοχών σε τιμή πλασματική, η οποία δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική τους αξία.

Τελικώς, το Δικαστήριο υιοθέτησε μια σύγχρονη και λειτουργική έννοια της ζημίας στην κεφαλαιαγορά, αναγνωρίζοντας ότι η περιουσιακή βλάβη μπορεί να προκύψει όχι μόνο από μεταγενέστερη πτώση της τιμής της μετοχής (loss from price decline), αλλά και από την αγορά σε πλασματικά υψηλή τιμή (price inflation damage), που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία της μετοχής. Δέχτηκε δε, ότι η ζημία συνίσταται σε θετική περιουσιακή βλάβη, σύμφωνα με τη θεωρία της διαφοράς (Differenzhypothese), κατά την οποία η αποκατάσταση υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης του θιγόμενου και της υποθετικής περιουσιακής κατάστασης που θα είχε εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η παραπλανητική ενέργεια.[7] Ωστόσο, η παράθεση του συνόλου των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης συνιστά προϋπόθεση για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου και όχι για τη βασιμότητά του, όπως εσφαλμένα φαίνεται να έκρινε το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση.[8]

ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ

Με τον τρίτο λόγο του δεύτερου δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υποστήριξαν ότι το εφετείο ερμήνευσε λανθασμένα τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 29 παρ. 1 του Ν. 3340/2005, κρίνοντας ότι για να θεωρηθεί μια πληροφορία ευρέως γνωστή και μη προνομιακή, απαιτείται να έχει δημοσιευθεί αποκλειστικά στο ημερήσιο δελτίο του Χρηματιστηρίου ή στο διαδίκτυο. Επιπροσθέτως, το εφετείο έκρινε ότι οι πληροφορίες σχετικά με τη μεταβίβαση των μέσων υπαίθριας διαφήμισης και την αποξένωση της ΑΕ ήταν προνομιακές κατά το άρθρο 6 παρ. 1 Ν. 3340/2005, καθώς αφορούσαν σημαντικές επιχειρηματικές συνεργασίες με όμιλο του εξωτερικού, επηρεάζοντας δυνητικά τη χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας. Η μη δημοσιοποίησή τους σύμφωνα με τον επιβαλλόμενο τρόπο (άρθρο 21 Ν. 3556/2007 και Απόφαση ΕΚ 3/347/2005), επέβαλλε στην εκδότρια εταιρεία να προβεί σε άμεση επιβεβαίωση ή διάψευση των πληροφοριών, κάτι που δεν έγινε. Ακόμη, απέδωσαν, κατά το δεύτερο σκέλος του υπό κρίση αναιρετικού λόγου, στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την πραγματική αξία των μετοχών, τη χρονική σειρά των γεγονότων, την εξουσιοδότηση των εκπροσώπων της εταιρείας και τη λειτουργία της συμφωνηθείσας συνεργασίας. Ο Άρειος Πάγος από την πλευρά του δε, έκρινε, ορθά, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου ουσίας, καθώς ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι σε ζήτημα πραγματικό και όχι νομικό.

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ

Στο πρώτο σκέλος του εν λόγω αναιρετικού λόγου, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι με απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εφαρμόστηκε εσφαλμένα το άρθρο 298 ΑΚ, υποπίπτοντας στο σφάλμα του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι το εφετείο κατά τον υπολογισμό της ζημίας θα έπρεπε να υπολογίσει το διαφυγόν κέρδος τμηματικά, δεδομένου ότι η ο ενάγων ζημιωνόταν με κάθε επιμέρους συναλλαγή. Το Δικαστήριο απέρριψε τον λόγο ως αβάσιμο, επειδή, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αξία των μετοχών που αγόρασε ο ενάγων ήταν μηδενική ήδη από το 2010, όταν τέθηκαν υπό οριστική αναστολή διαπραγμάτευσης. Επομένως, δεν υπήρχε ανάγκη τμηματικού υπολογισμού της ζημίας.

Στο δεύτερο σκέλος του λόγου, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στο σφάλμα του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ως προς την επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους κατά το άρθρο 298 ΑΚ, διότι δεν αιτιολογείται επαρκώς ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ο ενάγων θα κατέθετε τα επίδικα ποσά σε έντοκο τραπεζικό λογαριασμό. Επισημαίνουν δε, ότι το εφετείο αναγνώρισε πως ο ενάγων ήταν συστηματικός επενδυτής ενώ δεν προτιμούσε ασφαλείς και περιορισμένα κερδοφόρες επενδύσεις, όπως οι τραπεζικοί λογαριασμοί, αλλά πιο επισφαλείς επενδύσεις με πιθανότητα υψηλών κερδών. Το  Δικαστήριο δε, απέρριψε τον λόγο αυτό ως αβάσιμο, κρίνοντας ότι τα επιχειρήματα των αναιρεσείοντων αναφέρονταν στην αξιολόγηση των αποδείξεων και στην ερμηνεία του νόμου και όχι σε παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, άρα δεν υφίστατο οιοδήποτε ελάττωμα της αιτιολογίας που να επιδέχεται αναιρετικού ελέγχου.

ΠΕΜΠΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ

Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ακόμη την αναιρετική πλημμέλεια του αρ 11 γ. του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ισχυρίζονται, πως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν του τις οικονομικές καταστάσεις τη εταιρείας για τα έτη 2007, 2008, 2009, τα οποία είχαν επικαλεστεί στον πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας προς ανταπόδειξη των ισχυρισμών του ενάγοντος. Το Δικαστήριο έκρινε τον λόγο αβάσιμο καθώς, όπως προκύπτει από το από 10.10.2024 υπόμνημα των αναιρεσείοντων ενώπιον του Αρείου Πάγου, τα επίμαχα έγγραφα δεν προσκομίσθηκαν στο αναιρετικό στάδιο, γεγονός που καθιστά αδύνατο τον έλεγχο του περιεχομένου τους και, συνακόλουθα, την εξακρίβωση της τυχόν μη λήψης τους υπόψη από το Εφετείο. Περαιτέρω, υπογράμμισε ότι από τη ρητή διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Το γεγονός, τέλος, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απέδωσε την αποδεικτική βαρύτητα που επιθυμούσαν οι αναιρεσείοντες στα συγκεκριμένα έγγραφα δεν συνιστά παράλειψη λήψης τους υπόψη, αλλά ανήκει στην αναιρετικώς ανέλεγκτη ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΕΚΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ

Με τον εν λόγω αναιρετικό ισχυρισμό τους, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην απόφαση του εφετείου παραβίαση των άρθρων 914, 928 εδάφιο β`, 929 εδάφιο β`, 297 και 298 του ΑΚ. Κατά τον ισχυρισμό τους, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε λανθασμένα ότι ο ενάγων είναι αμέσως ζημιωθείς, ενώ στην πραγματικότητα η ζημία του προέρχεται από την πτώση της τιμής της μετοχής και είναι έμμεση. Ο Άρειος Πάγος επί του παρόντος, επανέλαβε την ανάγκη αναγνώρισης ατομικού δικαιώματος αποζημίωσης σε ιδιώτες επενδυτές για την αποτελεσματική εφαρμογή των ενωσιακών διατάξεων του δικαίου της κεφαλαιαγοράς.

ΕΒΔΟΜΟΣ ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ

Με τον υπό κρίση λόγο, οι αναιρεσείοντες υποστήριξαν ότι το εφετείο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας κατά την επιδίκαση ποσού 20.000 ευρώ στον ενάγοντα. Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος κατά τον έλεγχο των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του εφετείου δεν διαπίστωσε υπέρβαση, ενώ έκρινε πως το δικαστήριο εφάρμοσε ορθά την αρχής της αναλογικότητας. Όπως ορθά επεσήμανε δε, το εύλογο της αποζημίωσης κατά την 932 ΑΚ κρίνεται με βάση, ιδίως, το είδος και τη βαρύτητα της ηθικής προσβολής, την περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, τη βαρύτητα του πταίσματος του δράστη και σε κάθε περίπτωση πρέπει να ανευρίσκεται η απαραίτητη ισορροπία, ούτως ώστε να μην επιδικάζονται ποσά υπερβολικά ή ευτελή.[9] Ωστόσο, η κρίση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η επιδίκαση ευτελών ποσών στο πλαίσιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης πλήττει την αξία του ανθρώπου, κρίνεται υπερβολική.

IV. ΟΙ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Ο αναιρεσίβλητος στις 04.10.2024, ήτοι 3 ημέρες πριν τη δικάσιμο, η οποία είχε οριστεί για τις 07.10.2010, κατέθεσε προτάσεις και σχετικά έγγραφα, με τις οποίες ισχυρίστηκε: 1. Ότι το απαράδεκτο λόγω αοριστίας των λόγων του κύριου δικογράφου της αναίρεσης επισύρει το απαράδεκτο και των προσθέτων λόγων αυτής, 2. Ότι το πρώτο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε μετά την ορισθείσα δικάσιμο και ως εκ τούτου είναι εκπρόθεσμο, 3. Ότι το δεύτερο δικόγραφο των προσθέτων λόγων της αναίρεσης είναι απαράδεκτο, αφενός διότι αναφερόταν σε κεφάλαια τα οποία δεν είχαν προβληθεί με το κύριο δικόγραφο και αφετέρου διότι κατατέθηκε από δικηγόρο διορισμένη σε κατώτερο δικαστήριο, 4. Ότι και τα δύο δικόγραφα των προσθέτων λόγων είναι απαράδεκτα, αφενός διότι οι λόγοι αναίρεσης εισάγουν ισχυρισμούς που δεν έχουν προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο ουσίας και αφετέρου διότι δεν αφορούν σε νομικά σφάλματα, τα οποία είναι και τα μόνα που υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αλλά πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσία της υπόθεσης.

Το Δικαστήριο, πέραν των όσων έκρινε κατά την εξέταση των λόγων αναιρέσεως, υπογράμμισε  ότι ο αναιρεσίβλητος δεν τήρησε την εικοσαήμερη προθεσμία προ της δικασίμου, η οποία προβλέπεται για την κατάθεση προτάσεων και των σχετικών εγγράφων προκειμένου να εξεταστεί το παραδεκτό και εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Συνεπώς, έλαβε υπόψιν του τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου στο πλαίσιο και μόνο των όσων υπάγονται στην αυτεπάγγελτη ερευνά του. Έκρινε ακόμη ότι σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ. 1 η αοριστία των λόγων του κύριου δικογράφου της αναίρεσης εμπίπτει στο βάσιμο αυτής και δεν επηρεάζει το παραδεκτό των προσθέτων λόγων. Ο ισχυρισμός δε, ότι το πρώτο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης είναι εκπρόθεσμο απορρίφθηκε από το δικαστήριο, καθώς δεδομένου ότι κατατέθηκε στις 04.11.2021 με δικάσιμο στις 07.10.2024 βρισκόταν εντός της προθεσμίας 30 πλήρων ημερών προ της συζήτησης της αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Το Δικαστήριο επανέλαβε την διάταξη του άρθρου 281 ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία συζήτηση είναι εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Τέλος, επισήμανε ότι δικηγόρος διορισμένος σε κατώτερο δικαστήριο δύναται σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και την παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 4194/2013 να συντάσσει, να υπογράφει και να καταθέτει ένδικα βοηθήματα και μέσα που απευθύνονται ενώπιον ανωτέρων δικαστηρίων. Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως και ως εκ τούτου, απορρίφθηκε πρωτίστως εκ του λόγου αυτού ως απαράδεκτος.

 V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Συνοψίζοντας, η ΑΠ 147/2025 αναδεικνύει τη θέση του επενδυτή ως συμπροστατευόμενο έννομο αγαθό των διατάξεων του δικαίου της κεφαλαιαγοράς, αναγνωρίζοντας ρητά τη δυνατότητα θεμελίωσης ατομικής αξίωσης σε αποζημίωση. Η επίμαχη απόφαση δε, συμβάλλει κατ’ αυτό τον τρόπο  στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στην ορθή λειτουργία της κεφαλαιαγοράς, ενισχύοντας έτσι τη διαφάνεια, αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα αυτής.

ΠΗΓΕΣ:

ΒΙΒΛΙΑ

Γεωργιάδης Γ. σε Γεωργιάδης Απ. Σύντομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα. Τόμος Ι (Π.Ν. Σάκκουλας 2010).

Λιάππης Δ. Αποζημίωση των Επενδυτών και Δίκαιο της Κεφαλαιαγοράς (Νομική Βιβλιοθήκη 2012).

Νίκας Νικόλαος Θ. Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, (Δ’ έκδοση, Σάκκουλας 2022).

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Booth Richard A. «Price Inflation and Price Maintenance in Securities Fraud Class Actions» (2025) Stanford Journal of Law, Economics & Business, Vol. 30 No. 1. Διαθέσιμο στο: https://law.stanford.edu/wp-content/uploads/2025/02/Price-Maintenace-and-Price-Inflation-2.20.2025.pdf

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

ΑΠ 147/2025. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΕφΑθ 5894/2018. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.


[1] Βλ. όμως και τον χαρακτηρισμό διατάξεων αναγκαστικής εκτέλεσης από τον ΑΠ ως ουσιαστικών, παρά τη δικονομική τους φύση, προκειμένου να επιτύχει έλεγχο της ορθής εφαρμογής τους μέσω του άρθρου 559. αρ. 1 ΚΠολΔ

[2] Βλ. Νικολάου Θ. Νίκα Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας (Δ’ έκδοση, Σάκκουλας 2022) 1043.

[3] Ibid 912.

[4] Η απάντηση διαφέρει σε επίπεδο συγκριτικού δικαίου με  το γαλλικό και το αυστριακό δίκαιο να αναγνωρίζει δικαίωμα αποζημίωσης του επενδυτή, το αγγλικό δίκαιο να μην κατοχυρώνει σχετικό δικαίωμα, ενώ το γερμανικό δίκαιο να εφαρμόζει ανάλογες διατάξεις περί πρόκλησης ζημίας αντίθετης στα χρηστά ήθη.

[5] Βλ. Δ. Λιάππη Αποζημίωση των Επενδυτών και Δίκαιο της Κεφαλαιαγοράς (Νομική Βιβλιοθήκη 2012) 90.

[6] Βλ. ΕφΑθ 5894/2018. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[7] Richard A. Booth, «Price Inflation and Price Maintenance in Securities Fraud Class Actions» (2025) Stanford Journal of Law, Economics & Business, Vol. 30 No. 1, pp. 135‑136. Διαθέσιμο στο: https://law.stanford.edu/wp-content/uploads/2025/02/Price-Maintenace-and-Price-Inflation-2.20.2025.pdf

[8] Βλ. Νικολάου Θ. Νίκα (αρ. 2) 1049.

[9] Γ. Γεωργιάδης σε Απ. Γεωργιάδης, Σύντομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, Τόμος Ι, Αθήνα, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, 2010, σελ. 1838,1839

Πηγή: Νομικός Παλμός