Από την Κατερίνα Μανωλάκου, ασκούμενη δικηγόρο Αθηνών (απόφοιτη Νομικής Σχολής Αθηνών)


Μετά τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε ο Ν 4800/2021 στον χώρο του οικογενειακού δικαίου και την καθιέρωση της αρχής της ισότιμης και από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας, ο σύγχρονος δικαστής καλείται να σταθμίσει με ιδιαίτερη προσοχή τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύναται να αποκλειστεί ο ένας γονέας από την άσκησή της. Και ενώ η σύγχρονη νομολογία τείνει να ενισχύει τον ρόλο του πατέρα αντιλαμβανόμενη τα οφέλη της ισότιμης συμμετοχής του στην ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των τέκνων, ήδη έχουν αρχίσει να διαφαίνονται οι πρώτες δυσχέρειες στην ερμηνεία των εξαιρέσεων περί αποκλεισμού του ενός γονέα. Στην υπό σχολιασμό υπ’ αριθ. 493/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, εξετάστηκαν περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, καθώς και το κατά πόσο το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας, ως ειδικότερος τρόπος κατανομής της επιμέλειας, εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου.

Εν προκειμένω, για την πληρέστερη κατανόηση των ανωτέρω νομικών ζητημάτων, κρίνεται σκόπιμη μια συνοπτική παράθεση των πραγματικών περιστατικών που έλαβε υπόψιν του το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Πραγματικά Περιστατικά

Οι διάδικοι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους απέκτησαν ένα τέκνο, το οποίο κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διένυε την ηλικία των έξι ετών. Η έγγαμη συμβίωση των μερών χαρακτηρίστηκε από έντονες προστριβές και συγκρούσεις, με αποκορύφωμα δύο περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας από τον πατέρα εναντίον της μητέρας. Η τελευταία υπέβαλε μήνυση για αμφότερα τα περιστατικά και κατόπιν τούτων, για το μεν πρώτο ακολούθησε η διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης για το δε δεύτερο εκκρεμούσε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο Εφετείο, η ποινική διαδικασία εις βάρος του πατέρα. Εξαιτίας της ανεπανόρθωτης διαρραγής των σχέσεών τους, επήλθε η διάσταση της έγγαμης συμβίωσής τους και ακολούθως, η οριστική λύση του γάμου τους με την έκδοση διαζυγίου. Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 666/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία, μεταξύ άλλων, ανατέθηκε προσωρινά αποκλειστικά στη μητέρα η επιμέλεια του ανήλικου τέκνου τους, και ρυθμίστηκε ειδικότερα το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με το ανήλικο. Έπειτα εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1022/2022 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία οικογενειακών διαφορών) με την οποία κρίθηκε ότι η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου θα ασκείται από κοινού και εξίσου από τους δύο γονείς (συνεπιμέλεια), ενώ ορίστηκε ως ειδικότερος τρόπος άσκησης της γονικής μέριμνας το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πατέρας είχε συμπεριλάβει στην αγωγή του κύριο αίτημα περί ανάθεσης σε εκείνον της αποκλειστικής επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου επικαλούμενος την παραβίαση εκ  μέρους της μητέρας του ορισθέντος δικαιώματος επικοινωνίας του. Εν συνεχεία, η μητέρα άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης υποστηρίζοντας αφενός ότι η επιμέλεια του τέκνου πρέπει να ανατεθεί αποκλειστικά σε εκείνη, επικαλούμενη περιστατικά κακής άσκησης γονικής μέριμνας εκ μέρους του πατέρα, και αφετέρου ότι το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του ανηλίκου.

Ο κανόνας της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας μετά τον Ν. 4800/2021

Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας του, που ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 1518 -1530 ΑΚ, καθώς και την εκπροσώπησή του σε κάθε υπόθεση, δικαιοπραξία, ή δίκη που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του (1510 παρ. 1 εδ. β ΑΚ). Η σημαντικότερη από τις ως άνω τρεις εκφάνσεις της γονικής μέριμνας και πυρήνας του γονικού λειτουργήματος είναι αναμφίβολα η επιμέλεια του προσώπου του παιδιού, που στοχεύει στην ανάπτυξή του ως προσωπικότητας στο βέλτιστο δυνατό βαθμό προς όφελος τόσο του ίδιου όσο και της κοινωνίας της οποίας θα αποτελέσει μέρος. Σύμφωνα με το άρθρο 1518 παρ. 1 ΑΚ, η επιμέλεια του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του.[1]

Ήδη με τον  Ν. 4800/2021 καθιερώνεται για πρώτη φορά στη χώρα μας η αρχή της από κοινού και εξίσου άσκησης της γονικής μέριμνας (άρθρο 1513 ΑΚ), ενώ κατά το προγενέστερο δίκαιο η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας αποτελούσε μια απλή δυνατότητα του δικαστηρίου που έβρισκε πρακτική εφαρμογή σε ελάχιστες περιπτώσεις. Η αρχή της συνεπιμέλειας πρέπει να γίνει κατανοητή ως η κοινή παρουσία των γονέων στη ζωή του παιδιού, με σκοπό τη διασφάλιση σταθερών συναισθηματικών δεσμών με αμφότερους. Η φράση «εξίσου άσκηση της γονικής μέριμνας» πυροδοτούσε έντονες αντιδράσεις στο παρελθόν με την κρατούσα θέση στη θεωρία να τείνει προς την ερμηνεία της ισότιμης συμβολής των δύο γονέων στην άσκηση της γονικής μέριμνας και όχι της ισόχρονης παρουσίας τους. Άλλωστε η υποχρεωτική ισόχρονη παρουσία των γονέων φαίνεται να εξυπηρετεί περισσότερο τα συμφέροντα των ίδιων παρά του τέκνου, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι οι ανάγκες του τέκνου και ο διαθέσιμος χρόνος του μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου. Τέλος, από τον κανόνα της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας εξαιρούνται κατ’ άρθρο 1516 ΑΚ οι περιπτώσεις εκείνες που αφορούν συνήθεις πράξεις επιμέλειας, πράξεις τρέχουσας διαχείρισης, καθώς και όσες έχουν επείγοντα χαρακτήρα  και οι οποίες επιχειρούνται από το γονέα με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης από τον άλλο γονέα. Με αυτό τον τρόπο ενισχύεται ο θεσμός της συνεπιμέλειας, ώστε ο γονέας που δεν διαμένει με το τέκνο να ενημερώνεται επαρκώς για ζητήματα που άπτονται της ανατροφής και διαπαιδαγώγησής του.[2]

Παρότι η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας αποτελεί τη βασική αρχή που διέπει το οικογενειακό δίκαιο, παράλληλα συνιστά και κανόνα ενδοτικού δικαίου υπό την έννοια ότι δίνεται η δυνατότητα στους γονείς αλλά και στο δικαστήριο να παρεκκλίνουν από την αρχή της συνεπιμέλειας. Το άρθρο 1514 ΑΚ δε, εισάγει ένα ευέλικτο πλαίσιο για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας, προβλέποντας τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να καθοριστεί. Οι γονείς καλούνται να καταλήξουν σε συμφωνία, αλλιώς αν διαφωνούν προσφεύγουν σε διαμεσολάβηση και, ως έσχατη λύση, στη δικαστική επίλυση της διαφοράς ενώ το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό της ρύθμισης της γονικής μέριμνας και της επικοινωνίας με το τέκνο. Ειδικότερα, μπορεί να προβεί σε χρονική ή λειτουργική κατανομή της γονικής μέριμνας, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ’ ιδίαν θέματα, να αναθέσει την επιμέλεια στον έναν γονέα ή σε τρίτο άτομο, να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή οποιαδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο, αλλά και την πραγματοποίηση οικογενειακής διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης.[3] Στη λειτουργική κατανομή δε, η άσκηση των βασικών λειτουργιών της γονικής μέριμνας κατανέμεται μεταξύ των γονέων, ενώ στη χρονική κατανομή η γονική μέριμνα ανατίθεται στον κάθε γονέα κατά περιοδικά χρονικά διαστήματα.[4]

Μείζονος σημασίας είναι η δυνατότητα του δικαστηρίου να αναθέσει την επιμέλεια του τέκνου στον έναν μόνο γονέα. Η δυνατότητα αυτή, η οποία πλέον αναγράφεται τρίτη κατά σειρά -σε αντίθεση με το προγενέστερο δίκαιο όπου κατείχε την πρώτη θέση- αντιμετωπίζεται ως έσχατη λύση. Σε αυτή θα προσφύγει ο δικαστής αν διαγνώσει ότι οι λοιπές, «ηπιότερες» ρυθμίσεις, δεν επαρκούν ή έχουν αποτύχει. Η ανάθεση της επιμέλειας στον έναν μόνο γονέα λαμβάνει χώρα σε πολύ ακραίες περιπτώσεις αδιαφορίας, καταχρηστικής συμπεριφοράς, σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων, έκθεσης του τέκνου σε περιβάλλον κακοποίησης, καθώς και σε περιπτώσεις παραβίασης των βασικών γονεϊκών υποχρεώσεων όπως της διατροφής ή της επικοινωνίας. Παράλληλα, εμφανής είναι η τάση της νομολογίας για προτίμηση προς τη μητέρα ιδίως όταν το τέκνο βρίσκεται σε βρεφονηπιακή ηλικία, γεγονός που έχει οδηγήσει κατά καιρούς στην αποθάρρυνση των πατεράδων να διεκδικήσουν την επιμέλεια των τέκνων τους.[5] Τέλος σε κάθε ρύθμιση σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας καθοριστικό κριτήριο αποτελεί το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου (1511 ΑΚ), το οποίο εξειδικεύεται in concreto κάθε φορά από το δικαστήριο και πρέπει να προκύπτει σαφώς ότι η επιλεγείσα ρύθμιση το εξυπηρετεί, άλλως η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και υπόκειται σε αναίρεση.[6]

Τα επιχειρήματα της εκκαλούσας μητέρας ως προς τον αποκλεισμό του πατέρα από την επιμέλεια του τέκνου τους – αντεπιχείρημα εφεσιβλήτου πατέρα λόγω παραβίασης του δικαιώματος επικοινωνίας του με το τέκνο

Στην υπό συζήτηση υπόθεση, τέθηκε υπό εξέταση το ζήτημα των λόγων που δυνάμει αυτών δύναται να αποκλειστεί η άσκηση επιμέλειας τέκνου εκ μέρους του ενός γονέα. Ειδικότερα, η μητέρα και εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι πρέπει να αποκλειστεί ο πατέρας από την άσκηση επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου διότι α) ο εφεσίβλητος διαταράσσει τη σχέση του τέκνου με την ίδια, β) σε βάρος του εφεσίβλητου έχει ασκηθεί δύο φορές ποινική δίωξη για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής βίας – αναφέροντας μάλιστα ότι η άσκηση βίας σε βάρος της έλαβε χώρα μπροστά στο ανήλικο –  και γ) ο εφεσίβλητος είχε αρνηθεί στο παρελθόν να καταβάλει την ορισθείσα διατροφή για το τέκνο του. Από την άλλη πλευρά, ο πατέρας είχε συμπεριλάβει στην αγωγή του αίτημα περί ανάθεσης σε εκείνον της αποκλειστικής επιμέλειας του τέκνου, επικαλούμενος παραβίαση εκ μέρους της μητέρας του δικαιώματος επικοινωνίας του με εκείνο.

Ειδικότερα, οι ως άνω ισχυρισμοί των διαδίκων άπτονται του ζητήματος αδράνειας της γονικής μέριμνας λόγω κακής άσκησης κατ’ άρθρο 1532 ΑΚ. Ως κακή άσκηση ορίζεται από το ως άνω άρθρο η παράβαση των καθηκόντων που επιβάλει στους γονείς το λειτούργημά τους για την επιμέλεια ή τη διοίκηση περιουσίας του παιδιού, η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος της γονικής μέριμνας και η αδυναμία των γονέων να ανταποκριθούν σε αυτό. Περαιτέρω στην παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, απαριθμούνται ενδεικτικά («ιδίως») συγκεκριμένες συμπεριφορές που συνιστούν κακή άσκηση και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται μεταξύ άλλων: α) η διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα, β) η υπαίτια παράβαση του δικαιώματος επικοινωνίας του τέκνου με το δικαιούχο γονέα του, γ) η αδικαιολόγητη άρνηση του γονέα να καταβάλει στο τέκνο την επιδικασθείσα διατροφή του και δ) η καταδίκη του γονέα με οριστική δικαστική απόφαση για ενδοοικογενειακή βία.

Αναφορικά με την πρώτη περίπτωση κακής άσκησης, η διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης  του τέκνου με τον άλλο γονέα δύναται να λάβει χώρα με οποιονδήποτε τρόπο και ιδίως με πράξεις, παραλείψεις, με λεκτικές επιθέσεις υποτίμηση του γονέα στα μάτια του παιδιού και με διατύπωση κατηγοριών σε βάρος του γονέα. Η διατάραξη δεν είναι απαραίτητο να είναι υπαίτια ενώ δύναται να προκληθεί και από τρίτα πρόσωπα. Έχει κριθεί επίσης ότι η ψευδής καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία εις βάρος του ενός γονέα εμπίπτει στη συγκεκριμένη περίπτωση κακής άσκησης λόγω πρόκλησης γονεϊκής αποξένωσης.[7] Η εκκαλούσα εν προκειμένω αναφέρει ότι ο πατέρας διαταράσσει τη σχέση της με το τέκνο εμφανίζοντάς τη ως «ξένη» και τη σύντροφό του ως «μαμά».  Παρόμοια υπόθεση έχει κριθεί με την υπ’ αριθ. 17182/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όπου αφαιρέθηκε από τον πατέρα η άσκηση της επιμέλειας επειδή κρίθηκε ότι καλλιεργούσε εχθρικά αισθήματα στα τέκνα του εναντίον της μητέρας τους, απαιτώντας μάλιστα να την αποκαλούν με το μικρό της όνομα ενώ την ερωμένη του «μαμά». 8] Στην υπό σχολιασμό υπόθεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι τέτοια διατάραξη δεν υφίσταται καθώς δεν αποδείχτηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι η τρέχουσα ερωτική σχέση του πατέρα με τη σύντροφό του επηρεάζει αρνητικά την άσκηση των γονεϊκών του καθηκόντων.

Η δεύτερη και η τρίτη περίπτωση κακής άσκησης εμπίπτουν στις περιπτώσεις παραβίασης υπό στενή έννοια των γονεϊκών καθηκόντων κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας. Αρχικά, ο γονέας που συγκατοικεί με το τέκνο οφείλει να συμβάλλει ενεργά στην ουσιαστική πραγματοποίηση της επικοινωνίας του τέκνου με το δικαιούχο γονέα και οπωσδήποτε να μην παρεμποδίζει άμεσα ή έμμεσα την άσκηση του σχετικού δικαιώματος. Η εν λόγω παραβίαση πρέπει να είναι υπαίτια, ενώ η συνδρομή της υπαιτιότητας κρίνεται με βάση το αν υφίστανται ή όχι «εξαιρετικά σοβαροί λόγοι» που επιβάλλονται από το συμφέρον του τέκνου.[9] Τέλος, ως παρεμπόδιση της επικοινωνίας «με κάθε άλλο τρόπο» μπορεί να θεωρηθεί η συστηματική επίκληση προσχηματικών λόγων, όπως η επαναλαμβανόμενη επίκληση ασθένειας του παιδιού ή η άρνηση του γονέα να υποδεχτεί τη νταντά που προσέλαβε ο δικαιούχος της επικοινωνίας.[10]  Αξίζει τέλος να επισημανθεί ότι τα δικαστήρια κατά το παρελθόν απέφευγαν συχνά να προσφύγουν στη λήψη του συγκεκριμένου μέτρου, γεγονός που οδήγησε στην παγίωση μιας ιδιοκτησιακού χαρακτήρα αντίληψης εκ μέρους του γονέα, με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο. Τελικώς, στην υπό εξέταση υπόθεση ως προς τον ισχυρισμό του πατέρα περί παραβίασης του δικαιώματος επικοινωνίας, το δικαστήριο έκρινε ότι τέτοια αυτή (η παραβίαση) δεν υπήρξε, καθώς δεν διαπιστώθηκε συστηματική ή υπαίτια παρεμπόδιση εκ μέρους της μητέρας. Αντίθετα, προέκυψε ότι το τέκνο διατηρούσε θετική σχέση με τον πατέρα του και η μετάβαση στην οικία αυτού γινόταν με προθυμία, ενώ τα περιστατικά μη πραγματοποίησης της επικοινωνίας αξιολογήθηκαν ως ανεπαρκή για να θεμελιώσουν παραβίαση της σχετικής δικαστικής απόφασης.

Περαιτέρω αναφορικά με την άρνηση καταβολής διατροφής από τον υπόχρεο γονέα, ζήτημα ανακύπτει ως προς το πότε αυτή θεωρείται δικαιολογημένη. Γίνεται δεκτό ότι ως τέτοια νοείται μόνο εκείνη που οφείλεται σε περιπτώσεις έκτακτων και σοβαρών γεγονότων, όπως η αιφνίδια νοσηλεία του υπόχρεου γονέα. Απεναντίας, η μεταβολή των οικονομικών δυνάμεων του υπόχρεου της διατροφής δεν συνιστά δικαιολογημένο λόγο άρνησης, αλλά λόγο που δύναται να θεμελιώσει έννομο συμφέρον για τη μεταρρύθμιση της σχετικής απόφασης, με την οποία καθορίστηκε η διατροφή, δυνάμει των άρθρων 1494 ΑΚ και 334 ΚΠολΔ.[11] Επισημαίνεται τέλος, ότι ο υπόχρεος γονέας δεν έχει έναντι του τέκνου την ένσταση διακινδύνευσης της ίδιας διατροφής, εκτός αν το τέκνο μπορεί να στραφεί έναντι άλλου υπόχρεου ή αν μπορεί να διατραφεί από την περιουσία του (1487 ΑΚ). Εν προκειμένω, το Εφετείο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται αδικαιολόγητη άρνηση καταβολής διατροφής εκ μέρους του υπόχρεου πατέρα, καθώς η καταβολή του μειωμένου ποσού συνδέεται με την αποδεδειγμένη επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης, λαμβανομένης υπόψιν και της υπ’ αριθ. 1448/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία μεταρρυθμίστηκε το αρχικό ορισθέν ποσό διατροφής.

Η τελευταία περίπτωση κακής άσκησης που εξετάζεται στην υπό σχολιασμό απόφαση, αφορά την καταδίκη γονέα με οριστική δικαστική απόφαση για πράξεις ενδοοικογενειακής βίας. Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνουν δύο βασικές επισημάνσεις: πρώτον, σύμφωνα με τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 1532, η περίπτωση αυτή προϋποθέτει την προηγούμενη παρέμβαση του ποινικού δικαστηρίου και την ύπαρξη οριστικής καταδικαστικής δικαστικής απόφασης, λαμβανομένου υπόψη και του τεκμηρίου αθωότητας. Ωστόσο, υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της πρώτης παραγράφου του ίδιου ως άνω άρθρου, που επιβάλει στους γονείς την ορθή  εκπλήρωση των γονεϊκών τους καθηκόντων, η τέλεση πράξεων ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να αξιολογηθεί ως κακή άσκηση ακόμη και ελλείψει οριστικής ποινικής καταδίκης.[12] Δεύτερον στην έννοια της ενδοοικογενειακής βίας με βάση το Ν. 3500/2006, εντάσσεται κάθε μορφή άσκησης βίας (λεκτική, σωματική, ψυχολογική) σε βάρος ανηλίκου, αλλά και η άσκηση βίας κατά άλλου μέρους της οικογένειας ενώπιον του ανηλίκου. Ως τέτοια θεωρείται κάθε πράξη βίας που γίνεται αντιληπτή από τον ανήλικο και του προκαλεί αρνητικά συναισθήματα.[13] Αξίζει να σημειωθεί τέλος, ότι στη σύγχρονη νομολογία αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ο ρόλος του ψυχολόγου στη διαχείριση τέτοιων ευαίσθητων ζητημάτων, στο πλαίσιο της δυνατότητας του δικαστή να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο (ΑΚ 1532 παρ. 3). Έτσι στην υπ’ αριθ. 60/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ρυθμίστηκε η επικοινωνία του πατέρα με το τέκνο με την υποχρεωτική παρουσία ψυχολόγου, λόγω προγενέστερης βίαιης συμπεριφοράς του πατέρα[14] .

Στην υπό εξέταση περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας μητέρας περί βίαιης συμπεριφοράς του εφεσίβλητου δεν επαρκούν για τον αποκλεισμό του από την επιμέλεια, καθώς κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του. Συγκεκριμένα δεν αποδείχτηκε ότι η προγενέστερη βίαιη συμπεριφορά του πατέρα εναντίον της μητέρας συνέβη ενώπιον του τέκνου, ο εφεσίβλητος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης είχε αποδεχτεί την ποινική διαμεσολάβηση αναγνωρίζοντας την παράνομη συμπεριφορά του, ενώ μετά τη διακοπή της έγγαμης σχέσης δεν αποδείχτηκε εκ νέου βίαιη συμπεριφορά, σε κάθε δε περίπτωση η συμπεριφορά του έναντι του τέκνου του κρίθηκε άμεμπτη.

Το επιχείρημα της εκκαλούσας μητέρας ως προς το μη ενδεδειγμένο τρόπο άσκησης της επιμέλειας του τέκνου με το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας

Η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο έφεσης υποστηρίζει ότι το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας, με το οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ρύθμισε την άσκηση της επιμέλειας του τέκνου, δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του ανηλίκου, λόγω έλλειψης της απαιτούμενης επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της χρονικής κατανομής άσκησης της επιμέλειας και της εναλλασσόμενης κατοικίας. Με τη χρονική κατανομή το τέκνο έχει εναλλασσόμενη κατοικία στον τόπο κατοικίας εκάστου γονέα, ο οποίος ασκεί κάθε φορά μόνος του τις πράξεις επιμέλειας του παιδιού με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1519 παρ.1. Αντιθέτως όταν διατάσσεται από το δικαστήριο το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας αυτοτελώς, οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού την επιμέλεια του τέκνου, με εξαίρεση μόνο τις συνήθεις πράξεις επιμέλειας του άρθρου 1513 εδ. β’ [15]. Περαιτέρω η εναλλασσόμενη διαμονή δεν προϋποθέτει απαραίτητα ισόχρονη κατανομή άσκησης της επιμέλειας, η οποία επαφίεται στην κρίση του δικαστηρίου.

Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας εξασφαλίζει την ισότιμη συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή του τέκνου και ενισχύει τους δεσμούς του με αμφότερους τους γονείς του, περιορίζοντας έτσι τις αναπόφευκτα δυσμενείς επιπτώσεις, που προκαλεί το διαζύγιο στην ψυχολογία και στην εν γένει προσωπικότητα αυτού. Έτσι η ύπαρξη της διπλής κατοικίας, θεωρείται ευεργετική και απαραίτητη, για την προστασία της ισόρροπης ανάπτυξης του παιδιού. Ωστόσο, η εναλλασσόμενη διαμονή ενδέχεται να δημιουργήσει συνεχείς εντάσεις και τριβές μεταξύ των γονέων, καθόσον απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ τους στις επιλογές και στη διαχείριση του ανηλίκου κατά τρόπο παραγωγικό. Γι’ αυτό το Δικαστήριο πριν κατανείμει την επιμέλεια με τον ως άνω τρόπο πρέπει να βεβαιώσει ότι με αυτόν τον τρόπο δεν διαταράσσεται ο τρόπος ζωής και η καθημερινότητα του τέκνου και να εξετάσει ειδικές συνθήκες και παραμέτρους όπως ενδεικτικά την κοντινή απόσταση των κατοικιών των γονέων, την ύπαρξη δωματίου για το παιδί στα δύο σπίτια των γονέων, την ηλικία του τέκνου, τη μη διατάραξη του σχολικού και εξωσχολικού του προγράμματος, τη δυνατότητα συνεννόησης, συνεργασίας και διάθεση επικοινωνίας μεταξύ των γονέων αλλά και τέλος το διαθέσιμο χρόνο και την ύπαρξη υποστηρικτικού περιβάλλοντος και για τους δύο γονείς[16].

Περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί ότι η σύγχρονη νομολογία τείνει να προκρίνει την εναλλασσόμενη κατοικία για τέκνα στην παιδική-προεφηβική ηλικία (περίπου 7 -10 ετών), καθώς σε αυτές τις ηλικίες, ο χρόνος που περνάει το παιδί με τον κάθε γονέα θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικός για την ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη.[17] Ενδεικτικά, στην υπ’ αριθ. 266/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών συνεκτιμήθηκαν η ηλικία του τέκνου (7 έτη), η κοντινή απόσταση μεταξύ των κατοικιών των γονέων, αλλά και το πιο ευέλικτο ωράριο εργασίας του πατέρα.[18] Αντίστοιχα, στην υπ’ αριθ. 372/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών αξιολογήθηκε θετικά το γεγονός ότι ο πατέρας μίσθωσε κατοικία κοντά στη μητέρα και διαμόρφωσε κατάλληλο χώρο για τη διαμονή των ανηλίκων.[19] Ωστόσο, έχει κριθεί ότι η εναλλασσόμενη κατοικία δεν ενδείκνυται όταν οι σχέσεις των γονέων έχουν πλήρως διαρραγεί λόγω έντονων και συνεχών δικαστικών αντιπαραθέσεων[20], με την ορθότερη άποψη της θεωρίας να υποστηρίζει ότι η απλή σύγκρουση μεταξύ των γονέων δεν αρκεί από μόνη της για να αποκλείσει την άσκηση της συνεπιμέλειας με το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας.[21]

Στην υπό εξέταση απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης της εκκαλούσας μητέρας, κρίνοντας ότι η από κοινού άσκηση της επιμέλειας με το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας ανταποκρίνεται στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. Για το σχηματισμό της ως άνω δικανικής κρίσης έλαβε ιδιαίτερα υπόψη την ηλικία του (6 ετών), η οποία ευνοεί την ταχύτερη προσαρμογή του στη νέα κατάσταση, την εγγύτητα μεταξύ των κατοικιών των γονέων, καθώς και τη διαμορφωθείσα μεταξύ τους κατάσταση, εκτιμώντας ότι κατ’ αυτό τον τρόπο θα αμβλυνθούν οι εντάσεις μεταξύ τους. Η προσέγγιση αυτή, ομονοεί με την κρατούσα άποψη της σύγχρονης νομολογίας περί των ουσιωδών ωφελειών του συστήματος της εναλλασσόμενης κατοικίας στην καλλιέργεια των σχέσεων γονέα και τέκνου και στον περιορισμό του φαινόμενου της γονεϊκής αποξένωσης.

Συνολική αξιολόγηση της απόφασης – καταληκτικά συμπεράσματα

Συνοψίζοντας, η υπό σχολιασμό απόφαση διαπνέεται από τη θεμελιώδη πλέον αρχή του οικογενειακού δικαίου περί της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας, η οποία έχει οδηγήσει βαθμιαία στην ενίσχυση της «πατρικής φιγούρας» στη ζωή και στην ανατροφή του τέκνου. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς κατά τη γνώμη μου απέρριψε τα ως άνω αιτήματα της μητέρας περί ανάθεσης σε εκείνη της αποκλειστικής επιμέλειας, διότι η συνολική στάση του πατέρα σκιαγραφεί έναν γονέα που ασκεί καταλλήλως τη γονική μέριμνα και επιδιώκει την ενεργή παρουσία του στη ζωή του τέκνου του, ιδίως με τη μετοίκισή του πλησίον της κατοικίας της μητέρας, καθώς και με την ορθή και συνεπή άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας. Άλλωστε, η προγενέστερη άσκηση της επιμέλειας αποκλειστικά από τη μητέρα, όχι μόνο δεν αποδείχθηκε επωφελής για το τέκνο, αλλά αντίθετα πυροδότησε τις εντάσεις μεταξύ των γονέων, με δυσμενή αντίκτυπο στη ζωή του ανηλίκου.

Πάρα ταύτα, υπό το πρίσμα των προαναφερθέντων περιστατικών και δη των συνεχιζόμενων σφοδρών εντάσεων μεταξύ τους θα ήταν σκόπιμη, κατά τη γνώμη μου, στο πλαίσιο της δυνατότητας λήψης κάθε πρόσφορου μέτρου (αρ. 1514 παρ. 3 περ. β’ ΑΚ), να διαταχθεί από το δικαστήριο η παρακολούθηση από αμφότερους τους γονείς συνεδριών συμβουλευτικής γονέων, καθώς και (συνεδριών) με ειδικό ψυχικής υγείας, προκειμένου να υπερβούν τις μεταξύ τους συγκρούσεις και να διασφαλιστεί η ορθή άσκηση των γονεϊκών τους καθηκόντων προς το συμφέρον του τέκνου. Τέλος, αναφορικά με τον ειδικότερο τρόπο άσκησης της επιμέλειας θεωρώ ότι εν προκειμένω προκρίνεται ορθώς το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας, διότι το τέκνο έχει ήδη υπερβεί το στάδιο της βρεφονηπιακής ηλικίας και έχει ανάγκη την ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή αμφοτέρων των γονέων στην ανατροφή του, η οποία δε δύναται να εξαντληθεί σε ένα περιορισμένο δικαίωμα επικοινωνίας.

Σε τελευταία ανάλυση η υπό σχολιασμό απόφαση αναδεικνύει ένα από τα βασικά σημεία κριτικής του Ν. 4800/2021, ήτοι τον κίνδυνο εργαλειοποίησης των γονεϊκών διαφωνιών με σκοπό τη διεκδίκηση της αποκλειστικής επιμέλειας. Ως αντίβαρο ωστόσο, διαφαίνεται η στάση της νομολογίας η οποία αναγνωρίζει ολοένα και περισσότερο τη σπουδαιότητα του πατρικού ρόλου στην ανατροφή του τέκνου, αποκρούοντας τέτοιες πρακτικές που υπονομεύουν τον θεσμό της συνεπιμέλειας.