Το Δ’ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου έθεσε υπό αυστηρό έλεγχο τις προϋποθέσεις προστασίας των δανειοληπτών που είχαν υπαχθεί στον «Νόμο Κατσέλη» (Ν. 3869/2010), με την υπ’ αριθμ. 287/2026 απόφασή του. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης του Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και ανέτρεψε την απόφαση του Πρωτοδικείου Λευκάδας, η οποία είχε χορηγήσει πλήρη προστασία σε ζευγάρι δημοσίων υπαλλήλων.
Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας παρουσίαζε ουσιώδεις ελλείψεις και αντιφάσεις ως προς την αιτιολόγησή της.
Παράλληλα, η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για το ζήτημα των δικαστικών προθεσμιών, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι το χρονικό διάστημα αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας Covid-19 δεν υπολογίζεται στις νόμιμες προθεσμίες, λειτουργώντας ουσιαστικά ως «πάγωμα» του χρόνου υπέρ των πιστωτών.
Το χρονικό
Η υπόθεση ξεκίνησε το 2014, όταν ζευγάρι από τη Λευκάδα — σχολικός φύλακας και νοσοκόμα — με συνολικές οφειλές περίπου 174.000 ευρώ προσέφυγε στη Δικαιοσύνη ζητώντας ρύθμιση των χρεών του και εξαίρεση της κύριας κατοικίας του, διαμερίσματος 75 τ.μ., από την εκποίηση.
Τόσο το Ειρηνοδικείο το 2017 όσο και το Πρωτοδικείο Λευκάδας το 2020 έκριναν ότι οι δανειολήπτες είχαν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής χωρίς δόλο, αποδίδοντας την οικονομική επιβάρυνση κυρίως στις μνημονιακές περικοπές μισθών και στην προσωρινή διαθεσιμότητα του συζύγου.
Ωστόσο, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων άσκησε αναίρεση, προβάλλοντας τον ισχυρισμό του «ενδεχόμενου δόλου», υποστηρίζοντας ότι οι δανειολήπτες είχαν αναλάβει υπέρμετρο δανεισμό, γνωρίζοντας ήδη ότι τα εισοδήματά τους δεν επαρκούσαν για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους.
Ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς του πιστωτή, κρίνοντας ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου στερούνταν επαρκούς νομικής βάσης.
Ειδικότερα, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε αναλυτική καταγραφή των πραγματικών μηνιαίων βιοτικών αναγκών του ζευγαριού ούτε σαφής προσδιορισμός του συνολικού ύψους των δανειακών δόσεων, ώστε να μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα περί μόνιμης αδυναμίας πληρωμής σε σχέση με τα εισοδήματά τους.
Επιπλέον, το Ανώτατο Δικαστήριο εντόπισε αντιφάσεις στην αιτιολογία σχετικά με την έλλειψη δόλου.
Παρότι το Πρωτοδικείο δεχόταν ότι οι δανειολήπτες είχαν αναλάβει σημαντικό αριθμό δανειακών υποχρεώσεων, απέκλεισε τη δολιότητα αποδίδοντας την οικονομική κατάρρευση κυρίως στη διαθεσιμότητα του συζύγου. Ο Άρειος Πάγος, ωστόσο, επεσήμανε ότι η ίδια απόφαση αναγνώριζε πως η διαθεσιμότητα αυτή είχε καθαρά προσωρινό χαρακτήρα, αφού διήρκεσε μόλις οκτώ μήνες και ακολούθησε επάνοδος του υπαλλήλου στην εργασία του με πλήρεις αποδοχές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κρίση του δικαστηρίου για το εμπρόθεσμο της αναίρεσης.
Παρότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε εκδοθεί το 2020 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε το 2023, δηλαδή πέραν της συνήθους διετούς προθεσμίας, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εφαρμόζοντας τις έκτακτες νομοθετικές ρυθμίσεις της περιόδου της πανδημίας, αποφάνθηκε ότι το διάστημα από τον Νοέμβριο του 2020 έως τον Απρίλιο του 2021, κατά το οποίο είχε ανασταλεί η λειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων λόγω lockdown, δεν συνυπολογίζεται στις σχετικές προθεσμίες.
Μετά την απόφαση αυτή, η δικαστική προστασία του ζευγαριού παύει να ισχύει και η υπόθεση επιστρέφει προς νέα εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, το οποίο θα συγκροτηθεί από διαφορετικό δικαστή.

















