Γράφει ο κ. Λεωνίδας Χ. Στάμος
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Maître en Droit


  1. Εισαγωγή

Η εισφορά του Ν. 128/1975 αποτελεί έναν από τους πλέον διαχρονικούς μηχανισμούς χρηματοδότησης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και, ειδικότερα, του λογαριασμού που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος για την υποστήριξη αναπτυξιακών δράσεων. Παρά τη μακρόχρονη εφαρμογή της, το ακριβές πεδίο επιβολής της εισφοράς εξακολουθεί να εγείρει σημαντικά ερμηνευτικά ζητήματα, ιδίως ως προς την τύχη της απαλλακτικής διάταξης του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 876/1979, η οποία εξαιρεί από την εισφορά τα δάνεια με συμβατικό επιτόκιο έως 5%.

Το παρόν άρθρο επιχειρεί μια συστηματική, γραμματική και συνταγματική ανάλυση της νομοθετικής αλληλουχίας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω εξαίρεση παραμένει σε πλήρη ισχύ. Η θέση αυτή δεν αποτελεί απλώς ερμηνευτική επιλογή, αλλά επιβάλλεται από την αρχή της νομιμότητας των φόρων, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 78 του Συντάγματος, καθώς και από τη νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων.

  1. Το νομοθετικό πλαίσιο της εισφοράς του Ν. 128/1975

2.1. Ο γενικός κανόνας επιβολής (Ν. 128/1975)

Με την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 θεσπίστηκε εισφορά υπέρ του ειδικού λογαριασμού της Τράπεζας της Ελλάδος, επιβαλλόμενη επί των μηνιαίων υπολοίπων των χορηγήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Η διάταξη αυτή συνιστά τον γενικό κανόνα επιβολής της εισφοράς, ορίζοντας το αντικείμενο, τη βάση υπολογισμού και το ποσοστό της.

Η εισφορά έχει αναγνωριστεί νομολογιακά ως επιβάρυνση φορολογικού χαρακτήρα, γεγονός που ενεργοποιεί το σύνολο των συνταγματικών εγγυήσεων που διέπουν τους φόρους, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της νομιμότητας (ΑΠ 430/2005, ΣτΕ 3164/2014).

2.2. Η ειδική εξαίρεση του Ν. 876/1979

Με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 876/1979 εισήχθη μια ειδική απαλλακτική διάταξη, σύμφωνα με την οποία η εισφορά δεν υπολογίζεται επί δανείων ή πιστώσεων με συμβατικό επιτόκιο μη υπερβαίνον το 5%. Η διάταξη αυτή αποτελεί lex specialis, η οποία περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του γενικού κανόνα του Ν. 128/1975.

Η ratio της εξαίρεσης συνδέεται με την ανάγκη ενίσχυσης χαμηλότοκων χρηματοδοτήσεων, οι οποίες εξυπηρετούσαν συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές της εποχής.

2.3. Ο Ν. 1083/1980 και το ανώτατο όριο της εισφοράς

Ο Ν. 1083/1980 δεν τροποποίησε το πεδίο εφαρμογής της εισφοράς, αλλά ρύθμισε αποκλειστικά το ανώτατο όριο του ποσοστού της. Η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 αφορά το ύψος της εισφοράς και όχι την έκταση της φορολογικής βάσης.

2.4. Ο Ν. 2842/2000 και το περιορισμένο καταργητικό του πεδίο

Το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2842/2000 κατήργησε συγκεκριμένες διατάξεις του Ν. 1083/1980 και του Ν.Δ. 229/1973. Ο νομοθέτης δεν προέβη σε καμία αναφορά στον Ν. 876/1979, ούτε ρητή ούτε έμμεση. Η γραμματική ερμηνεία είναι απολύτως σαφής: η απαλλακτική διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 876/1979 δεν καταργήθηκε.

  1. Η συνταγματική διάσταση: η αρχή της νομιμότητας των φόρων

Η εισφορά του Ν. 128/1975, ως επιβάρυνση φορολογικού χαρακτήρα, υπάγεται στο άρθρο 78 του Συντάγματος. Η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει ότι:

  • η επιβολή φόρου απαιτεί ρητή νομοθετική πρόβλεψη,
  • η κατάργηση απαλλαγής απαιτεί εξίσου ρητή και ειδική διάταξη,
  • η επέκταση της φορολογικής βάσης δεν μπορεί να προκύψει σιωπηρά, ούτε μέσω διασταλτικής ερμηνείας.

Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι σταθερή: οι φορολογικές απαλλαγές καταργούνται μόνο με ρητή διάταξη. Η σιωπηρή κατάργηση είναι συνταγματικά ανεπίτρεπτη, καθώς θα αναιρούσε την προβλεψιμότητα και την ασφάλεια δικαίου.

Επομένως, η μη αναφορά του Ν. 2842/2000 στον Ν. 876/1979 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατάργηση της απαλλαγής. Οποιαδήποτε αντίθετη ερμηνεία θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέκταση της φορολογικής βάσης.

  1. Συστηματική ερμηνεία της νομοθετικής αλληλουχίας

Η αλληλουχία των νομοθετημάτων αποδεικνύει ότι:

  • ο Ν. 128/1975 θέτει τον γενικό κανόνα,
  • ο Ν. 876/1979 εισάγει ειδική εξαίρεση,
  • ο Ν. 1083/1980 ρυθμίζει μόνο το ύψος της εισφοράς,
  • ο Ν. 2842/2000 καταργεί μόνο ό,τι ρητά αναφέρει.

Η αρχή lex specialis derogat legi generali επιβάλλει ότι η ειδική εξαίρεση του 1979 εξακολουθεί να υπερισχύει, εφόσον δεν έχει καταργηθεί ρητά.

Η συστηματική ερμηνεία ενισχύει τη γραμματική: καμία μεταγενέστερη διάταξη δεν τροποποίησε το πεδίο εφαρμογής της εισφοράς. Η νομοθετική σιωπή δεν μπορεί να παράγει καταργητικό αποτέλεσμα.

  1. Η νομολογιακή θεμελίωση της ερμηνευτικής θέσης

Η νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων έχει αναγνωρίσει:

  • τον φορολογικό χαρακτήρα της εισφοράς (ΑΠ 430/2005),
  • την ανάγκη ρητής νομοθετικής πρόβλεψης για κάθε μεταβολή της φορολογικής επιβάρυνσης (ΣτΕ 3164/2014),
  • την απαγόρευση σιωπηρής κατάργησης φορολογικών απαλλαγών.

Η ερμηνευτική θέση ότι η εξαίρεση του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 876/1979 παραμένει σε ισχύ είναι συνεπής με τη νομολογιακή αυτή γραμμή.

  1. Συμπέρασμα

Η ανάλυση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, σε συνδυασμό με τις συνταγματικές αρχές και τη νομολογία, οδηγεί σε ένα σαφές και αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα:

Η απαλλακτική διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 876/1979 παραμένει σε πλήρη ισχύ.

Κατά συνέπεια:

Η εισφορά του Ν. 128/1975 δεν υπολογίζεται επί δανείων ή πιστώσεων με συμβατικό επιτόκιο ίσο ή κατώτερο του 5%.

Οποιαδήποτε αντίθετη ερμηνεία θα παραβίαζε:

  • την αρχή της νομιμότητας των φόρων,
  • την αρχή της ασφάλειας δικαίου,
  • την αρχή της προβλεψιμότητας,
  • και τη θεμελιώδη νομολογιακή αρχή ότι οι φορολογικές απαλλαγές καταργούνται μόνο ρητά.

Η διατήρηση της εξαίρεσης δεν αποτελεί απλώς ερμηνευτική επιλογή· αποτελεί συνταγματική επιταγή.

Εφόσον η απαλλαγή του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 876/1979 παραμένει αδιατάρακτη, το ερώτημα που ανακύπτει δεν είναι απλώς τεχνικό, αλλά θεσμικό: επί δεκαετίες εισπράχθηκαν ποσά εισφοράς επί δανείων που εξαιρούνταν. Πού κατευθύνθηκαν αυτά τα ποσά και με ποια νομοθετική εξουσιοδότηση;