Γράφει ο Δημήτριος Λυρίτσης
Δικηγόρος, Μέλος ΔΣ του ΔΣΑ
Η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για το κατασκοπευτικό λογισμικό «predator” έχει δύο διακριτά επίπεδα.
Το πρώτο αφορά τις καταδίκες. Επί της ουσίας τους δεν χωρεί σχολιασμός. Η υπόθεση δεν έχει κριθεί αμετακλήτως και το τεκμήριο αθωότητας δεσμεύει όλους μας χωρίς υποσημειώσεις.
Το δεύτερο, όμως, επίπεδο που αφορά τη διαβίβαση της δικογραφίας για περαιτέρω διερεύνηση, ακόμη και σε κατεύθυνση βαρύτερων πράξεων του Ποινικού Κώδικα (άρθρα 146, 148, 370ΣΤ ΠΚ), έχει νομικό, πολιτικό και εν τέλει θεσμικό βάθος που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Όταν μια υπόθεση τέτοιας βαρύτητας αφαιρείται από τους φυσικούς της εισαγγελείς «λόγω αναβάθμισης», ανατίθεται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο και καταλήγει σε αρχειοθετήσεις και στο συμπέρασμα ότι «δεν υπάρχει εμπλοκή κρατικής υπηρεσίας ή κρατικού λειτουργού» και έρχεται ένα ταπεινό Μονομελές Πλημμελειοδικείο να εντοπίσει κενά, παραλείψεις, αντιφάσεις, πρόσωπα που δεν κλήθηκαν, στοιχεία που δεν αναζητήθηκαν ή δεν αξιολογήθηκαν, τότε τίθεται σοβαρό ζήτημα επάρκειας της προηγούμενης έρευνας.
Γι’ αυτό και τίθενται πλέον, αναπόφευκτα, ερωτήματα προς την ηγεσία του Αρείου Πάγου. Πόσο άνετα αισθάνεται με το γεγονός ότι ένα πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μέσα από 39 δικασίμους, παράγει αποτέλεσμα που οδηγεί σε επανεκκίνηση και επέκταση της διερεύνησης της υπόθεσης, εκεί όπου η «αναβαθμισμένη» σε επίπεδο Αρείου Πάγου εισαγγελική διαχείριση είχε καταλήξει σε «τέλος»; Μπορεί ο αρμόδιος ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός που χειρίστηκε το σκέλος αυτό να παραμένει ανέλεγκτος, όταν η ίδια η απόφαση καταδεικνύει ότι η έρευνα του υπήρξε τουλάχιστον ελλιπής ή αποσπασματική;
Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμη πιο σκοτεινό – και πιο πολιτικό. Η κυβερνητική θέση ότι η υπόθεση είναι μια «ιδιωτική διαφορά» υποτιμά τη θεσμική βαρύτητα της. Μπορεί η παραβίαση του απορρήτου επικοινωνιών (άρθρο 19 Συντάγματος), ιδίως όταν αγγίζει πολιτικά, στρατιωτικά και δικαστικά πρόσωπα, να είναι ιδιωτική διαφορά; Τουναντίον μια τέτοια υπόθεση αγγίζει την καρδιά της δημοκρατικής λειτουργίας. Ποιος παρακολουθούσε, ποιον, γιατί, και για λογαριασμό ποιων; Κι εδώ η κοινωνία βλέπει μια εικόνα ντροπής, δεκάδες πρόσωπα υψηλού θεσμικού κύρους που εμφανίζονται ως στόχοι, δεν κινήθηκαν, δεν στάθηκαν στη διαδικασία, δεν έδειξαν το στοιχειώδες ένστικτο αυτοπροστασίας του θεσμού που εκπροσωπούν. Αυτή η απουσία όταν αφορά την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία καθώς και κρίσιμους θεσμικούς παίκτες γίνεται ένδειξη είτε φόβου, είτε εξάρτησης, είτε βολικής ανοχής, είτε συνεννόησης και σίγουρα δεν αποτελεί «ιδιωτική επιλογή». Σε κάθε εκδοχή, το αποτέλεσμα είναι ένα – συνθήκη συγκάλυψης.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ο επαυξημένος ρόλος των δικηγόρων και του ΔΣΑ. Η δικηγορία έχει ως λειτουργική αποστολή την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας Δικαιοσύνης, την προστασία του κράτους δικαίου, την προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, ως θεσμικός εγγυητής του κράτους δικαίου, οφείλει — με απόλυτο σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας — να αναδείξει το ζήτημα της ελλιπούς διερεύνησης που αποκαλύφθηκε μέσα από την ίδια την ακροαματική διαδικασία. Οφείλει να ζητήσει την απόδοση ευθυνών για τις παραλείψεις αυτές και, κυρίως, να απαιτήσει πλήρη, ανεξάρτητη και σε βάθος έρευνα χωρίς όρια για την υπόθεση του predator. Μια έρευνα που δεν θα περιοριστεί μόνο στους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς, αλλά θα επεκταθεί και στο κρίσιμο ερώτημα ποιος και γιατί επιχείρησε να συρρικνώσει ή να συγκαλύψει την υπόθεση μέσω περιορισμού του εύρους της αρχικής διερεύνησης.

















